Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θορυβέω - θορυβῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θορυβέω - θορυβῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θορυβέω - θορυβῶ»
 
θορυβῶ: κάνω θόρυβο, φωνάζω επιδοκιμάζοντας ή αποδοκιμάζοντας, επικροτώ
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
θορυβῶ, θορυβεῖς, θορυβεῖ, θορυβοῦμεν, θορυβεῖτε, θορυβοῦσι(ν)
Υποτακτική
θορυβῶ, θορυβῇς, θορυβῇ, θορυβῶμεν, θορυβῆτε, θορυβῶσι(ν)
Ευκτική
θορυβοῖμι, θορυβοῖς, θορυβοῖ (ή θορυβοίην, θορυβοίης, θορυβοίη), θορυβοῖμεν, θορυβοῖτε, θορυβοῖεν
Προστακτική
---, θορύβει, θορυβείτω, ---, θορυβεῖτε, θορυβούντων
Απαρέμφατο
θορυβεῖν
Μετοχή
θορυβῶν, θορυβοῦσα, θορυβοῦν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ θορυβῶν, τοῦ θορυβοῦντος, τῷ θορυβοῦντι, τόν θορυβοῦντα, ὦ θορυβῶν
οἱ θορυβοῦντες, τῶν θορυβούντων, τοῖς θορυβοῦσι, τούς θορυβοῦντας, ὦ θορυβοῦντες
 
Θηλυκό
ἡ θορυβοῦσα, τῆς θορυβούσης, τῇ θορυβούσῃ, τήν θορυβοῦσαν, ὦ θορυβοῦσα
αἱ θορυβοῦσαι, τῶν θορυβουσῶν, ταῖς θορυβούσαις, τάς θορυβούσας, ὦ θορυβοῦσαι
 
Ουδέτερο
τό θορυβοῦν, τοῦ θορυβοῦντος, τῷ θορυβοῦντι, τό θορυβοῦν, ὦ θορυβοῦν
τά θορυβοῦντα, τῶν θορυβούντων, τοῖς θορυβοῦσι, τά θορυβοῦντα, ὦ θορυβοῦντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐθορύβουν, ἐθορύβεις, ἐθορύβει, ἐθορυβοῦμεν, ἐθορυβεῖτε, ἐθορύβουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
θορυβήσω, θορυβήσεις, θορυβήσει, θορυβήσομεν, θορυβήσετε, θορυβήσουσι(ν)
Ευκτική
θορυβήσοιμι, θορυβήσοις, θορυβήσοι, θορυβήσοιμεν, θορυβήσοιτε, θορυβήσοιεν
Απαρέμφατο
θορυβήσειν
Μετοχή
θορυβήσων, θορυβήσουσα, θορυβῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐθορύβησα, ἐθορύβησας, ἐθορύβησε(ν), ἐθορυβήσαμεν, ἐθορυβήσατε, ἐθορύβησαν
Υποτακτική
θορυβήσω, θορυβήσῃς, θορυβήσῃ, θορυβήσωμεν, θορυβήσητε, θορυβήσωσι(ν)
Ευκτική
θορυβήσαιμι, θορυβήσαις ή θορυβήσειας, θορυβήσαι ή θορυβήσειε(ν), θορυβήσαιμεν, θορυβήσαιτε, θορυβήσαιεν ή θορυβήσειαν
Προστακτική
---, θορύβησον, θορυβησάτω, ---, θορυβήσατε, θορυβησάντων (ή θορυβησάτωσαν)
Απαρέμφατο
θορυβῆσαι
Μετοχή
θορυβήσας, θορυβήσασα, θορυβῆσαν
 
Κλίση μετοχής 
Αρσενικό
ὁ θορυβήσας, τοῦ θορυβήσαντος, τῷ θορυβήσαντι, τόν θορυβήσαντα, ὦ θορυβήσας
οἱ θορυβήσαντες, τῶν θορυβησάντων, τοῖς θορυβήσασι, τούς θορυβήσαντας, ὦ θορυβήσαντες
 
Θηλυκό
ἡ θορυβήσασα, τῆς θορυβησάσης, τῇ θορυβησάσῃ, τήν θορυβήσασαν, ὦ θορυβήσασα
αἱ θορυβήσασαι, τῶν θορυβησασῶν, ταῖς θορυβησάσαις, τάς θορυβησάσας, ὦ θορυβήσασαι
 
Ουδέτερο
τό θορυβῆσαν, τοῦ θορυβήσαντος, τῷ θορυβήσαντι, τό θορυβῆσαν, ὦ θορυβῆσαν
τά θορυβήσαντα, τῶν θορυβησάντων, τοῖς θορυβήσασι, τά θορυβήσαντα, ὦ θορυβήσαντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
τεθορύβηκα, τεθορύβηκας, τεθορύβηκε, τεθορυβήκαμεν, τεθορυβήκατε, τεθορυβήκασι(ν)
 
Υποτακτική
τεθορυβηκώς- τεθορυβηκυῖα- τεθορυβηκός ὦ
τεθορυβηκώς- τεθορυβηκυῖα- τεθορυβηκός ᾖς
τεθορυβηκώς- τεθορυβηκυῖα- τεθορυβηκός ᾖ
τεθορυβηκότες- τεθορυβηκυῖαι- τεθορυβηκότα ὦμεν
τεθορυβηκότες- τεθορυβηκυῖαι- τεθορυβηκότα ἦτε
τεθορυβηκότες- τεθορυβηκυῖαι- τεθορυβηκότα ὦσι
 
Ευκτική
τεθορυβηκώς- τεθορυβηκυῖα- τεθορυβηκός εἴην
τεθορυβηκώς- τεθορυβηκυῖα- τεθορυβηκός εἴης
τεθορυβηκώς- τεθορυβηκυῖα- τεθορυβηκός εἴη
τεθορυβηκότες- τεθορυβηκυῖαι- τεθορυβηκότα εἶμεν (εἴημεν)
τεθορυβηκότες- τεθορυβηκυῖαι- τεθορυβηκότα εἶτε (εἴητε)
τεθορυβηκότες- τεθορυβηκυῖαι- τεθορυβηκότα εἶεν (εἴησαν)
 
Προστακτική
---
τεθορυβηκώς- τεθορυβηκυῖα- τεθορυβηκός ἴσθι
τεθορυβηκώς- τεθορυβηκυῖα- τεθορυβηκός ἔστω
---
τεθορυβηκότες- τεθορυβηκυῖαι- τεθορυβηκότα ἔστε
τεθορυβηκότες- τεθορυβηκυῖαι- τεθορυβηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
τεθορυβηκέναι
Μετοχή
τεθορυβηκώς, τεθορυβηκυῖα, τεθορυβηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐτεθορυβήκειν, ἐτεθορυβήκεις, ἐτεθορυβήκει, ἐτεθορυβήκεμεν, ἐτεθορυβήκετε, ἐτεθορυβήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
θορυβοῦμαι, θορυβῇ ή θορυβεῖ, θορυβεῖται, θορυβούμεθα, θορυβεῖσθε, θορυβοῦνται
Υποτακτική
θορυβῶμαι, θορυβῇ, θορυβῆται, θορυβώμεθα, θορυβῆσθε, θορυβῶνται
Ευκτική
θορυβοίμην, θορυβοῖο, θορυβοῖτο, θορυβοίμεθα, θορυβοῖσθε, θορυβοῖντο
Προστακτική
---, θορυβοῦ, θορυβείσθω, ---, θορυβεῖσθε, θορυβείσθων
Απαρέμφατο
θορυβεῖσθαι
Μετοχή
θορυβούμενος
θορυβουμένη
θορυβούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐθορυβούμην, ἐθορυβοῦ, ἐθορυβεῖτο, ἐθορυβούμεθα, ἐθορυβεῖσθε, ἐθορυβοῦντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θορυβηθήσομαι, θορυβηθήσῃ ή θορυβηθήσει, θορυβηθήσεται, θορυβηθησόμεθα, θορυβηθήσεσθε, θορυβηθήσονται
Ευκτική
θορυβηθησοίμην, θορυβηθήσοιο, θορυβηθήσοιτο, θορυβηθησοίμεθα, θορυβηθήσοισθε, θορυβηθήσοιντο
Απαρέμφατο
θορυβηθήσεσθαι
Μετοχή
θορυβηθησόμενος
θορυβηθησομένη
θορυβηθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐθορυβήθην, ἐθορυβήθης, ἐθορυβήθη, ἐθορυβήθημεν, ἐθορυβήθητε, ἐθορυβήθησαν
Υποτακτική
θορυβηθῶ, θορυβηθῇς, θορυβηθῇ, θορυβηθῶμεν, θορυβηθῆτε, θορυβηθῶσι(ν)
Ευκτική
θορυβηθείην, θορυβηθείης, θορυβηθείη, θορυβηθείημεν ή θορυβηθεῖμεν, θορυβηθείητε ή θορυβηθεῖτε, θορυβηθείησαν ή θορυβηθεῖεν
Προστακτική
---, θορυβήθητι, θορυβηθήτω, ---, θορυβήθητε, θορυβηθέντων ή θορυβηθήτωσαν
Απαρέμφατο
θορυβηθῆναι
Μετοχή
θορυβηθείς
θορυβηθεῖσα
θορυβηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τεθορύβημαι, τεθορύβησαι, τεθορύβηται, τεθορυβήμεθα, τεθορύβησθε, τεθορύβηνται
 
Υποτακτική
τεθορυβημένος- τεθορυβημένη-τεθορυβημένον ὦ
τεθορυβημένος- τεθορυβημένη-τεθορυβημένον ᾖς
τεθορυβημένος- τεθορυβημένη-τεθορυβημένον ᾖ
τεθορυβημένοι- τεθορυβημέναι-τεθορυβημένα ὦμεν
τεθορυβημένοι- τεθορυβημέναι-τεθορυβημένα ἦτε
τεθορυβημένοι- τεθορυβημέναι-τεθορυβημένα ὦσι
 
Ευκτική
τεθορυβημένος- τεθορυβημένη-τεθορυβημένον εἴην
τεθορυβημένος- τεθορυβημένη-τεθορυβημένον εἴης
τεθορυβημένος- τεθορυβημένη-τεθορυβημένον εἴη
τεθορυβημένοι- τεθορυβημέναι-τεθορυβημένα εἶμεν (εἴημεν)
τεθορυβημένοι- τεθορυβημέναι-τεθορυβημένα εἶτε (εἴητε)
τεθορυβημένοι- τεθορυβημέναι-τεθορυβημένα εἶεν (εἴησαν)
 
Προστακτική
---, τεθορύβησο, τεθορυβήσθω, ---, τεθορύβησθε, τεθορυβήσθων
 
Απαρέμφατο
τεθορυβῆσθαι
Μετοχή
τεθορυβημένος,
τεθορυβημένη,
τεθορυβημένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐτεθορυβήμην, ἐτεθορύβησο, ἐτεθορύβητο, ἐτεθορυβήμεθα, ἐτεθορύβησθε, ἐτεθορύβηντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου