Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κρούω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κρούω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Stephanie Laird
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κρούω»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κρούω, κρούεις, κρούει, κρούομεν, κρούετε, κρούουσι(ν)
Υποτακτική
κρούω, κρούῃς, κρούῃ, κρούωμεν, κρούητε, κρούωσι(ν)
Ευκτική
κρούοιμι, κρούοις, κρούοι, κρούοιμεν, κρούοιτε, κρούοιεν
Προστακτική
---, κροῦε, κρουέτω, ---, κρούετε, κρουόντων (ή κρουέτωσαν)
Απαρέμφατο
κρούειν
Μετοχή
κρούων, κρούουσα, κρούον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔκρουον, ἔκρουες, ἔκρουε, ἐκρούομεν, ἐκρούετε, ἔκρουον
 
Μέλλοντας
Οριστική
κρούσω, κρούσεις, κρούσει, κρούσομεν, κρούσετε, κρούσουσι(ν)
Ευκτική
κρούσοιμι, κρούσοις, κρούσοι, κρούσοιμεν, κρούσοιτε, κρούσοιεν
Απαρέμφατο
κρούσειν
Μετοχή
κρούσων, κρούσουσα, κροῦσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἔκρουσα, ἔκρουσας, ἔκρουσε(ν), ἐκρούσαμεν, ἐκρούσατε, ἔκρουσαν
Υποτακτική
κρούσω, κρούσῃς, κρούσῃ, κρούσωμεν, κρούσητε, κρούσωσι(ν)
Ευκτική
κρούσαιμι, κρούσαις / κρούσειας, κροῦσαι / κρούσειε(ν), κρούσαιμεν, κρούσαιτε, κρούσαιεν / κρούσειαν
Προστακτική
---, κροῦσον, κρουσάτω, ---, κρούσατε, κρουσάντων (ή κρουσάτωσαν)
Απαρέμφατο
κροῦσαι
Μετοχή
κρούσας, κρούσασα, κροῦσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κέκρουκα, κέκρουκας, κέκρουκε, κεκρούκαμεν, κεκρούκατε, κεκρούκασι(ν)
 
Υποτακτική
κεκρουκώς- κεκρουκυῖα- κεκρουκός ὦ
κεκρουκώς- κεκρουκυῖα- κεκρουκός ᾖς
κεκρουκώς- κεκρουκυῖα- κεκρουκός ᾖ
κεκρουκότες- κεκρουκυῖαι- κεκρουκότα ὦμεν
κεκρουκότες- κεκρουκυῖαι- κεκρουκότα ἦτε
κεκρουκότες- κεκρουκυῖαι- κεκρουκότα ὦσι
 
Ευκτική
κεκρουκώς- κεκρουκυῖα- κεκρουκός εἴην
κεκρουκώς- κεκρουκυῖα- κεκρουκός εἴης
κεκρουκώς- κεκρουκυῖα- κεκρουκός εἴη
κεκρουκότες- κεκρουκυῖαι- κεκρουκότα εἴημεν (εἶμεν)
κεκρουκότες- κεκρουκυῖαι- κεκρουκότα εἴητε (εἶτε)
κεκρουκότες- κεκρουκυῖαι- κεκρουκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
κεκρουκώς- κεκρουκυῖα- κεκρουκός ἴσθι
κεκρουκώς- κεκρουκυῖα- κεκρουκός ἔστω
---
κεκρουκότες- κεκρουκυῖαι- κεκρουκότα ἔστε
κεκρουκότες- κεκρουκυῖαι- κεκρουκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
κεκρουκέναι
Μετοχή
κεκρουκώς- κεκρουκυῖα- κεκρουκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐκεκρούκειν, ἐκεκρούκεις, ἐκεκρούκει, ἐκεκρούκεμεν, ἐκεκρούκετε, ἐκεκρούκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κρούομαι, κρούῃ/κρούει, κρούεται, κρουόμεθα, κρούεσθε, κρούονται
Υποτακτική
κρούωμαι, κρούῃ, κρούηται, κρουώμεθα, κρούησθε, κρούωνται
Ευκτική
κρουοίμην, κρούοιο, κρούοιτο, κρουοίμεθα, κρούοισθε, κρούοιντο
Προστακτική
---, κρούου, κρουέσθω, ---, κρούεσθε, κρουέσθων ή κρουέσθωσαν
Απαρέμφατο
κρούεσθαι
Μετοχή
κρουόμενος
κρουομένη
κρουόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐκρουόμην, ἐκρούου, ἐκρούετο, ἐκρουόμεθα, ἐκρούεσθε, ἐκρούοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
κρούσομαι, κρούσῃ/κρούσει, κρούσεται, κρουσόμεθα, κρούσεσθε, κρούσονται
Ευκτική
κρουσοίμην, κρούσοιο, κρούσοιτο, κρουσοίμεθα, κρούσοισθε, κρούσοιντο
Απαρέμφατο
κρούσεσθαι
Μετοχή
κρουσόμενος
κρουσομένη
κρουσόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐκρουσάμην, ἐκρούσω, ἐκρούσατο, ἐκρουσάμεθα, ἐκρούσασθε, ἐκρούσαντο
Υποτακτική
κρούσωμαι, κρούσῃ, κρούσηται, κρουσώμεθα, κρούσησθε, κρούσωνται
Ευκτική
κρουσαίμην, κρούσαιο, κρούσαιτο, κρουσαίμεθα, κρούσαισθε, κρούσαιντο
Προστακτική
---, κροῦσαι, κρουσάσθω, ---, κρούσασθε, κρουσάσθων ή κρουσάσθωσαν
Απαρέμφατο
κρούσασθαι
Μετοχή
κρουσάμενος
κρουσαμένη
κρουσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐκρούσθην, ἐκρούσθης, ἐκρούσθη, ἐκρούσθημεν, ἐκρούσθητε, ἐκρούσθησαν
Υποτακτική
κρουσθῶ, κρουσθῇς, κρουσθῇ, κρουσθῶμεν, κρουσθῆτε, κρουσθῶσι(ν)
Ευκτική
κρουσθείην, κρουσθείης, κρουσθείη, κρουσθείημεν ή κρουσθεῖμεν, κρουσθείητε ή κρουσθεῖτε, κρουσθείησαν ή κρουσθεῖεν
Προστακτική
---, κρούσθητι, κρουσθήτω, ---, κρούσθητε, κρουσθέντων ή κρουσθήτωσαν
Απαρέμφατο
κρουσθῆναι
Μετοχή
κρουσθείς
κρουσθεῖσα
κρουσθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κέκρουσμαι, κέκρουσαι, κέκρουσται, κεκρούσμεθα, κέκρουσθε, κεκρουσμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
κεκρουσμένος- κεκρουσμένη-κεκρουσμένον ὦ
κεκρουσμένος- κεκρουσμένη-κεκρουσμένον ᾖς
κεκρουσμένος- κεκρουσμένη-κεκρουσμένον ᾖ
κεκρουσμένοι- κεκρουσμέναι-κεκρουσμένα ὦμεν
κεκρουσμένοι- κεκρουσμέναι-κεκρουσμένα ἦτε
κεκρουσμένοι- κεκρουσμέναι-κεκρουσμένα ὦσι
 
Ευκτική
κεκρουσμένος- κεκρουσμένη-κεκρουσμένον εἴην
κεκρουσμένος- κεκρουσμένη-κεκρουσμένον εἴης
κεκρουσμένος- κεκρουσμένη-κεκρουσμένον εἴη
κεκρουσμένοι- κεκρουσμέναι-κεκρουσμένα εἴημεν (εἶμεν)
κεκρουσμένοι- κεκρουσμέναι-κεκρουσμένα εἴητε (εἶτε)
κεκρουσμένοι- κεκρουσμέναι-κεκρουσμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, κέκρουσο, κεκρούσθω, --- κέκρουσθε, κεκρούσθων ή κεκρούσθωσαν
 
Απαρέμφατο
κεκροῦσθαι
Μετοχή
κεκρουσμένος,
κεκρουσμένη,
κεκρουσμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐκεκρούσμην, ἐκέκρουσο, ἐκέκρουστο, ἐκεκρούσμεθα, ἐκέκρουσθε, κεκρουσμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου