Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δέω-δῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δέω-δῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Hardibudi

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δέω-δῶ»
 
δῶ = δένω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δῶ, δεῖς, δεῖ, δοῦμεν, δεῖτε, δοῦσι(ν)
Υποτακτική
δῶ, δῇς, δῇ, δῶμεν, δῆτε, δῶσι(ν)
Ευκτική
----
Προστακτική
----
Απαρέμφατο
δεῖν
Μετοχή
δῶν, δοῦσα, δοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔδουν, ἔδεις, ἔδει, ἐδοῦμεν, ἐδεῖτε, ἔδουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
δήσω, δήσεις, δήσει, δήσομεν, δήσετε, δήσουσι(ν)
Ευκτική
δήσοιμι, δήσοις, δήσοι, δήσοιμεν, δήσοιτε, δήσοιεν
Απαρέμφατο
δήσειν
Μετοχή
δήσων, δήσουσα, δῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἔδησα, ἔδησας, ἔδησε(ν), ἐδήσαμεν, ἐδήσατε, ἔδησαν
Υποτακτική
δήσω, δήσῃς, δήσῃ, δήσωμεν, δήσητε, δήσωσι(ν)
Ευκτική
δήσαιμι, δήσαις ή δήσειας, δήσαι ή δήσαιε(ν) δήσαιμεν, δήσαιτε, δήσαιεν ή δήσειαν
Προστακτική
---, δῆσον, δησάτω, ---, δήσατε, δησάντων (ή δησάτωσαν)
Απαρέμφατο
δῆσαι
Μετοχή
δήσας, δήσασα, δῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δέδεκα, δέδεκας, δέδεκε, δεδέκαμεν, δεδέκατε, δεδέκασι(ν)
 
Υποτακτική
δεδεκώς- δεδεκυῖα- δεδεκός ὦ
δεδεκώς- δεδεκυῖα- δεδεκός ᾖς
δεδεκώς- δεδεκυῖα- δεδεκός ᾖ
δεδεκότες- δεδεκυῖαι- δεδεκότα ὦμεν
δεδεκότες- δεδεκυῖαι- δεδεκότα ἦτε
δεδεκότες- δεδεκυῖαι- δεδεκότα ὦσι
 
Ευκτική
δεδεκώς- δεδεκυῖα- δεδεκός εἴην
δεδεκώς- δεδεκυῖα- δεδεκός εἴης
δεδεκώς- δεδεκυῖα- δεδεκός εἴη
δεδεκότες- δεδεκυῖαι- δεδεκότα εἴημεν (εἶμεν)
δεδεκότες- δεδεκυῖαι- δεδεκότα εἴητε (εἶτε)
δεδεκότες- δεδεκυῖαι- δεδεκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
δεδεκώς- δεδεκυῖα- δεδεκός ἴσθι
δεδεκώς- δεδεκυῖα- δεδεκός ἔστω
---
δεδεκότες- δεδεκυῖαι- δεδεκότα ἔστε
δεδεκότες- δεδεκυῖαι- δεδεκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
δεδεκέναι
Μετοχή
δεδεκώς- δεδεκυῖα- δεδεκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδέκειν, ἐδεδέκεις, ἐδεδέκει, ἐδεδέκεμεν, ἐδεδέκετε, ἐδεδέκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δοῦμαι, δῇ ή δεῖ, δεῖται, δοῦμεθα, δεῖσθε, δοῦνται
Υποτακτική
δῶμαι, δῇ, δῆται, δώμεθα, δῆσθε, δῶνται
Ευκτική
δοίμην, δοῖο, δοῖτο, δοίμεθα, δοῖσθε, δοῖντο
Προστακτική
----
Απαρέμφατο
δεῖσθαι
Μετοχή
δούμενος
δουμένη
δούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδούμην, ἐδοῦ, ἐδεῖτο, ἐδούμεθα, ἐδεῖσθε, ἐδοῦντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
δεθήσομαι, δεθήσῃ ή δεθήσει, δεθήσεται, δεθησόμεθα, δεθήσεσθε, δεθήσονται
Ευκτική
δεθησοίμην, δεθήσοιο, δεθήσοιτο, δεθησοίμεθα, δεθήσοισθε, δεθήσοιντο
Απαρέμφατο
δεθήσεσθαι
Μετοχή
δεθησόμενος
δεθησομένη
δεθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐδέθην, ἐδέθης, ἐδέθη, ἐδέθημεν, ἐδέθητε, ἐδέθησαν
Υποτακτική
δεθῶ, δεθῇς, δεθῇ, δεθῶμεν, δεθῆτε, δεθῶσι(ν)
Ευκτική
δεθείην, δεθείης, δεθείη, δεθείημεν ή δεθεῖμεν, δεθείητε ή δεθεῖτε, δεθείησαν ή δεθεῖεν
Προστακτική
---, δέθητι, δεθήτω, ---, δέθητε, δεθέντων ή δεθήτωσαν
Απαρέμφατο
δεθῆναι
Μετοχή
δεθείς
δεθεῖσα
δεθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δέδεμαι, δέδεσαι, δέδεται, δεδέμεθα, δέδεσθε, δέδενται
 
Υποτακτική
δεδεμένος- δεδεμένη- δεδεμένον ὦ
δεδεμένος- δεδεμένη- δεδεμένον ᾖς
δεδεμένος- δεδεμένη- δεδεμένον ᾖ
δεδεμένοι- δεδεμέναι- δεδεμένα ὦμεν
δεδεμένοι- δεδεμέναι- δεδεμένα ἦτε
δεδεμένοι- δεδεμέναι- δεδεμένα ὦσι
 
Ευκτική
δεδεμένος- δεδεμένη- δεδεμένον εἴην
δεδεμένος- δεδεμένη- δεδεμένον εἴης
δεδεμένος- δεδεμένη- δεδεμένον εἴη
δεδεμένοι- δεδεμέναι- δεδεμένα εἴημεν (εἶμεν)
δεδεμένοι- δεδεμέναι- δεδεμένα εἴητε (εἶτε)
δεδεμένοι- δεδεμέναι- δεδεμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, δέδεσο, δεδέσθω, --- δέδεσθε, δεδέσθων ή δεδέσθωσαν
 
Απαρέμφατο
δεδέσθαι
Μετοχή
δεδεμένος,
δεδεμένη,
δεδεμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐδεδέμην, ἐδέδεσο, ἐδέδετο, ἐδεδέμεθα, ἐδέδεσθε, ἐδέδεντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου