Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σήπω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σήπω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Cristopher Ernest 
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σήπω»
 
(σήπω: σαπίζω)
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
σήπω, σήπεις, σήπει, σήπομεν, σήπετε, σήπουσι(ν)
Υποτακτική
σήπω, σήπῃς, σήπῃ, σήπωμεν, σήπητε, σήπωσι(ν)
Ευκτική
σήποιμι, σήποις, σήποι, σήποιμεν, σήποιτε, σήποιεν
Προστακτική
---, σῆπε, σηπέτω, ---, σήπετε, σηπόντων (ή σηπέτωσαν)
Απαρέμφατο
σήπειν
Μετοχή
σήπων, σήπουσα, σῆπον
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
σήπομαι, σήπῃ ή σήπει, σήπεται, σηπόμεθα, σήπεσθε, σήπονται
Υποτακτική
σήπωμαι, σήπῃ, σήπηται, σηπώμεθα, σήπησθε, σήπωνται
Ευκτική
σηποίμην, σήποιο, σήποιτο, σηποίμεθα, σήποισθε, σήποιντο
Προστακτική
---, σήπου, σηπέσθω, ---, σήπεσθε, σηπέσθων ή σηπέσθωσαν
Απαρέμφατο
σήπεσθαι
Μετοχή
σηπόμενος
σηπομένη
σηπόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
σαπήσομαι, σαπήσῃ ή σαπήσει, σαπήσεται, σαπησόμεθα, σαπήσεσθε, σαπήσονται
Ευκτική
σαπησοίμην, σαπήσοιο, σαπήσοιτο, σαπησοίμεθα, σαπήσοισθε, σαπήσοιντο
Απαρέμφατο
σαπήσεσθαι
Μετοχή
σαπησόμενος
σαπησομένη
σαπησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
ἐσάπην, ἐσάπης, ἐσάπη, ἐσάπημεν, ἐσάπητε, ἐσάπησαν
Υποτακτική
σαπῶ, σαπῇς, σαπῇ, σαπῶμεν, σαπῆτε, σαπῶσι(ν)
Ευκτική
σαπείην, σαπείης, σαπείη, σαπείημεν ή σαπεῖμεν, σαπείητε ή σαπεῖτε, σαπείησαν ή σαπεῖεν
Προστακτική
---, σάπηθι, σαπήτω, ---, σάπητε, σαπέντων ή σαπήτωσαν
Απαρέμφατο
σαπῆναι
Μετοχή
σαπείς, σαπεῖσα, σαπέν
 
Παρακείμενος (Ενεργητικός ως μέσος ή παθητικός)
Οριστική
σέσηπα, σέσηπας, σέσηπε, σεσήπαμεν, σεσήπατε, σεσήπασι(ν)
 
Υποτακτική
σεσηπώς- σεσηπυῖα- σεσηπός ὦ
σεσηπώς- σεσηπυῖα- σεσηπός ᾖς
σεσηπώς- σεσηπυῖα- σεσηπός ᾖ
σεσηπότες- σεσηπυῖαι- σεσηπότα ὦμεν
σεσηπότες- σεσηπυῖαι- σεσηπότα ἦτε
σεσηπότες- σεσηπυῖαι- σεσηπότα ὦσι
 
Ευκτική
σεσηπώς- σεσηπυῖα- σεσηπός εἴην
σεσηπώς- σεσηπυῖα- σεσηπός εἴης
σεσηπώς- σεσηπυῖα- σεσηπός εἴη
σεσηπότες- σεσηπυῖαι- σεσηπότα εἴημεν (εἶμεν)
σεσηπότες- σεσηπυῖαι- σεσηπότα εἴητε (εἶτε)
σεσηπότες- σεσηπυῖαι- σεσηπότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
σεσηπώς- σεσηπυῖα- σεσηπός ἴσθι
σεσηπώς- σεσηπυῖα- σεσηπός ἔστω
---
σεσηπότες- σεσηπυῖαι- σεσηπότα ἔστε
σεσηπότες- σεσηπυῖαι- σεσηπότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
σεσηπέναι
Μετοχή
σεσηπώς- σεσηπυῖα- σεσηπός

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου