Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀκολουθέω- ἀκολουθῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀκολουθέω- ἀκολουθῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Wyanne

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀκολουθέω- ἀκολουθῶ»
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀκολουθῶ, ἀκολουθεῖς, ἀκολουθεῖ, ἀκολουθοῦμεν, ἀκολουθεῖτε, ἀκολουθοῦσι(ν)
Υποτακτική
ἀκολουθῶ, ἀκολουθῇς, ἀκολουθῇ, ἀκολουθῶμεν, ἀκολουθῆτε, ἀκολουθῶσι(ν)
Ευκτική
ἀκολουθοῖμι, ἀκολουθοῖς, ἀκολουθοῖ (ή ἀκολουθοίην, ἀκολουθοίης, ἀκολουθοίη), ἀκολουθοῖμεν, ἀκολουθοῖτε, ἀκολουθοῖεν
Προστακτική
---, ἀκολούθει, ἀκολουθείτω, ---, ἀκολουθεῖτε, ἀκολουθούντων
Απαρέμφατο
ἀκολουθεῖν
Μετοχή
ἀκολουθῶν, ἀκολουθοῦσα, ἀκολουθοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἠκολούθουν, ἠκολούθεις, ἠκολούθει, ἠκολουθοῦμεν, ἠκολουθεῖτε, ἠκολούθουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀκολουθήσω, ἀκολουθήσεις, ἀκολουθήσει, ἀκολουθήσομεν, ἀκολουθήσετε, ἀκολουθήσουσι(ν)
Ευκτική
ἀκολουθήσοιμι, ἀκολουθήσοις, ἀκολουθήσοι, ἀκολουθήσοιμεν, ἀκολουθήσοιτε, ἀκολουθήσοιεν
Απαρέμφατο
ἀκολουθήσειν
Μετοχή
ἀκολουθήσων, ἀκολουθήσουσα, ἀκολουθῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἠκολούθησα, ἠκολούθησας, ἠκολούθησε(ν), ἠκολουθήσαμεν, ἠκολουθήσατε, ἠκολούθησαν
Υποτακτική
ἀκολουθήσω, ἀκολουθήσῃς, ἀκολουθήσῃ, ἀκολουθήσωμεν, ἀκολουθήσητε, ἀκολουθήσωσι(ν)
Ευκτική
ἀκολουθήσαιμι, ἀκολουθήσαις - ἀκολουθήσειας, ἀκολουθήσαι - ἀκολουθήσειε(ν), ἀκολουθήσαιμεν, ἀκολουθήσαιτε, ἀκολουθήσαιεν - ἀκολουθήσειαν
Προστακτική
---, ἀκολούθησον, ἀκολουθησάτω, ---, ἀκολουθήσατε, ἀκολουθησάντων (ή ἀκολουθησάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀκολουθῆσαι
Μετοχή
ἀκολουθήσας, ἀκολουθήσασα, ἀκολουθῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἠκολούθηκα, ἠκολούθηκας, ἠκολούθηκε, ἠκολουθήκαμεν, ἠκολουθήκατε, ἠκολουθήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός ὦ
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός ᾖς
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός ᾖ
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα ὦμεν
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα ἦτε
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός εἴην
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός εἴης
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός εἴη
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα εἴητε (εἶτε)
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός ἴσθι
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός ἔστω
---
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα ἔστε
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἠκολουθηκέναι
Μετοχή
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἠκολουθήκειν, ἠκολουθήκεις, ἠκολουθήκει, ἠκολουθήκεμεν, ἠκολουθήκετε, ἠκολουθήκεσαν
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου