Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σκυλεύω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σκυλεύω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Jacques Louis David

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σκυλεύω»
 
(σκυλεύω = απογυμνώνω, αφαιρώ τα όπλα ή τα ρούχα φονευθέντος εχθρού)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
σκυλεύω, σκυλεύεις, σκυλεύει, σκυλεύομεν, σκυλεύετε, σκυλεύουσι(ν)
Υποτακτική
σκυλεύω, σκυλεύῃς, σκυλεύῃ, σκυλεύωμεν, σκυλεύητε, σκυλεύωσι(ν)
Ευκτική
σκυλεύοιμι, σκυλεύοις, σκυλεύοι, σκυλεύοιμεν, σκυλεύοιτε, σκυλεύοιεν
Προστακτική
---, σκύλευε, σκυλευέτω, ---, σκυλεύετε, σκυλευόντων (ή σκυλευέτωσαν)
Απαρέμφατο
σκυλεύειν
Μετοχή
σκυλεύων, σκυλεύουσα, σκυλεῦον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐσκύλευον, ἐσκύλευες, ἐσκύλευε, ἐσκυλεύομεν, ἐσκυλεύετε, ἐσκύλευον
 
Μέλλοντας
Οριστική
σκυλεύσω, σκυλεύσεις, σκυλεύσει, σκυλεύσομεν, σκυλεύσετε, σκυλεύσουσι(ν)
Ευκτική
σκυλεύσοιμι, σκυλεύσοις, σκυλεύσοι, σκυλεύσοιμεν, σκυλεύσοιτε, σκυλεύσοιεν
Απαρέμφατο
σκυλεύσειν
Μετοχή
σκυλεύσων, σκυλεύσουσα, σκυλεῦσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐσκύλευσα, ἐσκύλευσας, ἐσκύλευσε(ν), ἐσκυλεύσαμεν, ἐσκυλεύσατε, ἐσκύλευσαν
Υποτακτική
σκυλεύσω, σκυλεύσῃς, σκυλεύσῃ, σκυλεύσωμεν, σκυλεύσητε, σκυλεύσωσι(ν)
Ευκτική
σκυλεύσαιμι, σκυλεύσαις ή σκυλεύσειας, σκυλεύσαι ή σκυλεύσειε(ν), σκυλεύσαιμεν, σκυλεύσαιτε, σκυλεύσαιεν ή σκυλεύσειαν
Προστακτική
---, σκύλευσον, σκυλευσάτω, ---, σκυλεύσατε, σκυλευσάντων (ή σκυλευσάτωσαν)
Απαρέμφατο
σκυλεῦσαι
Μετοχή
σκυλεύσας, σκυλεύσασα, σκυλεῦσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
σκυλεύομαι, σκυλεύῃ ή σκυλεύει, σκυλεύεται, σκυλευόμεθα, σκυλεύεσθε, σκυλεύονται
Υποτακτική
σκυλεύωμαι, σκυλεύῃ, σκυλεύηται, σκυλευώμεθα, σκυλεύησθε, σκυλεύωνται
Ευκτική
σκυλευοίμην, σκυλεύοιο, σκυλεύοιτο, σκυλευοίμεθα, σκυλεύοισθε, σκυλεύοιντο
Προστακτική
---, σκυλεύου, σκυλευέσθω, ---, σκυλεύεσθε, σκυλευέσθων ή σκυλευέσθωσαν
Απαρέμφατο
σκυλεύεσθαι
Μετοχή
σκυλευόμενος
σκυλευομένη
σκυλευόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐσκυλευόμην, ἐσκυλεύου, ἐσκυλεύετο, ἐσκυλευόμεθα, ἐσκυλεύεσθε, ἐσκυλεύοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
σκυλευθήσομαι, σκυλευθήσῃ ή σκυλευθήσει, σκυλευθήσεται, σκυλευθησόμεθα, σκυλευθήσεσθε, σκυλευθήσονται
Ευκτική
σκυλευθησοίμην, σκυλευθήσοιο, σκυλευθήσοιτο, σκυλευθησοίμεθα, σκυλευθήσοισθε, σκυλευθήσοιντο
Απαρέμφατο
σκυλευθήσεσθαι
Μετοχή
σκυλευθησόμενος
σκυλευθησομένη
σκυλευθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐσκυλεύθην, ἐσκυλεύθης, ἐσκυλεύθη, ἐσκυλεύθημεν, ἐσκυλεύθητε, ἐσκυλεύθησαν
Υποτακτική
σκυλευθῶ, σκυλευθῇς, σκυλευθῇ, σκυλευθῶμεν, σκυλευθῆτε, σκυλευθῶσι(ν)
Ευκτική
σκυλευθείην, σκυλευθείης, σκυλευθείη, σκυλευθείημεν ή σκυλευθεῖμεν, σκυλευθείητε ή σκυλευθεῖτε, σκυλευθείησαν ή σκυλευθεῖεν
Προστακτική
---, σκυλεύθητι, σκυλευθήτω, ---, σκυλεύθητε, σκυλευθέντων ή σκυλευθήτωσαν
Απαρέμφατο
σκυλευθῆναι
Μετοχή
σκυλευθείς
σκυλευθεῖσα
σκυλευθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἐσκύλευμαι, ἐσκύλευσαι, ἐσκύλευται, ἐσκυλεύμεθα, ἐσκύλευσθε, ἐσκύλευνται
 
Υποτακτική
ἐσκυλευμένος- ἐσκυλευμένη- ἐσκυλευμένον ὦ
ἐσκυλευμένος- ἐσκυλευμένη- ἐσκυλευμένον ᾖς
ἐσκυλευμένος- ἐσκυλευμένη- ἐσκυλευμένον ᾖ
ἐσκυλευμένοι- ἐσκυλευμέναι- ἐσκυλευμένα ὦμεν
ἐσκυλευμένοι- ἐσκυλευμέναι- ἐσκυλευμένα ἦτε
ἐσκυλευμένοι- ἐσκυλευμέναι- ἐσκυλευμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἐσκυλευμένος- ἐσκυλευμένη- ἐσκυλευμένον εἴην
ἐσκυλευμένος- ἐσκυλευμένη- ἐσκυλευμένον εἴης
ἐσκυλευμένος- ἐσκυλευμένη- ἐσκυλευμένον εἴη
ἐσκυλευμένοι- ἐσκυλευμέναι- ἐσκυλευμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἐσκυλευμένοι- ἐσκυλευμέναι- ἐσκυλευμένα εἴητε (εἶτε)
ἐσκυλευμένοι- ἐσκυλευμέναι- ἐσκυλευμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἐσκύλευσο, ἐσκυλεύσθω, --- ἐσκύλευσθε, ἐσκυλεύσθων ή ἐσκυλεύσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἐσκυλεῦσθαι
Μετοχή
ἐσκυλευμένος,
ἐσκυλευμένη,
ἐσκυλευμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐσκυλεύμην, ἐσκύλευσο, ἐσκύλευτο, ἐσκυλεύμεθα, ἐσκύλευσθε, ἐσκύλευντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου