Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐτυχέω-ῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐτυχέω-ῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Madame Memento

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐτυχέω-ῶ»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
εὐτυχῶ, εὐτυχεῖς, εὐτυχεῖ, εὐτυχοῦμεν, εὐτυχεῖτε, εὐτυχοῦσι(ν)
Υποτακτική
εὐτυχῶ, εὐτυχῇς, εὐεργετῇ, εὐτυχῶμεν, εὐτυχῆτε, εὐτυχῶσι(ν)
Ευκτική
εὐτυχοῖμι, εὐτυχοῖς, εὐτυχοῖ, ή εὐτυχοίην, εὐτυχοίης, εὐτυχοίη, εὐτυχοῖμεν, εὐτυχοῖτε, εὐτυχοῖεν
Προστακτική
---, εὐτύχει, εὐτυχείτω, ---, εὐτυχεῖτε, εὐτυχούντων (ή εὐτυχείτωσαν)
Απαρέμφατο
εὐτυχεῖν
Μετοχή
εὐτυχῶν, εὐτυχοῦσα, εὐτυχοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ηὐτήχουν, ηὐτύχεις, ηὐτύχει, ηὐτυχοῦμεν, ηὐτυχεῖτε, ηὐτύχουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
εὐτυχήσω, εὐτυχήσεις, εὐτυχήσει, εὐτυχήσομεν, εὐτυχήσετε, εὐτυχήσουσι(ν)
Ευκτική
εὐτυχήσοιμι, εὐτυχήσοις, εὐτυχήσοι, εὐτυχήσοιμεν, εὐτυχήσοιτε, εὐτυχήσοιεν
Απαρέμφατο
εὐτυχήσειν
Μετοχή
εὐτυχήσων, εὐτυχήσουσα, εὐτυχῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ηὐτύχησα, ηὐτύχησας, ηὐτύχησε(ν), ηὐτυχήσαμεν, ηὐτυχήσατε, ηὐτύχησαν
Υποτακτική
εὐτυχήσω, εὐτυχήσῃς, εὐτυχήσῃ, εὐτυχήσωμεν, εὐτυχήσητε, εὐτυχήσωσι(ν)
Ευκτική
εὐτυχήσαιμι, εὐτυχήσαις ή εὐτυχήσειας, εὐτυχήσαι ή εὐτυχήσαιε(ν) εὐτυχήσαιμεν, εὐτυχήσαιτε, εὐτυχήσαιεν ή εὐτυχήσειαν
Προστακτική
---, εὐτύχησον, εὐτυχησάτω, ---, εὐτυχήσατε, εὐτυχησάντων (ή εὐτυχησάτωσαν)
Απαρέμφατο
εὐτυχῆσαι
Μετοχή
εὐτυχήσας, εὐτυχήσασα, εὐτυχῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ηὐτύχηκα, ηὐτύχηκας, ηὐτύχηκε, ηὐτυχήκαμεν, ηὐτυχήκατε, ηὐτυχήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ηὐτυχηκώς- ηὐτυχηκυῖα- ηὐτυχηκός ὦ
ηὐτυχηκώς- ηὐτυχηκυῖα- ηὐτυχηκός ᾖς
ηὐτυχηκώς- ηὐτυχηκυῖα- ηὐτυχηκός ᾖ
ηὐτυχηκότες- ηὐτυχηκυῖαι- ηὐτυχηκότα ὦμεν
ηὐτυχηκότες- ηὐτυχηκυῖαι- ηὐτυχηκότα ἦτε
ηὐτυχηκότες- ηὐτυχηκυῖαι- ηὐτυχηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ηὐτυχηκώς- ηὐτυχηκυῖα- ηὐτυχηκός εἴην
ηὐτυχηκώς- ηὐτυχηκυῖα- ηὐτυχηκός εἴης
ηὐτυχηκώς- ηὐτυχηκυῖα- ηὐτυχηκός εἴη
ηὐτυχηκότες- ηὐτυχηκυῖαι- ηὐτυχηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ηὐτυχηκότες- ηὐτυχηκυῖαι- ηὐτυχηκότα εἴητε (εἶτε)
ηὐτυχηκότες- ηὐτυχηκυῖαι- ηὐτυχηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ηὐτυχηκώς- ηὐτυχηκυῖα- ηὐτυχηκός ἴσθι
ηὐτυχηκώς- ηὐτυχηκυῖα- ηὐτυχηκός ἔστω
---
ηὐτυχηκότες- ηὐτυχηκυῖαι- ηὐτυχηκότα ἔστε
ηὐτυχηκότες- ηὐτυχηκυῖαι- ηὐτυχηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ηὐτυχηκέναι
Μετοχή
ηὐτυχηκώς- ηὐτυχηκυῖα- ηὐτυχηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ηὐτυχήκειν, ηὐτυχήκεις, ηὐτυχήκει, ηὐτυχήκεμεν, ηὐτυχήκετε, ηὐτυχήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
εὐτυχοῦμαι, εὐτυχῇ ή εὐτυχεῖ, εὐτυχεῖται, εὐτυχοῦμεθα, εὐτυχεῖσθε, εὐτυχοῦνται
Υποτακτική
εὐτυχῶμαι, εὐτυχῇ, εὐτυχῆται, εὐτυχώμεθα, εὐτυχῆσθε, εὐτυχῶνται
Ευκτική
εὐτυχοίμην, εὐτυχοῖο, εὐτυχοῖτο, εὐτυχοίμεθα, εὐτυχοῖσθε, εὐτυχοῖντο
Προστακτική
---,εὐτυχοῦ, εὐτυχείσθω, ---, εὐτυχεῖσθε, εὐτυχείσθων ή εὐτυχείσθωσαν
Απαρέμφατο
εὐτυχεῖσθαι
Μετοχή
εὐτυχούμενος
εὐτυχουμένη
εὐτυχούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ηὐτυχούμην, ηὐτυχοῦ, ηὐτυχεῖτο, ηὐτυχούμεθα, ηὐτυχεῖσθε, ηὐτυχοῦντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ηὐτυχήθην, ηὐτυχήθης, ηὐτυχήθη, ηὐτυχήθημεν, ηὐτυχήθητε, ηὐτυχήθησαν
Υποτακτική
εὐτυχηθῶ, εὐτυχηθῇς, εὐτυχηθῇ, εὐτυχηθῶμεν, εὐτυχηθῆτε, εὐτυχηθῶσι(ν)
Ευκτική
εὐετυχηθείην, εὐτυχηθείης, εὐτυχηθείη, εὐτυχηθείημεν ή εὐτυχηθεῖμεν, εὐτυχηθείητε ή εὐτυχηθεῖτε, εὐτυχηθείησαν ή εὐτυχηθεῖεν
Προστακτική
---, εὐτυχήθητι, εὐτυχηθήτω, ---, εὐτυχήθητε, εὐτυχηθέντων ή εὐτυχηθήτωσαν
Απαρέμφατο
εὐτυχηθῆναι
Μετοχή
εὐτυχηθείς
εὐτυχηθεῖσα
εὐτυχηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ηὐτύχημαι, ηὐτύχησαι, ηὐτύχηται, ηὐτυχήμεθα, ηὐτύχησθε, ηὐτύχηνται
 
Υποτακτική
ηὐτυχημένος- ηὐτυχημένη- ηὐτυχημένον ὦ
ηὐτυχημένος- ηὐτυχημένη- ηὐτυχημένον ᾖς
ηὐτυχημένος- ηὐτυχημένη- ηὐτυχημένον ᾖ
ηὐτυχημένοι- ηὐτυχημέναι- ηὐτυχημένα ὦμεν
ηὐτυχημένοι- ηὐτυχημέναι- ηὐτυχημένα ἦτε
ηὐτυχημένοι- ηὐτυχημέναι- ηὐτυχημένα ὦσι
 
Ευκτική
ηὐτυχημένος- ηὐτυχημένη- ηὐτυχημένον εἴην
ηὐτυχημένος- ηὐτυχημένη- ηὐτυχημένον εἴης
ηὐτυχημένος- ηὐτυχημένη- ηὐτυχημένον εἴη
ηὐτυχημένοι- ηὐτυχημέναι- ηὐτυχημένα εἴημεν (εἶμεν)
ηὐτυχημένοι- ηὐτυχημέναι- ηὐτυχημένα εἴητε (εἶτε)
ηὐτυχημένοι- ηὐτυχημέναι- ηὐτυχημένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ηὐτύχησο, ηὐτυχήσθω, --- ηὐτύχησθε, ηὐτυχήσθων ή ηὐτυχήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ηὐτυχῆσθαι
Μετοχή
ηὐτυχημένος,
ηὐτυχημένη,
ηὐτυχημένον
 
Υπερσυντέλικος
ηὐτυχήμην, ηὐτύχησο, ηὐτύχητο, ηὐτυχήμεθα, ηὐτύχησθε, ηὐτύχηντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου