Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀχλέω - ὀχλῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀχλέω - ὀχλῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀχλέω - ὀχλῶ»
 
ὀχλῶ: κινώ, ταράζω, ενοχλώ
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὀχλῶ, ὀχλεῖς, ὀχλεῖ, ὀχλοῦμεν, ὀχλεῖτε, ὀχλοῦσι(ν)
Υποτακτική
ὀχλῶ, ὀχλῇς, ὀχλῇ, ὀχλῶμεν, ὀχλῆτε, ὀχλῶσι(ν)
Ευκτική
ὀχλοῖμι, ὀχλοῖς, ὀχλοῖ ή ὀχλοίην, ὀχλοίης, ὀχλοίη, ὀχλοῖμεν, ὀχλοῖτε, ὀχλοῖεν
Προστακτική
---, ὄχλει, ὀχλείτω, ---, ὀχλεῖτε, ὀχλούντων (ή ὀχλείτωσαν)
Απαρέμφατο
ὀχλεῖν
Μετοχή
ὀχλῶν, ὀχλοῦσα, ὀχλοῦν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὀχλῶν, τοῦ ὀχλοῦντος, τῷ ὀχλοῦντι, τόν ὀχλοῦντα, ὦ ὀχλῶν
οἱ ὀχλοῦντες, τῶν ὀχλούντων, τοῖς ὀχλοῦσι, τούς ὀχλοῦντας, ὦ ὀχλοῦντες
Θηλυκό
ἡ ὀχλοῦσα, τῆς ὀχλούσης, τῇ ὀχλούσῃ, τήν ὀχλοῦσαν, ὦ ὀχλοῦσα
αἱ ὀχλοῦσαι, τῶν ὀχλουσῶν, ταῖς ὀχλούσαις, τάς ὀχλούσας, ὦ ὀχλοῦσαι
Ουδέτερο
τό ὀχλοῦν, τοῦ ὀχλοῦντος, τῷ ὀχλοῦντι, τό ὀχλοῦν, ὦ ὀχλοῦν
τά ὀχλοῦντα, τῶν ὀχλούντων, τοῖς ὀχλοῦσι, τά ὀχλοῦντα, ὦ ὀχλοῦντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ὤχλουν, ὤχλεις, ὤχλει, ὠχλοῦμεν, ὠχλεῖτε, ὤχλουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὀχλήσω, ὀχλήσεις, ὀχλήσει, ὀχλήσομεν, ὀχλήσετε, ὀχλήσουσι(ν)
Ευκτική
ὀχλήσοιμι, ὀχλήσοις, ὀχλήσοι, ὀχλήσοιμεν, ὀχλήσοιτε, ὀχλήσοιεν
Απαρέμφατο
ὀχλήσειν
Μετοχή
ὀχλήσων, ὀχλήσουσα, ὀχλῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ὤχλησα, ὤχλησας, ὤχλησε(ν), ὠχλήσαμεν, ὠχλήσατε, ὤχλησαν
Υποτακτική
ὀχλήσω, ὀχλήςῃς, ὀχλήςῃ, ὀχλήσωμεν, ὀχλήσητε, ὀχλήσωσι(ν)
Ευκτική
ὀχλήσαιμι, ὀχλήσαις ή ὀχλήσειας, ὀχλήσαι ή ὀχλήσειε(ν), ὀχλήσαιμεν, ὀχλήσαιτε, ὀχλήσαιεν ή ὀχλήσειαν
Προστακτική
---, ὄχλησον, ὀχλησάτω, ---, ὀχλήσατε, ὀχλησάντων (ή ὀχλησάτωσαν)
Απαρέμφατο
ὀχλῆσαι
Μετοχή
ὀχλήσας, ὀχλήσασα, ὀχλῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὤχληκα, ὤχληκας, ὤχληκε, ὠχλήκαμεν, ὠχλήκατε, ὠχλήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ὠχληκώς- ὠχληκυῖα- ὠχληκός ὦ
ὠχληκώς- ὠχληκυῖα- ὠχληκός ᾖς
ὠχληκώς- ὠχληκυῖα- ὠχληκός ᾖ
ὠχληκότες- ὠχληκυῖαι- ὠχληκότα ὦμεν
ὠχληκότες- ὠχληκυῖαι- ὠχληκότα ἦτε
ὠχληκότες- ὠχληκυῖαι- ὠχληκότα ὦσι(ν)
 
Ευκτική
ὠχληκώς- ὠχληκυῖα- ὠχληκός εἴην
ὠχληκώς- ὠχληκυῖα- ὠχληκός εἴης
ὠχληκώς- ὠχληκυῖα- ὠχληκός εἴη
ὠχληκότες- ὠχληκυῖαι- ὠχληκότα εἴημεν (εἶμεν)
ὠχληκότες- ὠχληκυῖαι- ὠχληκότα εἴητε (εἶτε)
ὠχληκότες- ὠχληκυῖαι- ὠχληκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ὠχληκώς- ὠχληκυῖα- ὠχληκός ἴσθι
ὠχληκώς- ὠχληκυῖα- ὠχληκός ἔστω
---
ὠχληκότες- ὠχληκυῖαι- ὠχληκότα ἔστε
ὠχληκότες- ὠχληκυῖαι- ὠχληκότα ἔστων (ή ἔστωσαν)
 
Απαρέμφατο
ὠχληκέναι
Μετοχή
ὠχληκώς, ὠχληκυῖα, ὠχληκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ὠχλήκειν, ὠχλήκεις, ὠχλήκει, ὠχλήκεμεν, ὠχλήκετε, ὠχλήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὀχλοῦμαι, ὀχλῇ ή ὀχλεῖ, ὀχλεῖται, ὀχλούμεθα, ὀχλεῖσθε, ὀχλοῦνται
Υποτακτική
ὀχλῶμαι, ὀχλῇ, ὀχλῆται, ὀχλώμεθα, ὀχλῆσθε, ὀχλῶνται
Ευκτική
ὀχλοίμην, ὀχλοῖο, ὀχλοῖτο, ὀχλοίμεθα, ὀχλοῖσθε, ὀχλοῖντο
Προστακτική
---, ὀχλοῦ, ὀχλείσθω, ---, ὀχλεῖσθε, ὀχλείσθων ή ὀχλείσθωσαν
Απαρέμφατο
ὀχλεῖσθαι
Μετοχή
ὀχλούμενος
ὀχλουμένη
ὀχλούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ὠχλούμην, ὠχλοῦ, ὠχλεῖτο, ὠχλούμεθα, ὠχλεῖσθε, ὠχλοῦντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ὀχληθήσομαι, ὀχληθήσῃ ή ὀχληθήσει, ὀχληθήσεται, ὀχληθησόμεθα, ὀχληθήσεσθε, ὀχληθήσονται
Ευκτική
ὀχληθησοίμην, ὀχληθήσοιο, ὀχληθήσοιτο, ὀχληθησοίμεθα, ὀχληθήσοισθε, ὀχληθήσοιντο
Απαρέμφατο
ὀχληθήσεσθαι
Μετοχή
ὀχληθησόμενος
ὀχληθησομένη
ὀχληθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ὠχλήθην, ὠχλήθης, ὠχλήθη, ὠχλήθημεν, ὠχλήθητε, ὠχλήθησαν
Υποτακτική
ὀχληθῶ, ὀχληθῇς, ὀχληθῇ, ὀχληθῶμεν, ὀχληθῆτε, ὀχληθῶσι(ν)
Ευκτική
ὀχληθείην, ὀχληθείης, ὀχληθείη, ὀχληθείημεν ή ὀχληθεῖμεν, ὀχληθείητε ή ὀχληθεῖτε, ὀχληθείησαν ή ὀχληθεῖεν
Προστακτική
---, ὀχλήθητι, ὀχληθήτω, ---, ὀχλήθητε, ὀχληθέντων ή ὀχληθήτωσαν
Απαρέμφατο
ὀχληθῆναι
Μετοχή
ὀχληθείς
ὀχληθεῖσα
ὀχληθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὤχλημαι, ὤχλησαι, ὤχληται, ὠχλήμεθα, ὤχλησθε, ὤχληνται
 
Υποτακτική
ὠχλημένος- ὠχλημένη- ὠχλημένον ὦ
ὠχλημένος- ὠχλημένη- ὠχλημένον ᾖς
ὠχλημένος- ὠχλημένη- ὠχλημένον ᾖ
ὠχλημένοι- ὠχλημέναι- ὠχλημένα ὦμεν
ὠχλημένοι- ὠχλημέναι- ὠχλημένα ἦτε
ὠχλημένοι- ὠχλημέναι- ὠχλημένα ὦσι(ν)
 
Ευκτική
ὠχλημένος- ὠχλημένη- ὠχλημένον εἴην
ὠχλημένος- ὠχλημένη- ὠχλημένον εἴης
ὠχλημένος- ὠχλημένη- ὠχλημένον εἴη
ὠχλημένοι- ὠχλημέναι- ὠχλημένα εἴημεν (εἶμεν)
ὠχλημένοι- ὠχλημέναι- ὠχλημένα εἴητε (εἶτε)
ὠχλημένοι- ὠχλημέναι- ὠχλημένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ὤχλησο, ὠχλήσθω, ---, ὤχλησθε, ὠχλήσθων ή ὠχλήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ὠχλῆσθαι
Μετοχή
ὠχλημένος,
ὠχλημένη,
ὠχλημένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ὠχλήμην, ὤχλησο, ὤχλητο, ὠχλήμεθα, ὤχλησθε, ὤχληντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου