Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 14: Ηθική αρετή και μεσότητα | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 14: Ηθική αρετή και μεσότητα

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 14: Ηθική αρετή και μεσότητα
 
Διδακτική Ενότητα 14: Ηθική αρετή και μεσότητα
Το πεδίο των ἕξεων και της ηθικής είναι οι πράξεις και τα πάθη των ανθρώπων μέσα στην οργανωμένη κοινωνία. Τα πάθη (η επιθυμία, η οργή, ο φόβος, το θάρρος, ο φθόνος, η χαρά, ο πόθος, το μίσος κ.ά.) είναι φυσιολογικά βιώματα της ψυχής, δεδομένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Από μόνα τους τα περισσότερα πάθη δεν επιδέχονται ηθικούς προσδιορισμούς, δεν είναι εξαρχής ούτε καλά ούτε κακά. Συνεπώς, η αρετή δεν είναι ένα πάθος. Είναι, όμως, μια παγιωμένη στάση του ανθρώπου απέναντι στα πάθη: η αποφυγή της υπερβολής και της έλλειψης και η αναζήτηση του μέτρου στη βίωση των παθών. Πώς, όμως, ορίζεται αυτό το μέτρο;
 
Κείμενο αναφοράς
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Β 6.4-8, 1106a26-b7
Ἐν παντί δή συνεχεῖ καί διαιρετῷ ἔστι λαβεῖν τό μέν πλεῖον τό δ’ ἔλαττον τό δ’ ἴσον, και ταῦτα ἤ κατ’ αὐτό τό πρᾶγμα ἤ πρός ἡμᾶς [...]. Λέγω δέ τοῦ μέν πράγματος μέσον το ἴσον ἀπέχον ἀφ’ ἑκατέρου τῶν ἄκρων, ὅπερ ἐστίν ἕν καί τό αὐτό πᾶσιν, πρός ἡμᾶς δε ὅ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει· τοῦτο δ’ οὐχ ἕν, οὐδέ ταὐτόν πᾶσιν. Οἷον εἰ τά δέκα πολλά τά δέ δύο ὀλίγα, τά ἕξ μέσα λαμβάνουσι κατά τό πρᾶγμα· ἴσῳ γάρ ὑπερέχει τε καί ὑπερέχεται· τοῦτο δέ μέσον ἐστί κατά τήν ἀριθμητικήν ἀναλογίαν. Τό δέ προς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον· οὐ γάρ εἴ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολύ δύο δέ ὀλίγον, ὁ ἀλείπτης ἕξ μνᾶς προστάξει· ἔστι γάρ ἴσως καί τοῦτο πολύ τῷ ληψομένῳ ἤ ὀλίγον· Μίλωνι μέν γάρ ὀλίγον, τῷ δέ ἀρχομένῳ τῶν γυμνασίων πολύ. Ὁμοίως ἐπί δρόμου καί πάλης. Οὕτω δή πᾶς ἐπιστήμων τήν ὑπερβολήν μέν και τήν ἔλλειψιν φεύγει, τό δέ μέσον ζητεῖ και τοῦθ’ αἱρεῖται, μέσον δέ οὐ τό τοῦ πράγματος ἀλλά τό πρός ἡμᾶς.
 
Μετάφραση
Διαιρώντας κάτι που έχει για γνωρίσματά του τη συνέχεια και τη διαιρετότητα μπορούμε να έχουμε ή δύο άνισα μεταξύ τους μέρη (ένα μικρότερο και ένα μεγαλύτερο) ή δύο ίσα μέρη, και αυτό είτε σε σχέση προς το ίδιο το πράγμα είτε σε σχέση προς εμάς. Ίσο θα πει: κάτι που βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Όταν λέω «μέσον σε σχέση προς το πράγμα», εννοώ «αυτό που απέχει εξίσου από καθένα από τα δύο άκρα»⸱ αυτό, φυσικά, είναι ένα, και το ίδιο για όλους⸱ όταν, πάλι, λέω «μέσον σε σχέση προς εμάς», εννοώ «αυτό που δεν είναι ούτε πάρα πολύ ούτε πολύ λίγο», κάτι που, βέβαια, δεν είναι ούτε ένα ούτε το ίδιο για όλους. Παράδειγμα: Αν τα δέκα είναι πολλά και τα δύο λίγα, μέσον σε σχέση προς το πράγμα λέμε πως είναι το έξι, αφού αυτό υπερέχει και υπερέχεται κατά τον ίδιο αριθμό μονάδων.
Αυτό βέβαια είναι το μέσον όπως το διδάσκει η αριθμητική. Το μέσον όμως το σε σχέση προς εμάς δεν θα το ορίσουμε έτσι. γιατί αν για ένα άτομο είναι πολύ το να φάει δέκα «μερίδες» και λίγο το να φάει δύο, δεν θα πει πως ο προπονητής θα ορίσει έξι «μερίδες», γιατί και αυτή η ποσότητα μπορεί να είναι πολλή γι’ αυτόν που θα τη φάει ή λίγη: λίγη για έναν Μίλωνα, πολλή για τον αρχάριο στη γύμναση. Το ίδιο ισχύει και στο τρέξιμο ή την πάλη. Συμπέρασμα: Ο ειδήμονας αποφεύγει την υπερβολή ή την έλλειψη και ψάχνει να βρει το μέσον⸱ αυτό είναι η τελική του προτίμηση -φυσικά όχι το μέσον το σε σχέση προς το πράγμα, αλλά το σε σχέση προς εμάς.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
 
συνεχές καί διαιρετόν: Ο Αριστοτέλης ορίζει το συνεχές ως αυτό που επιδέχεται διαίρεση επ’ άπειρον (Περί οὐρανοῦ 268a6-7). Η έννοια του συνεχούς αποτελεί κεντρικό θέμα της αριστοτελικής φυσικής. Στα συνεχή ανήκουν τόσο η κίνηση όσο και τα συνακόλουθά της, ο χώρος και ο χρόνος. Με σύγχρονη ορολογία θα λέγαμε ότι το συνεχές αποτελεί ένα πεδίο. Στην περίπτωση της ηθικής (και στο κείμενό μας) το συνεχές πεδίο είναι ένα πάθος. Η οργή και ο φόβος, π.χ., επιδέχονται διαβαθμίσεις ως προς την έντασή τους ή ως προς τη διάρκειά τους. Οι επιλογές που θα κάνει ο άνθρωπος στο πεδίο της οργής ή του φόβου τον χαρακτηρίζουν ηθικά.
 
κατά (αὐτό) τό πρᾶγμα–πρός ἡμᾶς: Με το συγκεκριμένο αντιθετικό δίπολο ο Αριστοτέλης εκφράζει τη διάκριση που κάνουμε σήμερα ανάμεσα στο αντικειμενικό και το υποκειμενικό (ακριβέστερα: ανάμεσα σε ένα δεδομένο υποχρεωτικό για όλους και την προσωπική επιλογή). Στο πεδίο της ηθικής, τονίζει ο φιλόσοφος, πολύ πιο σπουδαία είναι η προσωπική επιλογή που κατευθύνεται από τη γνώση και τη λογική: ἐν πᾶσι δέ τό μέσον τό πρός ἡμᾶς βέλτιστον· τοῦτο γάρ ἐστιν ὡς ἡ ἐπιστήμη κελεύει καί ὁ λόγος (Ἠθικά Εὐδήμια 1220b27-28).
 
ὑπερβολή, ἔλλειψις, μέσον: Ας θυμηθούμε καταρχάς το αρχαιοελληνικό γνωμικό: μέτρον ἄριστον. Ο Αριστοτέλης το αποδέχεται και τονίζει: Στο πεδίο των παθών και των πράξεων ο άνθρωπος κάνει επιλογές· μπορεί να ξεπεράσει το μέσον-μέτρο (ὑπερβολή) ή να υστερήσει ως προς αυτό (ἔλλειψις). Για παράδειγμα, υπερβολή, έλλειψη και εύρεση του μέτρου μπορεί να υπάρξει στη διατροφή, την άσκηση, την εκδήλωση οργής, τη δαπάνη χρημάτων κ.ά. Στόχος του ενάρετου είναι σε κάθε περίπτωση το μέτρο, η επίτευξη της μεσότητος.
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
Α. Τι λέει το κείμενο;
1. Να αναδιηγηθείτε το παράδειγμα του Αριστοτέλη. Να φροντίσετε να μη χαθεί η αποδεικτική του στόχευση: η διάκριση ανάμεσα στο αντικειμενικό και το υποκειμενικό μέσο.
 
Ο Αριστοτέλης, για να εξηγήσει τη διαφορά ανάμεσα στο αντικειμενικό μέσο, δηλαδή το μέσο «κατά τό πρᾶγμα», και στο υποκειμενικό μέσο, δηλαδή το μέσο «πρός ἡμᾶς», χρησιμοποιεί αρχικά ένα αριθμητικό παράδειγμα και έπειτα το μεταφέρει στη διατροφή των αθλητών.
Εάν θεωρήσουμε ότι το δέκα είναι πολύ και το δύο λίγο, τότε το έξι αποτελεί το μέσο ως προς το ίδιο το πράγμα, επειδή απέχει εξίσου από τα δύο άκρα: υπερβαίνει το δύο κατά τέσσερις μονάδες και υπολείπεται του δέκα επίσης κατά τέσσερις μονάδες. Πρόκειται, επομένως, για ένα μέσο που προσδιορίζεται με την αριθμητική αναλογία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο στο οποίο αναφερόμαστε. Είναι ένα, σταθερό και ίδιο για όλους, αφού η ίση απόστασή του από τα δύο άκρα δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε ανθρώπου.
Στη συνέχεια, ο φιλόσοφος δείχνει ότι αυτός ο αριθμητικός προσδιορισμός δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο όταν αναζητούμε το κατάλληλο μέτρο για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Αν δέκα μνες τροφής είναι υπερβολική ποσότητα για έναν αθλητή και δύο μνες ανεπαρκής, ο προπονητής δεν θα του ορίσει υποχρεωτικά έξι μνες μόνο και μόνο επειδή αυτές αποτελούν το αριθμητικό μέσο. Η ποσότητα αυτή μπορεί και πάλι να είναι περισσότερη ή λιγότερη από όση χρειάζεται ο συγκεκριμένος αθλητής. Για τον Μίλωνα, που αντιπαραβάλλεται εδώ με τον αρχάριο ως παράδειγμα αθλητή με μεγαλύτερες ανάγκες, οι έξι μνες μπορεί να είναι λίγες· αντίθετα, για κάποιον που μόλις αρχίζει να γυμνάζεται μπορεί να είναι πολλές. Αντίστοιχα, στο τρέξιμο και στην πάλη, το κατάλληλο μέτρο της άσκησης δεν είναι αναγκαστικά ίδιο για όλους.
Η αποδεικτική στόχευση του παραδείγματος βρίσκεται στο ότι η ίδια ποσότητα μπορεί να συνιστά έλλειψη για έναν άνθρωπο και υπερβολή για έναν άλλον. Επομένως, το μέσο «πρός ἡμᾶς» δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με το αριθμητικό μέσο. Είναι αυτό που, σε σχέση με το συγκεκριμένο πρόσωπο, ούτε πλεονάζει ούτε υπολείπεται, αλλά ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες ανάγκες και δυνατότητές του. Γι’ αυτό δεν είναι ένα και ίδιο για όλους.
Ο Αριστοτέλης καταλήγει ότι ο ειδήμονας αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη και αναζητεί και επιλέγει το μέσο όχι ως προς το πράγμα, αλλά ως προς εμάς. Ο υποκειμενικός χαρακτήρας αυτού του μέσου δεν σημαίνει ότι ο καθένας αποφασίζει αυθαίρετα, σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Όπως ο προπονητής προσδιορίζει την κατάλληλη ποσότητα με βάση τη γνώση του και τις ανάγκες του αθλητή, έτσι και η ορθή επιλογή του μέτρου προϋποθέτει γνώση και λογική κρίση.
Συνεπώς, το παράδειγμα αναδεικνύει τη βασική διάκριση: το αντικειμενικό μέσο καθορίζεται από την ίση απόσταση ανάμεσα στα δύο άκρα, ενώ το υποκειμενικό μέσο καθορίζεται από το τι είναι κατάλληλο για τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Με αυτή τη διάκριση προετοιμάζεται η κατανόηση της ηθικής μεσότητας, η οποία δεν αποτελεί μια μηχανική, αριθμητική εξισορρόπηση, αλλά την εύλογη επιλογή του αρμόζοντος μέτρου στις πράξεις και στα πάθη.
 
2. Ο φιλόσοφος αναπτύσσει τον συλλογισμό του γύρω από τις έννοιες του μέσου και των δυο άκρων, της έλλειψης και της υπερβολής. Μπορείτε στον παρακάτω πίνακα να τοποθετήσετε τις αντίστοιχες λέξεις και φράσεις του κειμένου;
 

Σημείο του συλλογισμού

Ἔλλειψις

Μέσον

Ὑπερβολή

Αρχική διάκριση των μεγεθών

«τό δ’ ἔλαττον»

«τό δ’ ἴσον»

«τό μέν πλεῖον»

Ορισμός του μέσου ως προς το πράγμα

Το ένα από τα «ἑκατέρου τῶν ἄκρων»: το μικρότερο μέγεθος.

«τό ἴσον ἀπέχον ἀφ’ ἑκατέρου τῶν ἄκρων»· «ἕν καί τό αὐτό πᾶσιν»

Το άλλο από τα «ἑκατέρου τῶν ἄκρων»: το μεγαλύτερο μέγεθος.

Ορισμός του μέσου ως προς εμάς

«ἐλλείπει» — δηλώνει την ανεπάρκεια που αποκλείεται από το μέσο.

«ὅ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει»· «οὐχ ἕν, οὐδέ ταὐτόν πᾶσιν»

«πλεονάζει» — δηλώνει την υπέρβαση που αποκλείεται από το μέσο.

Αριθμητικό παράδειγμα

«τά δέ δύο ὀλίγα»

«τά ἕξ μέσα […] κατά τό πρᾶγμα»· «ἴσῳ γάρ ὑπερέχει τε καί ὑπερέχεται»· «μέσον […] κατά τήν ἀριθμητικήν ἀναλογίαν»

«τά δέκα πολλά»

Παράδειγμα διατροφής: τα δύο άκρα

«δύο δέ ὀλίγον»

Δεν ορίζεται υποχρεωτικά ως μέσο η ποσότητα «ἕξ μνᾶς». Το κατάλληλο μέτρο εξαρτάται από εκείνον που θα φάει.

«δέκα μναῖ φαγεῖν πολύ»

Η ίδια ποσότητα τροφής για διαφορετικούς αθλητές

«ὀλίγον»· «Μίλωνι μέν γάρ ὀλίγον»

Οι έξι μνες δεν αποτελούν αναγκαστικά μέσο «πρός ἡμᾶς», παρότι αποτελούν αριθμητικό μέσο.

«πολύ τῷ ληψομένῳ»· «τῷ δέ ἀρχομένῳ τῶν γυμνασίων πολύ»

Τελική στάση του ειδήμονα

«τήν ἔλλειψιν φεύγει» — η λέξη «φεύγει» αναφέρεται και στην έλλειψη.

«τό δέ μέσον ζητεῖ καί τοῦθ’ αἱρεῖται»· «μέσον δέ οὐ τό τοῦ πράγματος ἀλλά τό πρός ἡμᾶς»

«τήν ὑπερβολήν […] φεύγει»

 
1. Η φράση «μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει» ανήκει ολόκληρη στη στήλη του μέσου.
Παρότι περιλαμβάνει τα ρήματα που δηλώνουν την υπερβολή και την έλλειψη, οι αρνήσεις «μήτε… μήτε…» αποκλείουν και τα δύο άκρα. Έτσι προσδιορίζεται το μέσο ως η κατάλληλη ποσότητα, η οποία δεν είναι ούτε υπερβολική ούτε ανεπαρκής.
2. Τα ρήματα «ὑπερέχει» και «ὑπερέχεται» δεν δηλώνουν εδώ υπερβολή και έλλειψη.
Στη φράση «ἴσῳ γάρ ὑπερέχει τε καί ὑπερέχεται» εξηγούν γιατί το έξι είναι το αριθμητικό μέσο: είναι μεγαλύτερο από το δύο και μικρότερο από το δέκα κατά τον ίδιο αριθμό μονάδων. Επομένως, η φράση τοποθετείται στη στήλη του μέσου.
3. Οι έξι μνες δεν κατατάσσονται πάντοτε στη μεσότητα.
Ως αριθμητική ποσότητα αποτελούν το μέσο ανάμεσα στις δύο και στις δέκα μνες. Σε σχέση όμως με τις ανάγκες των αθλητών, είναι έλλειψη για τον Μίλωνα και υπερβολή για τον αρχάριο. Το κείμενο δεν προσδιορίζει πόσες ακριβώς μνες αποτελούν το κατάλληλο μέτρο για καθέναν.
Συμπέρασμα: Ο συλλογισμός οδηγεί από τη διάκριση «ἔλαττον — ἴσον — πλεῖον» στην επιλογή του μέσου «πρός ἡμᾶς». Ο ειδήμονας αποφεύγει την έλλειψη και την υπερβολή και επιλέγει όχι μηχανικά το αριθμητικό μέσο, αλλά εκείνο που ανταποκρίνεται στον συγκεκριμένο άνθρωπο.
 
Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου
1. Με ποιο τρόπο ο Αριστοτέλης διαφυλάσσει τον προσωπικό (υποκειμενικό) χαρακτήρα των ηθικών επιλογών του ανθρώπου και αποκηρύσσει κάθε μορφής αντικειμενοποιημένη (και υποχρεωτική για όλους) ηθική;
 
Ο Αριστοτέλης διαφυλάσσει τον προσωπικό χαρακτήρα των ηθικών επιλογών διακρίνοντας το μέσο «κατά τό πρᾶγμα» από το μέσο «πρός ἡμᾶς» και προκρίνοντας το δεύτερο ως κριτήριο της ορθής επιλογής. Δεν αντιμετωπίζει, επομένως, την ηθική ως μηχανική εφαρμογή ενός ενιαίου, εκ των προτέρων καθορισμένου μέτρου σε όλους τους ανθρώπους. Το κατάλληλο μέτρο πρέπει να αναζητείται σε σχέση με το συγκεκριμένο πρόσωπο και τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στις οποίες αυτό ενεργεί.
Ειδικότερα, το αντικειμενικό μέσο ορίζεται ως «τό ἴσον ἀπέχον ἀφ’ ἑκατέρου τῶν ἄκρων» και είναι «ἕν καί τό αὐτό πᾶσιν». Προσδιορίζεται δηλαδή ανεξάρτητα από τις ανάγκες και τις δυνατότητες κάθε ανθρώπου, όπως το έξι αποτελεί το αριθμητικό μέσο ανάμεσα στο δύο και στο δέκα. Αντίθετα, το μέσο «πρός ἡμᾶς» είναι αυτό «ὅ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει» και «οὐχ ἕν, οὐδέ ταὐτόν πᾶσιν». Η έλλειψη και η υπερβολή δεν κρίνονται εδώ μόνο με βάση μια ποσότητα καθαυτή, αλλά με βάση τη σχέση της με εκείνον στον οποίο αναφέρεται. Έτσι, η διαφοροποίηση των ανθρώπων λαμβάνεται ουσιαστικά υπόψη στον προσδιορισμό του ορθού μέτρου.
Η διάκριση αποσαφηνίζεται με το παράδειγμα της διατροφής των αθλητών. Ο προπονητής δεν θα ορίσει υποχρεωτικά έξι μνες τροφής επειδή αυτές βρίσκονται αριθμητικά ανάμεσα στις δύο και στις δέκα. Η ίδια ποσότητα είναι λίγη για τον Μίλωνα και πολλή για κάποιον που αρχίζει να γυμνάζεται. Άρα, ένας κανόνας που επιβάλλει την ίδια ποσότητα σε όλους μπορεί να οδηγεί τον έναν στην έλλειψη και τον άλλον στην υπερβολή. Όπως στη διατροφή και στην άσκηση, έτσι και στο πεδίο των παθών και των πράξεων χρειάζεται να αναζητείται το αρμόζον μέτρο για τον συγκεκριμένο άνθρωπο, όχι να επιβάλλεται αδιακρίτως μια ίδια εξωτερική ρύθμιση.
Επιπλέον, η διατύπωση «τό δέ μέσον ζητεῖ καί τοῦθ’ αἱρεῖται» αναδεικνύει τον ενεργό ρόλο του προσώπου. Το «ζητεῖ» δηλώνει ότι το κατάλληλο μέσο δεν είναι πάντοτε έτοιμο και αυτονόητο, αλλά αποτελεί αντικείμενο αναζήτησης και κρίσης· το «αἱρεῖται» δηλώνει ότι επιλέγεται συνειδητά. Ο άνθρωπος, συνεπώς, δεν είναι παθητικός εκτελεστής μιας ομοιόμορφης εντολής, αλλά συμμετέχει στον προσδιορισμό της στάσης του και αναλαμβάνει την ευθύνη της επιλογής του. Το τελικό συμπέρασμα, «μέσον δέ οὐ τό τοῦ πράγματος ἀλλά τό πρός ἡμᾶς», αποκλείει ακριβώς την αναγωγή της ορθής επιλογής σε έναν απρόσωπο αριθμητικό υπολογισμό.
Ωστόσο, ο προσωπικός ή υποκειμενικός χαρακτήρας της επιλογής δεν σημαίνει αυθαιρεσία ούτε ότι κάθε ατομική προτίμηση είναι ηθικά ορθή. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται στον «ἐπιστήμονα», δηλαδή στον ειδήμονα που διαθέτει γνώση και μπορεί να διακρίνει το κατάλληλο μέτρο. Όπως εξηγεί και το ερμηνευτικό σχόλιο της ενότητας, η προσωπική επιλογή κατευθύνεται από τη γνώση και τη λογική. Υπάρχει, λοιπόν, κοινός προσανατολισμός: η αποφυγή της υπερβολής και της έλλειψης και η εύρεση του μέσου. Αυτό που διαφοροποιείται δεν είναι η ανάγκη της ορθής κρίσης, αλλά ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο το μέτρο προσδιορίζεται και πραγματοποιείται σε κάθε περίπτωση.
Συμπερασματικά, ο Αριστοτέλης προστατεύει την προσωπική κρίση και επιλογή, επειδή αναγνωρίζει ότι το ηθικά κατάλληλο δεν μπορεί να προσδιορίζεται ως ένα σταθερό μέγεθος υποχρεωτικό για όλους, ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητές τους. Η αποκήρυξη της «αντικειμενοποιημένης» ηθικής πρέπει, επομένως, να νοηθεί ως απόρριψη της μηχανικής και ομοιόμορφης εφαρμογής του ίδιου μέτρου, όχι ως κατάργηση κάθε κοινού ηθικού κριτηρίου. Η αριστοτελική μεσότητα συνδυάζει την εξατομίκευση της επιλογής με την καθοδήγησή της από τη γνώση και τον λόγο.
 
2. Ο άνθρωπος είναι για τον Αριστοτέλη το ζωντανό ον που έχει λογική. Πώς υπεισέρχεται η λογική (και οι διανοητικές αρετές) στο πεδίο της ηθικής;
 
Η λογική υπεισέρχεται στο πεδίο της ηθικής ως η δύναμη που επιτρέπει στον άνθρωπο να κρίνει, να αναζητεί το αρμόζον μέτρο και να επιλέγει συνειδητά τη στάση του απέναντι στα πάθη και στις πράξεις. Η ηθική αρετή δεν συνίσταται στην κατάργηση των συναισθημάτων ούτε στην άκριτη υποταγή στις επιθυμίες, αλλά στην έλλογη διαμόρφωσή τους. Οι διανοητικές αρετές, και ιδιαίτερα η φρόνηση, συμβάλλουν στον ορθό προσδιορισμό της επιλογής, ώστε η μεσότητα να μην αποτελεί ούτε μηχανικό αριθμητικό υπολογισμό ούτε αυθαίρετη προσωπική προτίμηση.
Αρχικά, όπως επισημαίνει η εισαγωγή της ενότητας, τα πάθη είναι φυσιολογικά βιώματα της ψυχής και τα περισσότερα δεν είναι από μόνα τους ούτε καλά ούτε κακά. Η ηθική αξιολόγηση αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος τα βιώνει και τα εκδηλώνει. Ο φόβος ή η οργή, για παράδειγμα, επιδέχονται διαβαθμίσεις ως προς την ένταση και τη διάρκειά τους. Η λογική καλείται να διακρίνει πότε η εκδήλωσή τους είναι υπερβολική ή ανεπαρκής και ποια στάση είναι κατάλληλη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έτσι, ο άνθρωπος δεν αντιδρά απλώς παρορμητικά, αλλά μπορεί να εξετάζει και να κατευθύνει τη συμπεριφορά του.
Ο ρόλος της λογικής γίνεται ιδιαίτερα σαφής στη διάκριση ανάμεσα στο μέσο «κατά τό πρᾶγμα» και στο μέσο «πρός ἡμᾶς». Το πρώτο προσδιορίζεται από την ίση απόσταση ανάμεσα στα δύο άκρα και είναι ίδιο για όλους. Το δεύτερο, όμως, είναι αυτό «ὅ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει» σε σχέση με τον συγκεκριμένο άνθρωπο και γι’ αυτό δεν είναι ένα και ίδιο για όλους. Εφόσον το κατάλληλο μέτρο δεν προκύπτει από έναν καθολικά εφαρμόσιμο αριθμητικό κανόνα, χρειάζεται κρίση που λαμβάνει υπόψη το πρόσωπο και τις περιστάσεις. Η λογική, επομένως, δεν παραμερίζεται από τον προσωπικό χαρακτήρα της μεσότητας· αντίθετα, είναι αναγκαία για τον ορθό προσδιορισμό της.
Αυτό αποδεικνύεται με το παράδειγμα του προπονητή. Εκείνος δεν ορίζει υποχρεωτικά έξι μνες τροφής, επειδή αποτελούν το αριθμητικό μέσο ανάμεσα στις δύο και στις δέκα, αλλά εξετάζει τις ανάγκες του αθλητή: η ίδια ποσότητα είναι λίγη για τον Μίλωνα και πολλή για τον αρχάριο. Η γνώση και η κρίση του ειδήμονα επιτρέπουν να διακριθεί το πραγματικά κατάλληλο από το απλώς αριθμητικά ενδιάμεσο. Το παράδειγμα λειτουργεί αναλογικά για την ηθική: όπως η ορθή ρύθμιση της άσκησης απαιτεί γνώση της συγκεκριμένης περίπτωσης, έτσι και η εύρεση της ηθικής μεσότητας απαιτεί έλλογη διάκριση. Δεν ταυτίζεται, πάντως, η τεχνική γνώση του προπονητή με την ηθική φρόνηση· το κοινό στοιχείο τους εδώ είναι η τεκμηριωμένη και όχι αυθαίρετη επιλογή του αρμόζοντος μέτρου.
Στο συμπέρασμα του αποσπάσματος, οι λέξεις «ἐπιστήμων», «ζητεῖ» και «αἱρεῖται» αναδεικνύουν αυτή τη λειτουργία. Ο ειδήμονας διαθέτει γνώση, αναζητεί το μέσο και το επιλέγει. Η αναζήτηση προϋποθέτει εξέταση και διάκριση, ενώ η επιλογή δηλώνει ενεργό και συνειδητή τοποθέτηση, όχι παθητική συμμόρφωση. Το ερμηνευτικό σχόλιο της ενότητας το διατυπώνει ρητά: η προσωπική επιλογή κατευθύνεται από τη γνώση και τη λογική. Παραθέτει, μάλιστα, τη θέση από τα Ἠθικὰ Εὐδήμια ότι το μέσο «πρός ἡμᾶς» είναι το καλύτερο, επειδή είναι αυτό που υπαγορεύουν «ἡ ἐπιστήμη» και «ὁ λόγος». Συνεπώς, «υποκειμενικό» δεν σημαίνει ότι ο καθένας θεωρεί ορθό ό,τι του αρέσει, αλλά ότι η έλλογη κρίση εφαρμόζεται στις ιδιαίτερες συνθήκες της δικής του πράξης.
Στο ευρύτερο πλαίσιο της αριστοτελικής ηθικής, η διανοητική αρετή που συνδέεται αμεσότερα με την πράξη είναι η φρόνηση. Δεν είναι απλώς θεωρητική γνώση ούτε ικανότητα να βρίσκει κανείς αποτελεσματικά μέσα για οποιονδήποτε σκοπό. Είναι η ορθή πρακτική κρίση σχετικά με όσα συμβάλλουν στην καλή ανθρώπινη ζωή. Ο φρόνιμος εξετάζει τις συγκεκριμένες περιστάσεις και διακρίνει πώς πρέπει να ενεργήσει. Η φρόνηση βοηθά, επομένως, να προσδιοριστεί η μεσότητα ως προς τον χρόνο, την αφορμή, τα πρόσωπα, τον σκοπό και τον τρόπο της πράξης ή της εκδήλωσης ενός πάθους. Δεν έχουν όλες οι διανοητικές αρετές την ίδια άμεση λειτουργία στην ηθική· η φρόνηση ξεχωρίζει επειδή αφορά ακριβώς το μεταβλητό πεδίο των ανθρώπινων επιλογών. Ο όρος δεν εμφανίζεται στο συγκεκριμένο απόσπασμα, αλλά διευκρινίζει τη σύνδεση της λογικής με την ηθική που ζητά το ερώτημα.
Η σχέση ηθικής αρετής και φρόνησης είναι συμπληρωματική. Η ηθική αρετή αφορά τη σταθερή διαμόρφωση του χαρακτήρα και των επιθυμιών μέσω του εθισμού, ενώ η φρόνηση εξασφαλίζει την ορθή κρίση στην πράξη. Η απλή γνώση του καλού δεν αρκεί, εάν ο άνθρωπος δεν έχει διαμορφώσει τη σταθερή διάθεση να το επιλέγει και να το πραγματοποιεί. Αντίστροφα, η καλή πρόθεση δεν αρκεί χωρίς την κρίση που διακρίνει ποια ενέργεια είναι πράγματι κατάλληλη. Η ολοκληρωμένη ενάρετη στάση απαιτεί, λοιπόν, συνεργασία της έλλογης σκέψης με τον καλλιεργημένο χαρακτήρα: ο άνθρωπος πρέπει και να κρίνει ορθά και να επιθυμεί και να πράττει σύμφωνα με αυτή την κρίση.
Συμπερασματικά, η λογική εισέρχεται στην ηθική ως κριτήριο αναζήτησης, προσδιορισμού και συνειδητής επιλογής της μεσότητας. Μέσω κυρίως της φρόνησης, επιτρέπει στον άνθρωπο να αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη όχι εφαρμόζοντας μηχανικά έναν ίδιο κανόνα σε όλους, αλλά διακρίνοντας το αρμόζον μέτρο στη συγκεκριμένη περίσταση. Οι διανοητικές αρετές δεν αντικαθιστούν την ηθική αρετή· στηρίζουν την έλλογη καθοδήγησή της, ώστε η σταθερή ενάρετη διάθεση να εκφράζεται σε ορθές πράξεις.
 
3. Μία από τις κυρίαρχες αξίες της αρχαιοελληνικής κοινωνίας ήταν η έννοια του μέτρου, της αποφυγής των ακροτήτων. Χαρακτηριστικά είναι τα ρητά μέτρον ἄριστον και μηδέν ἄγαν. Εκτιμάτε ότι ο Αριστοτέλης στην ηθική του διδασκαλία πρωτοτυπεί συγκριτικά με αυτήν την αξία;
 
Ο Αριστοτέλης δεν πρωτοτυπεί ως προς τη γενική αναγνώριση της αξίας του μέτρου και την αποδοκιμασία των ακροτήτων· πρωτοτυπεί, όμως, ως προς τη συστηματική θεμελίωση και τον ακριβέστερο προσδιορισμό αυτής της αξίας στο πεδίο της ηθικής. Η διδασκαλία του δεν αποτελεί απλή επανάληψη των παραδοσιακών γνωμικών, αλλά φιλοσοφική επεξεργασία τους: εξηγεί τι είναι το μέσο, με ποιο κριτήριο προσδιορίζεται και πώς συνδέεται με την ορθή επιλογή στις πράξεις και στα πάθη.
Τα ρητά «μέτρον ἄριστον» και «μηδέν ἄγαν» εκφράζουν συνοπτικά την προτροπή να αποφεύγει ο άνθρωπος την υπέρβαση του αρμόζοντος μέτρου. Ο φιλόσοφος συμμερίζεται αυτόν τον προσανατολισμό, καθώς στο συμπέρασμα του αποσπάσματος τονίζει ότι ο ειδήμονας «τήν ὑπερβολήν μέν και τήν ἔλλειψιν φεύγει». Επομένως, η επιδίωξη του μέτρου δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά με τον Αριστοτέλη. Το ιδιαίτερο στοιχείο της συλλογιστικής του είναι ότι δεν αρκείται σε μια γενική παραίνεση· διακρίνει ρητά δύο τρόπους προσδιορισμού του μέσου και δείχνει ποιος είναι κατάλληλος για την ανθρώπινη πράξη.
Η βασική διάκριση είναι ανάμεσα στο μέσο «κατά τό πρᾶγμα» και στο μέσο «πρός ἡμᾶς». Το πρώτο είναι «τό ἴσον ἀπέχον ἀφ’ ἑκατέρου τῶν ἄκρων», δηλαδή το σημείο που απέχει εξίσου από τα δύο άκρα, και γι’ αυτό είναι «ἕν καί τό αὐτό πᾶσιν». Έτσι, ανάμεσα στο δύο και στο δέκα το αριθμητικό μέσο είναι το έξι. Το δεύτερο, αντίθετα, είναι αυτό «ὅ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει» σε σχέση με τον συγκεκριμένο άνθρωπο και συνεπώς «οὐχ ἕν, οὐδέ ταὐτόν πᾶσιν». Η ηθική μεσότητα, επομένως, δεν πρέπει να νοείται ως μηχανικός υπολογισμός μιας ίσης απόστασης από δύο άκρα, αλλά ως εύρεση του αρμόζοντος μέτρου για το πρόσωπο και την περίπτωση.
Το παράδειγμα της διατροφής των αθλητών αποδεικνύει αυτή τη διάκριση. Ο προπονητής δεν θα ορίσει υποχρεωτικά έξι μνες τροφής επειδή οι δύο είναι λίγες και οι δέκα πολλές: οι έξι μπορεί να είναι λίγες για τον Μίλωνα και πολλές για τον αρχάριο. Η ίδια ποσότητα, λοιπόν, είναι δυνατόν να αποτελεί έλλειψη για τον έναν και υπερβολή για τον άλλον. Το παράδειγμα δεν δίνει διατροφική οδηγία, αλλά καταδεικνύει ότι το κατάλληλο μέτρο δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με το αριθμητικό μέσο. Αντίστοιχα, στο πεδίο της ηθικής, η ορθή στάση απέναντι στα πάθη και η ορθή πράξη δεν προκύπτουν από την αδιαφοροποίητη εφαρμογή ενός σταθερού μεγέθους σε όλους.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι το μέσο δεν αφήνεται στην αυθαίρετη προτίμηση του καθενός. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται στον «ἐπιστήμονα», ο οποίος «τό δέ μέσον ζητεῖ και τοῦθ’ αἱρεῖται». Το μέτρο αποτελεί, δηλαδή, αντικείμενο αναζήτησης, κρίσης και συνειδητής επιλογής. Όπως επισημαίνει και το ερμηνευτικό σχόλιο της ενότητας, η προσωπική επιλογή κατευθύνεται από τη γνώση και τη λογική. Ο υποκειμενικός χαρακτήρας του μέσου σημαίνει ότι λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες του ανθρώπου, όχι ότι κάθε επιλογή του είναι εξίσου ορθή. Έτσι, η εξατομίκευση συνδυάζεται με έναν κοινό προσανατολισμό: την αποφυγή της υπερβολής και της έλλειψης μέσω της έλλογης κρίσης.
Επιπλέον, όπως εξηγεί η εισαγωγή της ενότητας, η αρετή δεν είναι ένα πάθος, αλλά μια παγιωμένη στάση απέναντι στα πάθη, η οποία συνίσταται στην αναζήτηση του μέτρου και στην αποφυγή των δύο άκρων. Η αξία του μέτρου αποκτά έτσι συγκεκριμένη θέση στην ερμηνεία της ηθικής αρετής: δεν περιορίζεται σε μια περιστασιακή συμβουλή για μετριοπάθεια, αλλά συνδέεται με τη σταθερή ποιότητα των επιλογών του ανθρώπου. Μεσότητα, επομένως, δεν σημαίνει μετριότητα ή άκριτο συμβιβασμό· σημαίνει την κατάλληλη στάση, όπως αυτή προσδιορίζεται με γνώση και λογική.
Χρειάζεται, πάντως, να μην παρουσιαστεί η προγενέστερη παράδοση ως εντελώς αδιάφορη για τις προσωπικές ανάγκες και τη σκέψη. Στο πυθαγόρειο παράλληλο κείμενο της ενότητας το μέτρο συνδέεται ήδη με αυτό που δεν καταπονεί τον άνθρωπο, ενώ τονίζεται και η ανάγκη να σκέφτεται πριν ενεργήσει. Άρα, η αριστοτελική πρωτοτυπία δεν βρίσκεται στην αποκλειστική ανακάλυψη της εξατομίκευσης ή της λογικής, αλλά κυρίως στη σαφή εννοιολογική διάκριση των δύο μέσων και στην αποδεικτική τους επεξεργασία, μέσα σε μια συγκροτημένη θεωρία για την ηθική αρετή.
Συμπερασματικά, ο Αριστοτέλης συνεχίζει την αρχαιοελληνική παράδοση του μέτρου, αλλά την αναπτύσσει φιλοσοφικά. Δεν πρωτοτυπεί στο ότι θεωρεί το μέτρο επιθυμητό· πρωτοτυπεί κυρίως στο πώς εξηγεί το περιεχόμενο και την επιλογή του: διαχωρίζει το αριθμητικό μέσο από το μέσο «πρός ἡμᾶς», θεμελιώνει την ανάγκη έλλογης και εξατομικευμένης κρίσης και συνδέει τη μεσότητα με τη σταθερή ηθική στάση του ανθρώπου. Η διδασκαλία του αποτελεί, συνεπώς, συστηματική εμβάθυνση μιας παραδοσιακής αξίας και όχι απλή αναπαραγωγή της.
 
Γ. Για τη γλώσσα του κειμένου
1. Να εντοπίσετε τα απρόσωπα ρήματα και τα ρηματικά επίθετα του κειμένου. Ποια είναι η σκοπιμότητα αυτής της γλωσσικής επιλογής;
 
Απρόσωπες χρήσεις. Στο κείμενο εντοπίζονται οι τύποι «ἔστι» στη φράση «ἔστι λαβεῖν» και «ἔστι» στη φράση «ἔστι γάρ ἴσως καί τοῦτο πολύ τῷ ληψομένῳ ἤ ὀλίγον». Στην πρώτη περίπτωση, το «ἔστι» χρησιμοποιείται απρόσωπα με τη σημασία «είναι δυνατόν / μπορεί κανείς» και συντάσσεται με το απαρέμφατο «λαβεῖν», το οποίο λειτουργεί ως υποκείμενό του. Δηλώνει ότι σε κάθε συνεχές και διαιρετό μέγεθος είναι δυνατόν να προσδιοριστούν το περισσότερο, το λιγότερο και το ίσο. Στη δεύτερη περίπτωση αποδίδεται η δυνατότητα η ίδια ποσότητα τροφής να είναι πολλή ή λίγη για εκείνον που θα τη λάβει: «είναι δυνατόν και αυτή η ποσότητα να είναι πολλή ή λίγη». Με αυτή την απρόσωπη ανάλυση εννοείται το απαρέμφατο «εἶναι», με υποκείμενό του το «τοῦτο» και κατηγορούμενα τα «πολύ» και «ὀλίγον».
Συντακτική διευκρίνιση. Η δεύτερη περίπτωση επιδέχεται και προσωπική, συνδετική ανάλυση: υποκείμενο του «ἔστι» θεωρείται το «τοῦτο», με κατηγορούμενα τα «πολύ» και «ὀλίγον», δηλαδή «και αυτή η ποσότητα είναι ίσως πολλή ή λίγη». Συνεπώς, δεν πρέπει να θεωρείται ότι κάθε τύπος του «εἰμί» στο απόσπασμα είναι αυτομάτως απρόσωπος. Οι περιπτώσεις «ὅπερ ἐστίν ἕν καί τό αὐτό πᾶσιν» και «τοῦτο δέ μέσον ἐστί κατά τήν ἀριθμητικήν ἀναλογίαν» αποτελούν σαφώς προσωπικές, συνδετικές χρήσεις, με υποκείμενα τα «ὅπερ» και «τοῦτο», αντίστοιχα.
Ρηματικά επίθετα. Εντοπίζονται το «διαιρετῷ» και το «ληπτέον». Το «διαιρετῷ», από το «διαιρέω», είναι ρηματικό επίθετο σε -τός, σε δοτική ενικού ουδετέρου, και δηλώνει δυνατότητα: «αυτό που μπορεί να διαιρεθεί». Στη φράση «ἐν παντί δή συνεχεῖ καί διαιρετῷ» προσδιορίζει, μαζί με το «συνεχεῖ», το εννοούμενο μέγεθος ή πράγμα στο οποίο αναφέρεται η γενική διαπίστωση. Το «συνεχεῖ» είναι επίθετο, αλλά δεν ανήκει στην ίδια γραμματική κατηγορία των ρηματικών επιθέτων.
Το «ληπτέον», από το «λαμβάνω», είναι ρηματικό επίθετο σε -τέος, σε ονομαστική ενικού ουδετέρου, και δηλώνει το επιβεβλημένο ή το δέον: «αυτό που πρέπει να ληφθεί / να προσδιοριστεί». Στη φράση «Τό δέ προς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον» εννοείται το «ἐστί». Η διατύπωση σημαίνει: «το μέσο σε σχέση με εμάς δεν πρέπει να προσδιορίζεται με αυτόν τον τρόπο», δηλαδή με την αριθμητική μέθοδο. Το «ληπτέον» αναφέρεται στο «τό δέ προς ἡμᾶς», όπου εννοείται το ουσιαστικό «μέσον». Η σχολική απόδοση «δεν πρέπει να το ορίσουμε έτσι» αναδεικνύει τον δεοντολογικό χαρακτήρα της έκφρασης. Δεν πρέπει, τέλος, να συγχέεται το ρηματικό επίθετο «ληπτέον» με τη μετοχή «ληψομένῳ»: η τελευταία είναι μετοχή μέλλοντα μέσης φωνής του «λαμβάνω» και σημαίνει «σε εκείνον που θα λάβει» την τροφή.
Σκοπιμότητα της γλωσσικής επιλογής. Οι απρόσωπες διατυπώσεις παρουσιάζουν τον συλλογισμό ως γενική διαπίστωση και όχι ως προσωπική εντύπωση του συγγραφέα. Ο Αριστοτέλης δεν περιορίζεται στο τι κάνει ένα ορισμένο άτομο, αλλά εξετάζει τι είναι δυνατόν να συμβεί σε κάθε σχετική περίπτωση. Η διατύπωση «ἔστι λαβεῖν», σε συνδυασμό με το «ἐν παντί», δίνει στην αφετηρία του συλλογισμού γενικό και θεωρητικό χαρακτήρα. Αντίστοιχα, η δυνατότητα η ίδια ποσότητα να είναι πολλή ή λίγη για τον αποδέκτη της προετοιμάζει τη διάκριση ανάμεσα στο αριθμητικό μέσο και στο κατάλληλο μέσο για τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Το «ἴσως» διατηρεί τον υποθετικό χαρακτήρα αυτής της περίπτωσης: η απρόσωπη έκφραση δεν μετατρέπει τη δυνατότητα σε απόλυτη βεβαιότητα.
Τα ρηματικά επίθετα υπηρετούν επίσης την ακρίβεια και την οικονομία του φιλοσοφικού λόγου. Με το «διαιρετῷ» δηλώνεται συμπυκνωμένα η δυνατότητα διαίρεσης, δηλαδή μια βασική προϋπόθεση για τη διάκριση των μεγεθών. Με το «ληπτέον» ο λόγος περνά από τη διαπίστωση του δυνατού στον καθορισμό της ορθής μεθόδου: ο φιλόσοφος επισημαίνει πώς δεν πρέπει να προσδιορίζεται το μέσο «πρός ἡμᾶς». Η έκφραση έχει διδακτικό και κανονιστικό χαρακτήρα, επειδή αποκλείει την ακατάλληλη μηχανική εφαρμογή της αριθμητικής αναλογίας στις ανθρώπινες ανάγκες.
Συμπερασματικά, οι απρόσωπες χρήσεις και τα ρηματικά επίθετα προσδίδουν στον λόγο γενικότητα, εννοιολογική ακρίβεια, συντομία και διδακτική σαφήνεια. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αντίθεση ανάμεσα στη δυνατότητα («ἔστι λαβεῖν», «διαιρετῷ») και στην ορθή μεθοδολογική απαίτηση («οὐχ οὕτω ληπτέον»). Η γενικότητα της διατύπωσης δεν συνεπάγεται ότι επιβάλλεται το ίδιο αριθμητικό μέτρο σε όλους· αντιθέτως, η κοινή αρχή που διατυπώνεται είναι ότι το αρμόζον μέσο πρέπει να αναζητείται σε σχέση με τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
 
2. Στο κείμενο χρησιμοποιείται κατά κόρον η κατά παράταξη σύνδεση των προτάσεων. Μπορείτε να αιτιολογήσετε αυτόν τον τρόπο σύνταξης; Να λάβετε υπόψη σας τον αφηγηματικό χαρακτήρα του συγκεκριμένου παραδείγματος.
 
Η συχνή κατά παράταξη σύνδεση στο απόσπασμα εξυπηρετεί τη σαφήνεια της παρουσίασης, τη διαδοχική ανάπτυξη του παραδείγματος και την ευδιάκριτη αντιπαραβολή των εννοιών. Ο Αριστοτέλης θέλει να καταστήσει κατανοητή μια αφηρημένη φιλοσοφική διάκριση, τη διαφορά ανάμεσα στο μέσο «κατά τό πρᾶγμα» και στο μέσο «πρός ἡμᾶς». Γι’ αυτό παρουσιάζει τις επιμέρους διαπιστώσεις σε σχετικά σύντομες, διαδοχικές ενότητες, ώστε ο αναγνώστης να παρακολουθεί εύκολα την πορεία από το αριθμητικό παράδειγμα στην περίπτωση των αθλητών και, τελικά, στο γενικό συμπέρασμα.
Ενδεικτικές περιπτώσεις. Η συμπλεκτική σύνδεση είναι εμφανής στη φράση «ἴσῳ γάρ ὑπερέχει τε καί ὑπερέχεται»: τα δύο ισότιμα ρήματα συνδέονται με το «τε καί» και παρουσιάζουν τις δύο συμπληρωματικές σχέσεις του έξι προς το δύο και το δέκα. Η διπλή άρνηση «ὅ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει» συνδέει δύο ισότιμες προτάσεις, αποκλείοντας συγχρόνως την υπερβολή και την έλλειψη. Αντίστοιχα, στο συμπέρασμα, η φράση «τό δέ μέσον ζητεῖ και τοῦθ’ αἱρεῖται» συνδέει την αναζήτηση με τη συνειδητή επιλογή του μέσου. Με την αντιθετική διάταξη «τήν ὑπερβολήν μέν και τήν ἔλλειψιν φεύγει, τό δέ μέσον ζητεῖ» αντιπαραβάλλονται καθαρά η αποφυγή των άκρων και η επιδίωξη του μέσου.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η αντιπαράθεση «Μίλωνι μέν γάρ ὀλίγον, τῷ δέ ἀρχομένῳ τῶν γυμνασίων πολύ». Οι δύο ελλειπτικές προτάσεις τοποθετούνται δίπλα δίπλα με το σχήμα «μέν… δέ…», ώστε να φανεί άμεσα ότι η ίδια ποσότητα είναι λίγη για τον έναν και πολλή για τον άλλον. Η παράλειψη των εύκολα εννοούμενων όρων περιορίζει τις επαναλήψεις και δίνει στον λόγο συντομία και ζωντάνια. Στην τελική φράση «μέσον δέ οὐ τό τοῦ πράγματος ἀλλά τό πρός ἡμᾶς», η αντίθεση «οὐ… ἀλλά…» συμπυκνώνει το βασικό δίδαγμα. Εδώ συνδέονται όροι και όχι δύο πλήρεις προτάσεις, αλλά η επιλογή εντάσσεται στην ίδια τάση για ευδιάκριτη αντιθετική παρουσίαση.
Σύνδεση με τον αφηγηματικό χαρακτήρα. Το παράδειγμα δεν αποτελεί αφήγηση ενός ιστορικού περιστατικού, αλλά υποθετική παρουσίαση μιας αναγνωρίσιμης κατάστασης: ένας προπονητής καλείται να προσδιορίσει την κατάλληλη ποσότητα τροφής για αθλητές με διαφορετικές ανάγκες. Ο αναγνώστης παρακολουθεί διαδοχικά τα δεδομένα, την πιθανή επιλογή των έξι μνων και την αξιολόγησή της για τον Μίλωνα και τον αρχάριο. Η παρατακτική σύνταξη ταιριάζει σε αυτή την απλή, παραστατική εξιστόρηση, επειδή παραθέτει τις επιμέρους περιπτώσεις χωρίς να τις εντάσσει σε μια δυσκολότερη ακολουθία πολλών εξαρτημένων προτάσεων. Προσδίδει έτσι φυσικότητα και αμεσότητα, θυμίζοντας προφορική διδακτική εξήγηση.
Αποδεικτική και διδακτική λειτουργία. Η παράταξη δεν εξυπηρετεί μόνο το ύφος· βοηθά και τον συλλογισμό. Οι συμμετρικές αντιθέσεις επιτρέπουν στον αναγνώστη να συγκρίνει αμέσως το περισσότερο με το λιγότερο, το αντικειμενικό με το υποκειμενικό μέσο και τις ανάγκες του έμπειρου αθλητή με εκείνες του αρχαρίου. Ιδίως η διαδοχική παρουσίαση των δύο αθλητών καθιστά πειστικό το συμπέρασμα ότι το ίδιο αριθμητικό μέγεθος δεν αποτελεί αναγκαστικά το κατάλληλο μέτρο για όλους. Επιπλέον, το επαναλαμβανόμενο «γάρ» συνδέει παρατακτικά εξηγήσεις και αιτιολογήσεις με τις προηγούμενες διαπιστώσεις: η αφήγηση δεν είναι ασύνδετη παράθεση πληροφοριών, αλλά οργανωμένη επιχειρηματολογία. Οι δείκτες «Οἷον» και «Οὕτω δή» σηματοδοτούν αντίστοιχα την εισαγωγή του παραδείγματος και τη μετάβαση στο συμπέρασμα.
Αναγκαία διευκρίνιση. Η συχνότητα της παράταξης δεν σημαίνει ότι απουσιάζει η υποτακτική σύνδεση. Στο κείμενο υπάρχουν αναφορικές προτάσεις, όπως «ὅπερ ἐστίν ἕν καί τό αὐτό πᾶσιν», και υποθετικές προτάσεις με το «εἰ», όπως «εἰ τά δέκα πολλά τά δέ δύο ὀλίγα» και «εἴ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολύ δύο δέ ὀλίγον». Η υπόταξη διατυπώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις και τους προσδιορισμούς, ενώ η παράταξη στηρίζει κυρίως τις συγκρίσεις, τις εξηγήσεις και τη διαδοχή των βημάτων. Επομένως, ο Αριστοτέλης συνδυάζει τις δύο μορφές σύνδεσης ανάλογα με τη λειτουργία τους.
Συμπερασματικά, η κατά παράταξη σύνδεση αιτιολογείται από την ανάγκη να παρουσιαστεί το υποθετικό παράδειγμα με απλότητα, παραστατικότητα και εύκολα παρακολουθήσιμη αλληλουχία. Παράλληλα, αναδεικνύει τις αντιθέσεις και διατηρεί ευδιάκριτα τα στάδια της απόδειξης. Ο αφηγηματικός χαρακτήρας και η φιλοσοφική στόχευση συνεργάζονται: η οικεία εικόνα του προπονητή και των αθλητών κάνει κατανοητή την αφηρημένη διάκριση των δύο μέσων, ενώ η σαφής σύνταξη βοηθά τον αναγνώστη να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι το αρμόζον μέσο προσδιορίζεται «πρός ἡμᾶς» και όχι μηχανικά «κατά τό πρᾶγμα».
 
Παράλληλα κείμενα
1. Πυθαγορικά ἔπη, 25-39
Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος (πιθανώς 570-500/490 π.Χ.), φιλόσοφος, μαθηματικός και θεωρητικός της μουσικής, έζησε στην Κάτω Ιταλία, όπου και ίδρυσε μια φιλοσοφική κοινότητα, τη μυστικιστική κοινότητα των Πυθαγορείων. Η ολιγόστιχη συλλογή Πυθαγορικὰ ἔπη ή παραγγέλματα (γνωστή ως Χρυσᾶ ἔπη) απηχεί την πυθαγόρεια παράδοση και περιλαμβάνει παραινέσεις για την πνευματική ωρίμανση.
 
Κανένας δεν πρέπει να σε πείσει -ούτε με λόγια ούτε με έργα-
να πράξεις κάτι που δεν θα σε ωφελήσει.
Να σκέφτεσαι μάλιστα πριν να πράξεις, για να μην φανείς άφρων και γελοίος.
διότι είναι γνώρισμα του άφρονα το να λέει και να πράττει ανόητα πράγματα.
Και πρέπει να πράττεις μονάχα αυτά για τα οποία δεν θα μετανοήσεις εκ των υστέρων.
Μην κάνεις τίποτε το οποίο δεν γνωρίζεις, αλλά διδάξου                                 (30)
όσα χρειάζεσαι⸱ μονάχα έτσι θα περάσεις τη ζωή σου ευχάριστα.
Δεν πρέπει να παραμελείς τη σωματική σου υγεία
και πρέπει να πίνεις, να τρέφεσαι και να γυμνάζεται με μέτρο.
Λέγοντας μέτρο, εννοώ αυτό που δεν σε καταπονεί.
Εθίσου να έχεις καθαρή και άφθαρτη ζωή,                                                         (35)
και απόφυγε να πράξεις όσα προκαλούν φθόνο.
Μην κάνεις άσκοπες δαπάνες, σαν κάποιος που αγνοεί το καλό,
αλλά ούτε να είσαι φιλάργυρος⸱ το μέτρο είναι άριστο σε όλα.
Να πράττεις αυτό που δεν θα σε βλάψει, και να σκέφτεσαι προτού να πράξεις.
(μετάφραση Α. Πέτρου)
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
1. Ποια είναι τα κριτήρια ηθικών επιλογών και στάσεων ζωής που κυριαρχούν στις συμβουλές που δίνει ο Πυθαγόρας;
 
Στις συμβουλές των Πυθαγορικών ἐπῶν κυριαρχεί ένα πρότυπο ζωής που στηρίζεται στην έλλογη κρίση, στη γνώση, στο μέτρο και στην καλλιέργεια σταθερών καλών συνηθειών. Ο άνθρωπος καλείται να επιλέγει όχι παρορμητικά ή κάτω από την επιρροή άλλων, αλλά εξετάζοντας αν οι πράξεις του είναι ωφέλιμες, αν αποτρέπουν τη βλάβη και αν ανταποκρίνονται σε μια συνετή και ηθικά ορθή στάση. Τα επιμέρους κριτήρια αφορούν τόσο την προετοιμασία της απόφασης όσο και τις συνέπειες της πράξης και τον συνολικό τρόπο ζωής.
1. Η ωφέλεια και η αποφυγή της βλάβης. Στην αρχή του αποσπάσματος ο άνθρωπος προτρέπεται να μην παρασύρεται από λόγια ή έργα άλλων σε κάτι που δεν θα τον ωφελήσει. Αντίστοιχα, στο τέλος επανέρχεται η απαίτηση να πράττει ό,τι δεν θα τον βλάψει. Η επανάληψη αναδεικνύει την ωφέλεια ως βασικό κριτήριο ελέγχου των επιλογών. Ωστόσο, το ωφέλιμο δεν πρέπει να ταυτίζεται εδώ με το άμεσο κέρδος ή την πρόσκαιρη ικανοποίηση: οι υπόλοιπες συμβουλές το συνδέουν με τη συνετή διαχείριση της ζωής, την υγεία και την ηθική καλλιέργεια. Παράλληλα, η απόρριψη της άκριτης επιρροής των άλλων υπογραμμίζει την προσωπική ευθύνη για την απόφαση.
2. Η σκέψη πριν από την πράξη και η πρόβλεψη των συνεπειών. Η προτροπή να προηγείται η σκέψη της ενέργειας εμφανίζεται τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος του κειμένου. Η επανάληψή της δείχνει ότι η λογική εξέταση αποτελεί κεντρική προϋπόθεση της ορθής επιλογής. Ο συνετός άνθρωπος σταθμίζει τι πρόκειται να κάνει, αντί να ενεργεί απερίσκεπτα. Η αποφυγή της αφροσύνης και της γελοιοποίησης συνδέεται με την απαίτηση να επιλέγει πράξεις για τις οποίες δεν θα μετανοήσει αργότερα. Η μελλοντική μεταμέλεια λειτουργεί ως προειδοποιητικό κριτήριο: πριν ενεργήσει, χρειάζεται να εξετάσει αν θα μπορεί εκ των υστέρων να αποδεχθεί την απόφασή του. Δεν πρόκειται απλώς για φόβο της κοινωνικής έκθεσης, αλλά για έλεγχο της ορθότητας και των συνεπειών της πράξης.
3. Η γνώση και η μάθηση. Η συμβουλή να μην επιχειρεί κανείς όσα δεν γνωρίζει, αλλά να διδάσκεται όσα χρειάζεται, καθιστά τη γνώση αναγκαίο στήριγμα της πράξης. Η αναγνώριση της άγνοιας οδηγεί όχι στην αδράνεια, αλλά στην απόκτηση της απαραίτητης γνώσης. Έτσι, η ορθή επιλογή προϋποθέτει ενημερωμένη κρίση και όχι απλή αυτοπεποίθηση ή καλή πρόθεση. Η μάθηση συνδέεται και με την ευχάριστη ζωή: η ευχάριστη διαβίωση παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της κατάλληλης προετοιμασίας και της συνετής δράσης, όχι ως επιδίωξη ανεξέλεγκτων απολαύσεων.
4. Το μέτρο και η αποφυγή των ακροτήτων. Το μέτρο προβάλλεται ως γενικός κανόνας ζωής και εφαρμόζεται σε διαφορετικά πεδία. Στη διατροφή και στη σωματική άσκηση συνδέεται με τη φροντίδα της υγείας και ορίζεται με αναφορά σε αυτό που δεν καταπονεί τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Πρόκειται για κριτήριο προσαρμοσμένο στις αντοχές του και όχι για ένα κοινό αριθμητικό μέγεθος. Στη διαχείριση των χρημάτων απορρίπτονται τόσο οι άσκοπες δαπάνες όσο και η φιλαργυρία. Ο επιθυμητός τρόπος ζωής αποφεύγει, επομένως, δύο αντίθετες ακρότητες: ούτε σπατάλη ούτε υπερβολική προσκόλληση στο χρήμα. Η γενική αναγνώριση της υπεροχής του μέτρου ενοποιεί αυτές τις επιμέρους παραινέσεις. Οι αναφορές στη σωματική φροντίδα λειτουργούν εδώ ως παραδείγματα της ηθικής αρχής του μέτρου και όχι ως συγκεκριμένες οδηγίες υγείας.
5. Ο εθισμός στην ηθικά ορθή ζωή και η αποφυγή πράξεων που προκαλούν φθόνο. Η προτροπή να συνηθίσει κανείς σε καθαρό και άφθαρτο τρόπο ζωής δείχνει ότι η ηθική δεν εξαντλείται σε μεμονωμένες σωστές αποφάσεις. Απαιτεί σταθερή άσκηση και διαμόρφωση συνηθειών, ώστε η ορθή συμπεριφορά να αποκτήσει διάρκεια. Η αναφορά σε καθαρή ζωή εκφράζει την αξίωση η επιλογή να ανταποκρίνεται σε ένα πρότυπο ηθικής ακεραιότητας. Παράλληλα, η αποφυγή πράξεων που προκαλούν φθόνο εισάγει την κοινωνική διάσταση: ο άνθρωπος καλείται να εξετάζει και την επίδραση της συμπεριφοράς του στις σχέσεις με τους άλλους. Το κείμενο ζητά αποφυγή τέτοιων πράξεων, χωρίς να εξειδικεύει ποιες είναι· γι’ αυτό δεν χρειάζεται να τους αποδοθεί πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Συμπερασματικά, τα κυρίαρχα κριτήρια είναι η ουσιαστική ωφέλεια και η αποφυγή της βλάβης, η έλλογη εξέταση και η πρόβλεψη των συνεπειών, η απαραίτητη γνώση, η τήρηση του μέτρου και η σταθερή καλλιέργεια ηθικά ορθών συνηθειών. Τα κριτήρια αυτά συνεργάζονται: η γνώση και η σκέψη καθοδηγούν την απόφαση, το μέτρο ρυθμίζει τη συμπεριφορά και ο εθισμός δίνει διάρκεια στην ορθή στάση. Το πρότυπο που προβάλλεται είναι ένας άνθρωπος συνετός, υπεύθυνος και εγκρατής, που φροντίζει τη συνολική ποιότητα της ζωής του και ελέγχει τις πράξεις του πριν τις πραγματοποιήσει.
 
2. Βρίσκετε ομοιότητες με την αριστοτελική θεωρία της μεσότητας; Νομίζετε ότι το ηθικό πρότυπο που προβάλλει ο Πυθαγόρας είναι συμβατό με το αντίστοιχο του Αριστοτέλη;
 
Στα Πυθαγορικά ἔπη διαπιστώνονται ουσιαστικές ομοιότητες με την αριστοτελική θεωρία της μεσότητας. Και τα δύο κείμενα προβάλλουν ως επιθυμητή στάση την αποφυγή των ακροτήτων και την επιλογή του κατάλληλου μέτρου, με καθοδήγηση από τη σκέψη και τη γνώση. Το ηθικό πρότυπο της πυθαγόρειας παράδοσης είναι, επομένως, σε μεγάλο βαθμό συμβατό με το αριστοτελικό, χωρίς όμως οι δύο διδασκαλίες να ταυτίζονται ως προς τη θεωρητική επεξεργασία και τον τρόπο παρουσίασής τους.
1. Το μέτρο και η αποφυγή των δύο άκρων. Η σημαντικότερη ομοιότητα είναι η αναγνώριση του μέτρου ως κριτηρίου της ορθής συμπεριφοράς. Στο πυθαγόρειο απόσπασμα η αρχή αυτή εφαρμόζεται στη διατροφή, στην άσκηση και στη διαχείριση των χρημάτων. Ιδιαίτερα η απόρριψη τόσο των άσκοπων δαπανών όσο και της φιλαργυρίας παραπέμπει στη δομή της αριστοτελικής μεσότητας: η επιθυμητή στάση βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αντίθετες ακρότητες. Αντίστοιχα, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι ο ειδήμονας αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη και αναζητεί και επιλέγει το μέσο. Και στα δύο κείμενα, λοιπόν, το ορθό δεν ταυτίζεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση μιας συμπεριφοράς, αλλά με το αρμόζον μέτρο της. Αυτό δεν σημαίνει αδράνεια ή μετριότητα, αλλά ορθή ρύθμιση της πράξης.
2. Η προσαρμογή του μέτρου στον συγκεκριμένο άνθρωπο. Στα Πυθαγορικά ἔπη το μέτρο στη σωματική φροντίδα προσδιορίζεται με βάση αυτό που δεν καταπονεί το πρόσωπο. Το κριτήριο δεν είναι, επομένως, μια σταθερή ποσότητα υποχρεωτική για όλους, αλλά η σχέση της συμπεριφοράς με τις ιδιαίτερες αντοχές του ανθρώπου. Η διατύπωση παρουσιάζει σαφή συγγένεια με το αριστοτελικό μέσο «πρός ἡμᾶς», το οποίο δεν είναι ένα και ίδιο για όλους. Ο Αριστοτέλης αποδεικνύει αυτή τη θέση αντιπαραβάλλοντας τον Μίλωνα με τον αρχάριο: η ίδια ποσότητα τροφής μπορεί να είναι ανεπαρκής για τον έναν και υπερβολική για τον άλλον. Η ομοιότητα αφορά την εξατομίκευση του αρμόζοντος μέτρου· δεν σημαίνει ότι το πυθαγόρειο κριτήριο της μη καταπόνησης αποτελεί πλήρη ορισμό της αριστοτελικής ηθικής μεσότητας. Οι αναφορές αυτές εξετάζονται ως παραδείγματα ηθικής ρύθμισης και όχι ως συγκεκριμένες οδηγίες υγείας.
3. Η καθοδήγηση της επιλογής από τη σκέψη και τη γνώση. Η πυθαγόρεια προτροπή να προηγείται η σκέψη της πράξης, να εξετάζονται οι συνέπειές της και να αποκτάται η αναγκαία γνώση προβάλλει μια έλλογη και υπεύθυνη στάση. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να παρασύρεται άκριτα από άλλους ούτε να ενεργεί απερίσκεπτα. Αντίστοιχα, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στον «ἐπιστήμονα», ο οποίος «ζητεῖ» και «αἱρεῖται» το μέσο: η ορθή επιλογή προϋποθέτει γνώση, αναζήτηση και κρίση. Όπως εξηγεί το ερμηνευτικό σχόλιο, η προσωπική επιλογή κατευθύνεται από τη γνώση και τη λογική. Άρα, και στις δύο περιπτώσεις, ο προσωπικός χαρακτήρας της απόφασης δεν σημαίνει αυθαιρεσία. Το κατάλληλο μέτρο δεν είναι απλώς αυτό που επιθυμεί κανείς, αλλά αυτό που επιλέγει ύστερα από συνετή εξέταση.
4. Η σταθερή καλλιέργεια του χαρακτήρα. Η πυθαγόρεια προτροπή για εθισμό σε έναν καθαρό και άφθαρτο τρόπο ζωής δείχνει ότι η ηθική δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες αποφάσεις· απαιτεί τη διαμόρφωση σταθερών συνηθειών. Η θέση αυτή συμφωνεί με την παρουσίαση της αριστοτελικής αρετής στην εισαγωγή της ενότητας ως παγιωμένης στάσης απέναντι στα πάθη. Και οι δύο προσεγγίσεις προβάλλουν έναν άνθρωπο που καλλιεργεί με διάρκεια τον χαρακτήρα του, ελέγχει τις παρορμήσεις του και εφαρμόζει το μέτρο στην καθημερινή ζωή. Η συμβατότητα αφορά, επομένως, όχι μόνο το περιεχόμενο μιας ορθής επιλογής, αλλά και την ανάγκη αυτή να εντάσσεται σε έναν σταθερό τρόπο συμπεριφοράς.
5. Διαφορές που δεν αναιρούν τη συμβατότητα. Το πυθαγόρειο κείμενο έχει κυρίως παραινετικό χαρακτήρα: με άμεσες προτροπές και απαγορεύσεις δίνει κανόνες συνετής ζωής, συνδέοντας την επιλογή με την ωφέλεια, την αποφυγή της βλάβης, τη μη μεταμέλεια και την ευχάριστη διαβίωση. Το αριστοτελικό απόσπασμα είναι περισσότερο αναλυτικό και αποδεικτικό: διακρίνει με ακρίβεια το μέσο «κατά τό πρᾶγμα» από το μέσο «πρός ἡμᾶς», ορίζει τα χαρακτηριστικά τους και τεκμηριώνει τη διαφορά με παραδείγματα. Επίσης, η μη καταπόνηση ή η αποφυγή μελλοντικής μεταμέλειας δεν διατυπώνονται εδώ από τον Αριστοτέλη ως γενικοί ορισμοί της μεσότητας. Δεν πρέπει, συνεπώς, να ταυτίσουμε τα επιμέρους κριτήρια των δύο κειμένων ούτε να θεωρήσουμε ότι το πυθαγόρειο απόσπασμα περιέχει ήδη ολόκληρη την αριστοτελική θεωρία. Η κοινή αναγνώριση του μέτρου και της έλλογης επιλογής επιτρέπει να μιλήσουμε για συγγένεια, όχι για πλήρη θεωρητική ταυτότητα ή για αποδεδειγμένη άμεση εξάρτηση.
Συμπερασματικά, το ηθικό πρότυπο που προβάλλεται στα Πυθαγορικά ἔπη είναι σε μεγάλο βαθμό συμβατό με το αντίστοιχο του Αριστοτέλη: και τα δύο προκρίνουν τον συνετό, υπεύθυνο και εγκρατή άνθρωπο, ο οποίος αποφεύγει τις ακρότητες, αναζητεί το κατάλληλο μέτρο με σκέψη και γνώση και καλλιεργεί σταθερές καλές συνήθειες. Η πυθαγόρεια παράδοση εκφράζει αυτές τις αξίες κυρίως ως πρακτικές συμβουλές ζωής, ενώ ο Αριστοτέλης τις επεξεργάζεται με εννοιολογικές διακρίσεις και αποδεικτικό συλλογισμό. Πρόκειται, επομένως, για ουσιαστική συμφωνία στον βασικό ηθικό προσανατολισμό, με διαφορά στον βαθμό συστηματοποίησης και στη φιλοσοφική θεμελίωση.
 
2. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ Πρός Λεόντιον ἡγούμενον
Στη Φιλοκαλία (ανθολογία χριστιανικών-πατερικών κειμένων από τον 4ο έως τον 15ο αι., που γνώρισε μεγάλη διάδοση χρόνια της Τουρκοκρατίας) γίνεται συχνά αναφορά στη διάκριση, μια χριστιανική αρετή που παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με την αριστοτελική αρετή-μεσότητα. Ο Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος ήταν ασκητής του 5ου αι. μ.Χ.
 
Θυμάμαι ότι κάποτε πήγα στα μέρη της Θηβαΐδας, όπου έμενε ο μακάριος Αντώνιος. Είχαν μαζευτεί γέροντες κοντά του και συζητούσαν για την τελειότητα της αρετής, ποια άραγε να είναι η μεγαλύτερη από τις αρετές. Ο καθένας λοιπόν έλεγε τη γνώμη του. Άλλοι έλεγαν, η νηστεία και η αγρυπνία, γιατί με τις αρετές αυτές ο νους γίνεται πιο λεπτός και έρχεται η αγνότητα και μπορεί έτσι κανείς να πλησιάζει ευκολότερα τον Θεό. Άλλοι έλεγαν, η ακτημοσύνη και η καταφρόνηση των πραγμάτων που έχει κανείς δικά του, γιατί έτσι η διάνοια ελευθερώνεται από τα πολύπλοκα σχοινιά της κοσμικής φροντίδας και μπορεί ευκολότερα να προσεγγίζει το Θεό. Άλλοι προτίμησαν την αρετή της ελεημοσύνης [...]. Τελευταίος αποκρίθηκε ο μακάριος Αντώνιος: «Όλα αυτά που είπατε, και αναγκαία είναι και συμφέροντα για εκείνους που ζητούν τον Θεό και επιθυμούν να έρθουν σ’ Αυτόν. Αλλά δεν μας επιτρέπεται να δώσομε σ’ αυτές τις αρετές τα πρωτεία, επειδή έχομε δει πολλούς που έκαναν μεγάλες νηστείες και αγρυπνίες και αποτραβήχτηκαν στην έρημο, και είχαν τέλεια ακτημοσύνη, ώστε μηδέ την καθημερινή τροφή τους να κρατούν για τον εαυτό τους, και την ελεημοσύνη κατόρθωσαν τόσο πολύ, ώστε να μην φτάνουν τα υπάρχοντά τους για να δώσουν. Και ύστερα ξέπεσαν αξιολύπητα από την αρετή και γλύστρησαν στην κακία. Ποιο λοιπόν είναι εκείνο που τους έκανε να πλανηθούν από τον ίσιο δρόμο; Όχι τίποτε άλλο, κατά το δικό μου συμπέρασμα και τη γνώμη μου, παρά το ότι δεν είχαν το χάρισμα της διακρίσεως. Γιατί η διάκριση διδάσκει τον άνθρωπο ν’ αφήνει τις υπερβολές κι από τα δύο μέρη και να βαδίζει το βασιλικό δρόμο. Και ούτε επιτρέπει με την άμετρη εγκράτεια να εξαπατάται κανείς από τα δεξιά, ούτε πάλι να σέρνεται στην αδιαφορία και χαλαρότητα από τ’ αριστερά. [...] Η διάκριση, αφού εξετάσει όλες τις σκέψεις και τις πράξεις του ανθρώπου, διακρίνει και ξεχωρίζει κάθε τι κακό και μη αρεστό στο Θεό και απομακρύνει την πλάνη. [...] Με τη διάκριση συγκροτείται η σοφία, η νόηση και η εσωτερική αίσθηση. [...] Αυτή λέγεται και στέρεη τροφή εκείνων που από την άσκηση και συνήθεια έχουν γυμνασμένα τα πνευματικά αισθητήρια και διακρίνουν εύκολα μεταξύ του καλού και του κακού. Από αυτά αποδεικνύεται φανερά ότι χωρίς το χάρισμα της διακρίσεως δεν συγκροτείται αρετή ή δε μένει σταθερή μέχρι το τέλος, επειδή η διάκριση είναι μητέρα και φύλακας όλων των αρετών».
(μετάφραση Α. Γαλίτης)
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
1. Γιατί ο ασκητής Αντώνιος θεωρεί τη διάκριση ανώτερη από άλλες αρετές;
 
Ο ασκητής Αντώνιος θεωρεί τη διάκριση ανώτερη από τις άλλες αρετές, επειδή αυτή καθοδηγεί την ορθή άσκησή τους και εξασφαλίζει τη σταθερότητά τους. Δεν υποτιμά τη νηστεία, την αγρυπνία, την ακτημοσύνη ή την ελεημοσύνη· τις αναγνωρίζει ως αναγκαίες και ωφέλιμες για όσους επιδιώκουν να πλησιάσουν τον Θεό. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι δεν αρκεί η επίτευξη εντυπωσιακών ασκητικών κατορθωμάτων. Χωρίς την ικανότητα να εξετάζει και να αξιολογεί κανείς τις σκέψεις και τις πράξεις του, ακόμη και η μεγάλη προσπάθεια μπορεί να οδηγήσει σε πλάνη και σε απομάκρυνση από την αρετή.
Πρώτον, η ανωτερότητα της διάκρισης θεμελιώνεται στην εμπειρία. Ο Αντώνιος αναφέρει ότι πολλοί άνθρωποι πραγματοποίησαν μεγάλες νηστείες και αγρυπνίες, αποσύρθηκαν στην έρημο, έφτασαν σε πλήρη ακτημοσύνη και επέδειξαν εξαιρετική ελεημοσύνη, αλλά αργότερα εγκατέλειψαν την αρετή και περιέπεσαν στην κακία. Το παράδειγμα δείχνει ότι η έκταση μιας άσκησης δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση πνευματικής προόδου. Ως αιτία της αποτυχίας τους ο Αντώνιος προσδιορίζει την απουσία του χαρίσματος της διάκρισης. Επομένως, εκείνο που προέχει δεν είναι μόνο πόσο έντονα ασκείται κάποιος, αλλά αν η προσπάθειά του κατευθύνεται ορθά.
Δεύτερον, η διάκριση προστατεύει από τις δύο αντίθετες ακρότητες. Διδάσκει τον άνθρωπο να αποφεύγει τόσο την άμετρη εγκράτεια όσο και την αδιαφορία και τη χαλαρότητα. Η εικόνα του «βασιλικού δρόμου» δηλώνει την ασφαλή και ορθή πορεία ανάμεσα σε αυτές τις αποκλίσεις. Αξιοσημείωτο είναι ότι κίνδυνο δεν αποτελεί μόνο η ανεπαρκής προσπάθεια, αλλά και η υπερβολή σε μια φαινομενικά θετική συμπεριφορά. Η διάκριση αποτρέπει έτσι την ταύτιση της αρετής με την απεριόριστη ένταση της άσκησης. Η αναφορά εξετάζεται εδώ ως στοιχείο του επιχειρήματος του κειμένου και όχι ως πρακτική οδηγία άσκησης.
Τρίτον, λειτουργεί ως κριτήριο ελέγχου των σκέψεων και των πράξεων. Δεν αφορά μία μόνο δραστηριότητα, όπως η ελεημοσύνη ή η εγκράτεια, αλλά εξετάζει ολόκληρη τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Του επιτρέπει να ξεχωρίζει το κακό και ό,τι, σύμφωνα με το κείμενο, δεν είναι αρεστό στον Θεό, και να απομακρύνει την πλάνη. Η ανωτερότητά της είναι, συνεπώς, λειτουργική: ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται όλες οι άλλες αρετές και ελέγχει αν υπηρετούν πράγματι τον πνευματικό σκοπό τους. Χωρίς αυτήν, η εξωτερική εικόνα μιας ενάρετης πράξης μπορεί να συγκαλύπτει μια λανθασμένη κατεύθυνση.
Τέταρτον, συνδέεται με την πνευματική καλλιέργεια και τη διάρκεια της αρετής. Με τη διάκριση, όπως αναφέρεται στο απόσπασμα, συγκροτούνται η σοφία, η νόηση και η εσωτερική αίσθηση. Η εικόνα των γυμνασμένων πνευματικών αισθητηρίων δείχνει ότι η ικανότητα διάκρισης του καλού από το κακό συνδέεται με την άσκηση και τη συνήθεια. Η διάκριση παρουσιάζεται ως γνώρισμα πνευματικής ωριμότητας και όχι ως παρορμητική ή επιφανειακή κρίση. Γι’ αυτό ο Αντώνιος υπογραμμίζει ότι χωρίς αυτήν η αρετή ούτε συγκροτείται ορθά ούτε παραμένει σταθερή μέχρι το τέλος. Δεν αρκεί να αποκτηθεί προσωρινά μια καλή στάση· χρειάζεται να διατηρηθεί χωρίς εκτροπή.
Συμπερασματικά, η διάκριση υπερέχει επειδή αποτελεί προϋπόθεση της ορθής συγκρότησης, άσκησης και διατήρησης όλων των αρετών. Ο χαρακτηρισμός της ως «μητέρας» δηλώνει ότι στηρίζει τη γένεση και την ανάπτυξή τους, ενώ ο χαρακτηρισμός της ως «φύλακα» ότι τις προστατεύει από την υπερβολή, τη χαλαρότητα και την πλάνη. Ο Αντώνιος, επομένως, δεν απορρίπτει τις άλλες αρετές, αλλά τους δίνει την κατάλληλη θέση: είναι αναγκαίες και ωφέλιμες, όμως η διάκριση εξασφαλίζει ότι θα ασκούνται με ορθό προσανατολισμό και θα οδηγούν σε σταθερή πνευματική πρόοδο.
 
2. Ποιες ομοιότητες και ποιες διαφορές θεωρείτε ότι παρουσιάζει η αρετή της διάκρισης συγκριτικά με την αριστοτελική μεσότητα;
 
Η αρετή της διάκρισης, όπως παρουσιάζεται στο κείμενο του Ιωάννη Κασσιανού μέσα από την απάντηση του Αντωνίου, εμφανίζει ουσιαστικές ομοιότητες με την αριστοτελική μεσότητα: και οι δύο συνδέονται με την αποφυγή των ακροτήτων, την ορθή κρίση και τη σταθερή καλλιέργεια της ενάρετης στάσης. Δεν ταυτίζονται, ωστόσο, ούτε ως έννοιες ούτε ως προς τη θεμελίωση και τον τελικό προσανατολισμό τους. Η διάκριση είναι κυρίως η ικανότητα που καθοδηγεί και προστατεύει τις αρετές, ενώ η μεσότητα προσδιορίζει το αρμόζον μέτρο στις πράξεις και στα πάθη.
1. Κοινή απόρριψη των δύο ακροτήτων. Η βασικότερη ομοιότητα είναι ότι το ορθό δεν ταυτίζεται με την απεριόριστη ένταση μιας συμπεριφοράς. Ο Αντώνιος υποστηρίζει ότι η διάκριση οδηγεί στον «βασιλικό δρόμο», αποτρέποντας τόσο την «άμετρη εγκράτεια» όσο και την «αδιαφορία και χαλαρότητα». Αντίστοιχα, ο Αριστοτέλης τονίζει ότι ο ειδήμονας «τήν ὑπερβολήν μέν και τήν ἔλλειψιν φεύγει» και επιλέγει το μέσο. Και στα δύο κείμενα, επομένως, μια φαινομενικά θετική προσπάθεια μπορεί να εκτραπεί όταν υπερβαίνει το αρμόζον μέτρο. Η ορθή στάση δεν είναι ούτε υπερβολική αυστηρότητα ούτε ανεπαρκής προσπάθεια, αλλά κατάλληλη ρύθμιση της συμπεριφοράς. Στο πατερικό κείμενο οι δύο αποκλίσεις ονομάζονται «υπερβολές κι από τα δύο μέρη», ενώ ο Αριστοτέλης τις διακρίνει εννοιολογικά ως υπερβολή και έλλειψη.
2. Αναγκαιότητα της ορθής κρίσης. Η διάκριση εξετάζει τις σκέψεις και τις πράξεις, ξεχωρίζει το καλό από το κακό και απομακρύνει την πλάνη. Δεν αρκεί, συνεπώς, η εξωτερική επίδοση σε μια άσκηση· χρειάζεται αξιολόγηση του προσανατολισμού της. Αντίστοιχα, η αριστοτελική μεσότητα δεν προκύπτει από μηχανικό υπολογισμό: ο «ἐπιστήμων» αναζητεί και επιλέγει το μέσο, ενώ το ερμηνευτικό σχόλιο επισημαίνει ότι η προσωπική επιλογή καθοδηγείται από τη γνώση και τη λογική. Το παράδειγμα του προπονητή δείχνει ότι η ίδια ποσότητα τροφής δεν είναι κατάλληλη για όλους. Κοινό στοιχείο είναι, λοιπόν, η ανάγκη προσεκτικής κρίσης και όχι η άκριτη εφαρμογή μιας εξωτερικής ρύθμισης. Ωστόσο, μόνο το αριστοτελικό απόσπασμα διατυπώνει ρητά τη διάκριση ανάμεσα στο μέσο «κατά τό πρᾶγμα» και στο μέσο «πρός ἡμᾶς»· δεν πρέπει να αποδώσουμε αυτούσιο αυτόν τον ορισμό στον Κασσιανό.
3. Άσκηση, συνήθεια και σταθερότητα. Στο πατερικό κείμενο η διάκριση συνδέεται με τα πνευματικά αισθητήρια που έχουν καλλιεργηθεί «από την άσκηση και συνήθεια». Παράλληλα, εξασφαλίζει ότι η αρετή θα παραμείνει σταθερή μέχρι το τέλος. Στην εισαγωγή της αριστοτελικής ενότητας η αρετή παρουσιάζεται ως παγιωμένη στάση απέναντι στα πάθη, όχι ως πρόσκαιρη αντίδραση ή μεμονωμένο κατόρθωμα. Και οι δύο προσεγγίσεις αναγνωρίζουν, επομένως, ότι η ενάρετη ζωή απαιτεί διάρκεια, καλλιέργεια και σταθερότητα. Το πατερικό παράδειγμα όσων πραγματοποίησαν μεγάλες ασκητικές προσπάθειες αλλά αργότερα εξέπεσαν αναδεικνύει ειδικά τη διαφορά ανάμεσα στην εντυπωσιακή επίδοση και στη σταθερή ορθή στάση.
4. Διαφορετική εννοιολογική λειτουργία. Η διάκριση χαρακτηρίζεται «μητέρα και φύλακας όλων των αρετών», επειδή επιτρέπει την ορθή συγκρότηση, εφαρμογή και διατήρησή τους. Αποτελεί, έτσι, καθοδηγητική και ελεγκτική ικανότητα. Η μεσότητα, αντίθετα, προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο η ηθική αρετή αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη και επιτυγχάνει το αρμόζον μέτρο. Δεν παρουσιάζεται εδώ ως ξεχωριστή ανώτερη αρετή που επιβλέπει τις υπόλοιπες. Από λειτουργική άποψη, επομένως, η διάκριση προσεγγίζει περισσότερο την έλλογη κρίση που απαιτείται για να βρεθεί το μέσο -και, στο ευρύτερο αριστοτελικό πλαίσιο, τη φρόνηση- παρά ταυτίζεται με τη μεσότητα καθαυτή. Η συγγένεια αυτή δεν αναιρεί τη διαφορετική σημασία των όρων.
5. Διαφορετική θεμελίωση και τελικός προσανατολισμός. Η διάκριση εντάσσεται σε χριστιανικό και ασκητικό πλαίσιο. Ονομάζεται «χάρισμα», αξιολογεί όσα είναι ή δεν είναι αρεστά στον Θεό και καθοδηγεί εκείνους που επιθυμούν να Τον προσεγγίσουν. Ο προσανατολισμός της είναι, επομένως, ρητά θεοκεντρικός. Στον Αριστοτέλη, ο προσδιορισμός του μέσου στηρίζεται στην εξέταση των ανθρώπινων πράξεων και παθών, στη γνώση και στη λογική, με αναφορά στις συγκεκριμένες ανάγκες και περιστάσεις. Το απόσπασμα δεν χρησιμοποιεί ως κριτήριο το αρεστό στον Θεό ούτε παρουσιάζει τη μεσότητα ως χάρισμα. Η διαφορά δεν σημαίνει ότι η χριστιανική διάκριση αποκλείει τη σκέψη ή την καλλιέργεια: το κείμενο τη συνδέει ρητά με εξέταση, σοφία, νόηση, άσκηση και συνήθεια.
6. Διαφορετικό πεδίο παραδειγμάτων και τρόπος τεκμηρίωσης. Ο Κασσιανός παρουσιάζει μια συζήτηση για τις ασκητικές αρετές, όπως η νηστεία, η αγρυπνία, η ακτημοσύνη και η ελεημοσύνη. Η ανωτερότητα της διάκρισης υποστηρίζεται με την εμπειρία ανθρώπων που, παρά τις επιδόσεις τους, πλανήθηκαν, και με την περιγραφή της προστατευτικής της λειτουργίας. Ο Αριστοτέλης ξεκινά από μια γενική διάκριση των μεγεθών, δίνει ορισμούς και χρησιμοποιεί αριθμητικό και αθλητικό παράδειγμα, για να αποδείξει ότι το κατάλληλο μέσο δεν είναι ίδιο για όλους. Το πρώτο κείμενο έχει αφηγηματικό και πνευματικά διδακτικό χαρακτήρα, ενώ το δεύτερο αναπτύσσει κυρίως εννοιολογικό και αποδεικτικό συλλογισμό. Η διαφορά αφορά την παρουσίαση και τη θεμελίωση, όχι την παρουσία ή απουσία επιχειρημάτων.
Συμπερασματικά, η διάκριση και η αριστοτελική μεσότητα συγκλίνουν στην αποφυγή των άκρων, στην αναγκαιότητα ορθής κρίσης και στην καλλιέργεια μιας σταθερής ενάρετης ζωής. Διαφέρουν, όμως, επειδή η διάκριση είναι η καθοδηγητική ικανότητα που προστατεύει όλες τις αρετές μέσα σε ένα θεοκεντρικό ασκητικό πλαίσιο, ενώ η μεσότητα είναι ο προσδιορισμός του αρμόζοντος μέτρου στις ανθρώπινες πράξεις και στα πάθη, με κριτήριο τη γνώση και τον λόγο. Πρόκειται για ουσιαστική λειτουργική συγγένεια, όχι για πλήρη εννοιολογική ταυτότητα. Οι ομοιότητες των δύο αποσπασμάτων δεν αρκούν, επίσης, για να τεκμηριώσουν άμεση ιστορική εξάρτηση της μιας διδασκαλίας από την άλλη.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου