Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Έλλη Παππά «Η
ώρα του αποχαιρετισμού» Εισαγωγικό
σημείωμα Η Έλλη Παππά
(1920-2009), δημοσιογράφος και συγγραφέας, στο βιβλίο της «Αποχαιρετισμός στον
αιώνα μου», καταθέτει την κριτική μαρτυρία της για γεγονότα του 20ού αιώνα. Το απόσπασμα
που ακολουθεί προέρχεται από την εισαγωγή με τίτλο «Η ώρα του αποχαιρετισμού». Κείμενο Όποιος φτάνει στα χρόνια μου το νιώθει: η
ζωή όπως την ήξερε, από τις νεότερες ως και τις λογικά μεγαλύτερες ηλικίες, δεν
υπάρχει πια. Η ζωή του έχει γίνει Μνήμη. Η Μνήμη δουλεύει όπως κάθε
ευσυνείδητος ηλεκτρονικός υπολογιστής. Καταγράφει το υλικό που του έχεις φορτώσει,
το ταξινομεί στα αρχεία του από όπου μπορείς να το ανασύρεις κατά τη βούλησή
σου, κι όταν υπερφορτωθεί, είναι πάντα έτοιμος να ξεκαθαρίσει όσα κρατάνε τη
ζωντάνια τους και τα άλλα, όσα ο χρόνος σου λέει πως δεν αξίζουνε, πως άδικα
κρατάνε το χώρο, πρόθυμα τα σβήνει με ένα απλό delete. Ευτυχής εκείνος που η ζωή του του επιτρέπει να
χρησιμοποιεί συχνά το σβηστήρα του υπολογιστή του. Όποιος φτάνει στα χρόνια μου, με άλλα
λόγια όποιος έχει ζήσει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος ενός αιώνα, το ξέρει κι
αυτό: καθετί καινούργιο, που διεκδικεί μια θέση στη συνείδησή του, την αποκτά
με τον όρο πως η συνείδηση θα μπορέσει να συνδέσει το καινούργιο με το παρελθόν.
Είναι μια αυτόματη σύνδεση στην οποία οφείλεται ίσως αυτό που λέγανε άλλοτε «σοφία»
των γηρατειών. Η δική μου εμπειρία μου λέει πως τέτοια «σοφία» δεν υπάρχει παρά
μόνο στο βαθμό που ο υποψήφιος «σοφός» γέρων δεν ωραιοποιεί το κάθε παρελθόν
και δεν απορρίπτει με γεροντικό πείσμα το κάθε παρόν. Αλλά αυτό το γεροντικό
πείσμα δεν είναι αποκλειστικά αρρώστια της μεγάλης ηλικίας, εμφανίζεται και σε
νεότερες, ακόμα και σε νεότατες ηλικίες, ούτε είναι σπάνιο φαινόμενο η
προσκόλληση νέων ανθρώπων σε ένα γηρασμένο ή και νεκρό παρελθόν, κι αυτό
μπερδεύει το πρόβλημα. Ας αφήσουμε λοιπόν τις γενικότητες κι ας
περιοριστούμε στο θέμα μας, που είναι ο Αποχαιρετισμός. Δηλαδή η ουσία της
ζωής. Σε όλη της τη διάρκεια. Αποχαιρετισμός σημαίνει αποχωρισμός και
αποχωρισμός σημαίνει ένα τέλος. Τέλος της ζωής, τέλος του έρωτα, τέλος της χαράς,
τέλος του βασανισμού, τέλος μιας απλής συνάντησης, τέλος μιας εργασίας –οι
λέξεις καταφέρνουν να είναι πολυσήμαντες ως την παρανόηση. Κάθε αποχωρισμός
έχει το δικό του αποχαιρετισμό. Εδώ, σε αυτό το κείμενο, σημαίνει πως ήρθε η
ώρα να αποχαιρετήσω τον αιώνα που σφράγισε τη ζωή μου. Στην πιο στεγνή του εκδοχή, σημαίνει πως
δεν πρόκειται πλέον να ασχοληθώ με την ιστορική περίοδο που άρχισε ως αιώνας
των ελπίδων και τελείωσε ως αιώνας των διαψεύσεων. Με λίγα λόγια σημαίνει πως
όσα θεωρούσα υποχρέωσή μου να μαρτυρήσω για τον δικό μου αιώνα τα είπα ή και τα
κατέγραψα, κι από δω και πέρα δεν έχω τη δυνατότητα –ούτε το δικαίωμα– να μιλάω
για όσα δεν πρόκειται να ζήσω. Όσα έγιναν όσο ζούσα είναι πια παρελθόν, ανήκουν
πλέον στην Ιστορία, κι αυτή θα καθαρίσει μαζί τους. Οι τυχαία επιζώντες, στους οποίους ανήκω,
δύο τρόπους έχουν να σηκώσουν το βάρος των χρόνων τους. Ο ένας, ο ευκολότερος,
είναι να ενδώσουν στον πειρασμό της απολίθωσης, να περάσουν τον υπόλοιπο βίο
τους ως νεκρά απολιθώματα περασμένων καιρών. Ο δεύτερος είναι να αποδεχτούν το
δυσκολότερο, τη μαρτυρία. Που σημαίνει να σηκώνεις το βαρύ φορτίο του μάρτυρα
–με τη διπλή του έννοια. Του μάρτυρα που δεν είδε από μακριά, ως άσχετος θεατής
τα γεγονότα, μα μέσα από τη φωτιά τους, αυτουργός στο βάθος της ευθύνης του, μα
και χωρίς ποτέ να δεχτεί το ελαφρυντικό του ανεύθυνου θύματος. Του μάρτυρα του
πάντα αγωνιζόμενου και πάντα διψασμένου για Αλήθεια. Βαρύ το φορτίο, αλλά σε
σώζει από το χειρότερο –να τελειώνεις το βίο σου ως βάρος της γης, μισητό άχθος
αρούρης. [...] Τον έζησα τον εικοστό αιώνα. Με ζωή και με
θάνατο. Πάλεψα μαζί του όσο μπορούσα. Με ζωή και με θάνατο. Στις μεγάλες του
ώρες και στις ώρες των διαψεύσεων. Κι εκεί, κοντά στο τέλος του, έζησα τη
μεγάλη διάψευση –που δεν έπεσε σαν ξαφνικός κεραυνός. Από χρόνια ακουγόταν η
βουή της που όλο και πλησίαζε, μα ήταν πολλοί εκείνοι που δεν ήθελαν να την ακούσουν.
Είχα την κακή τύχη να την ακούω και, το χειρότερο, να τη μεταφέρω στο χαρτί. Τίμημα,
ο αποκλεισμός. Όχι όμως και η απογοήτευση. Με έσωσε η προσπάθειά μου, όσες κι
αν ήταν οι αντιδράσεις, να κοιτάξω τον αιώνα μου κατάματα, χωρίς αυταπάτες, και
να καταγράψω, όσο μου επέτρεπαν οι δυνάμεις μου, επιλογές, πράξεις και
παραλείψεις που οδηγούσαν στην καταστροφή εκείνου του μέλλοντος στο οποίο
είχαμε αποθέσει τις ελπίδες μας. Με έσωσαν εκείνοι που κατανόησαν την όποια
προσπάθειά μου και με στήριξαν, και οι νεότεροι –που κατανοούν και με στηρίζουν
και μου δίνουν τη δύναμη να σηκώνω ακόμη το βάρος των όσων έζησα. Σ’ αυτούς,
τους κάπως παλιότερους και τους νέους, οφείλω αυτό το αφιερωμένο στον τρομερό εικοστό
αιώνα και στην επικίνδυνη κληρονομιά του κείμενό μου. Έτσι μπορώ να ολοκληρώσω τον
αποχαιρετισμό μου με το λόγο του ποιητή –τροποποιημένο για χάρη της γενιάς μου:
Εμείς φύγαμε. Εσείς να δούμε τώρα. Παππά, Έ. (2005).
Αποχαιρετισμός στον αιώνα μου. Αθήνα:
Κέδρος. 7-11. 1. Ποια σχήματα
λόγου αξιοποιούνται στην πρώτη παράγραφο του κειμένου και ποια είναι η
λειτουργία τους; Στην
πρώτη παράγραφο αξιοποιούνται κυρίως η παρομοίωση, η προσωποποίηση και η
μεταφορά, οι οποίες συγκροτούν μια εκτεταμένη αναλογία ανάμεσα στην ανθρώπινη
μνήμη και στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Παρομοίωση: «Η
Μνήμη δουλεύει όπως κάθε ευσυνείδητος ηλεκτρονικός υπολογιστής». Με το «όπως» η
λειτουργία της μνήμης παραλληλίζεται άμεσα με εκείνη ενός υπολογιστή: και οι
δύο καταγράφουν, ταξινομούν, ανακαλούν και διαγράφουν πληροφορίες. Έτσι, η
σύνθετη λειτουργία της μνήμης αποδίδεται με τρόπο παραστατικό και εύληπτο. Προσωποποίηση: Στις
φράσεις «ευσυνείδητος ηλεκτρονικός υπολογιστής» και «πρόθυμα τα σβήνει»
αποδίδονται στο μηχάνημα ανθρώπινες ιδιότητες, όπως η ευσυνειδησία και η
προθυμία. Παράλληλα, στη φράση «ο χρόνος σου λέει πως δεν αξίζουνε» ο χρόνος παρουσιάζεται
να μιλά και να κρίνει. Οι προσωποποιήσεις ζωντανεύουν την αφήγηση και
υπογραμμίζουν ότι η επιλογή των αναμνήσεων δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία,
αλλά συνδέεται με την προσωπική κρίση και το πέρασμα του χρόνου. Μεταφορά: Στη
φράση «Η ζωή του έχει γίνει Μνήμη» η ζωή ταυτίζεται με το σύνολο των αναμνήσεων
που έχουν απομείνει από αυτήν. Η μεταφορά αποδίδει τη βαθιά μεταβολή που
επιφέρει το γήρας: το παρόν περιορίζεται και το παρελθόν κυριαρχεί στη
συνείδηση του ανθρώπου. Μεταφορική
έκφραση: Με τη φράση «να χρησιμοποιεί συχνά το σβηστήρα του
υπολογιστή του» η λήθη παρουσιάζεται ως συνειδητή διαγραφή ανεπιθύμητων ή
επώδυνων αναμνήσεων. Η εικόνα αυτή τονίζει, με μια διακριτικά ειρωνική διάθεση,
πόσο ευτυχής είναι όποιος μπορεί να αποδεσμεύεται από το βάρος τους. Εκτεταμένη
μεταφορά / αναλογία: Η αντιστοιχία μνήμης και υπολογιστή αναπτύσσεται
σε ολόκληρη την παράγραφο με όρους της πληροφορικής, όπως «καταγράφει το
υλικό», «το ταξινομεί στα αρχεία του», «να το ανασύρεις», «υπερφορτωθεί» και
«delete». Με αυτό το σχήμα η συγγραφέας συγκεκριμενοποιεί μια αφηρημένη νοητική
λειτουργία, οργανώνει παραστατικά τη διαδικασία της ανάκλησης και της λήθης και
αναδεικνύει τον επιλεκτικό χαρακτήρα της μνήμης στα γηρατειά. Συνολικά, τα
σχήματα λόγου προσδίδουν ζωντάνια, σαφήνεια και εκφραστικότητα, ενώ εισάγουν το
βασικό θέμα του κειμένου: τη σχέση του ηλικιωμένου ανθρώπου με το παρελθόν και
τις αναμνήσεις του. 2. Ποιος είναι ο
κύριος ισχυρισμός στη δεύτερη παράγραφο και πώς τεκμηριώνεται; Ο κύριος
ισχυρισμός της συγγραφέως στη δεύτερη παράγραφο είναι ότι η λεγόμενη «σοφία των
γηρατειών» δεν αποτελεί αυτόματο επακόλουθο της ηλικίας. Μπορεί να προκύψει από
την ικανότητα του ηλικιωμένου να συνδέει κάθε νέο στοιχείο με τις εμπειρίες του
παρελθόντος, μόνο όμως εφόσον αντιμετωπίζει κριτικά τόσο το παρελθόν όσο και το
παρόν: δεν εξιδανικεύει το πρώτο και δεν απορρίπτει πεισματικά το δεύτερο. Η θέση
αυτή τεκμηριώνεται με επίκληση στην προσωπική εμπειρία, με λογική
επιχειρηματολογία και με παρατήρηση της κοινωνικής πραγματικότητας: Προσωπική
μαρτυρία – επίκληση στο ήθος της συγγραφέως: Με τις φράσεις «Όποιος
φτάνει στα χρόνια μου […] το ξέρει κι αυτό» και «Η δική μου εμπειρία μου λέει»
η συγγραφέας αντλεί αξιοπιστία από τη μακρά βιωματική της εμπειρία. Δεν
παρουσιάζει, ωστόσο, την άποψή της ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια, αλλά ως ώριμο συμπέρασμα
που προκύπτει από όσα έχει ζήσει και παρατηρήσει. Λογική
επιχειρηματολογία μέσω προϋποθέσεων: Αρχικά αναγνωρίζει ότι η
αυτόματη σύνδεση του καινούργιου με το παρελθόν ενδέχεται να αποτελεί την πηγή
αυτού που παλαιότερα ονομαζόταν «σοφία». Στη συνέχεια περιορίζει αυτή τη
γενίκευση, θέτοντας δύο αναγκαίες προϋποθέσεις: ο υποψήφιος «σοφός» γέροντας να
μην ωραιοποιεί το παρελθόν και να μην απορρίπτει με πείσμα το παρόν. Με αυτόν
τον συλλογισμό ανασκευάζεται το στερεότυπο ότι η ηλικία από μόνη της
συνεπάγεται σοφία. Εμπειρική
παρατήρηση καιαντιπαραβολή ηλικιών: Η συγγραφέας
επισημαίνει ότι το «γεροντικό πείσμα» δεν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα της
μεγάλης ηλικίας, αλλά εμφανίζεται ακόμη και σε «νεότατες ηλικίες». Η αναφορά
στην προσκόλληση νέων ανθρώπων σε ένα «γηρασμένο ή και νεκρό παρελθόν» ενισχύει
τον ισχυρισμό της: η πνευματική ακαμψία δεν καθορίζεται από τη βιολογική ηλικία.
Επομένως, η πραγματική σοφία συνδέεται με την κριτική και ανοιχτή στάση
απέναντι στο παρελθόν και στο παρόν, όχι απλώς με τη συσσώρευση χρόνων. 3. Ποια
είναι η βασική θέση της γράφουσας στην τρίτη παράγραφο και με ποιες γλωσσικές
επιλογές την αναδεικνύει; Στην
τρίτη παράγραφο η βασική θέση της συγγραφέως είναι ότι ο αποχαιρετισμός, ως
αποχωρισμός και τέλος, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο ολόκληρης της ανθρώπινης
ζωής. Η ζωή συντίθεται από διαδοχικά μικρά και μεγάλα τέλη -της ζωής, του
έρωτα, της χαράς, του πόνου, μιας συνάντησης ή μιας εργασίας- και κάθε
αποχωρισμός συνοδεύεται από τον δικό του αποχαιρετισμό. Από αυτή τη γενική
διαπίστωση η συγγραφέας περνά στο προσωπικό της βίωμα: έχει έρθει η ώρα να
αποχαιρετήσει τον εικοστό αιώνα, ο οποίος «σφράγισε» τη ζωή της. Γλωσσικές
επιλογές με τις οποίες αναδεικνύεται η θέση Για να
προσδώσει έμφαση, καθολικότητα και συναισθηματική ένταση στη θέση της, η
συγγραφέας αξιοποιεί τις ακόλουθες γλωσσικές επιλογές: Προτρεπτική
υποτακτική σε α΄ πληθυντικό πρόσωπο: Με τις φράσεις «Ας αφήσουμε
λοιπόν τις γενικότητες κι ας περιοριστούμε στο θέμα μας» σηματοδοτεί τη
μετάβαση από τον γενικό προβληματισμό στο κύριο θέμα του κειμένου. Το α΄
πληθυντικό πρόσωπο εντάσσει και τον αναγνώστη στον συλλογισμό, δημιουργώντας
αμεσότητα και επικοινωνιακή οικειότητα. Βραχυπερίοδος
λόγος και ελλειπτικές προτάσεις: Οι σύντομες φράσεις «Δηλαδή η
ουσία της ζωής. Σε όλη της τη διάρκεια.» είναι ελλειπτικές, καθώς απουσιάζει το
ρήμα. Ο κοφτός, αποφθεγματικός τόνος δίνει έμφαση στην ταύτιση του
αποχαιρετισμού με την ουσία της ζωής και δημιουργεί παύσεις που ενισχύουν τον
στοχαστικό χαρακτήρα του λόγου. Ορισμός
και παραγωγικός συλλογισμός: Στη διατύπωση «Αποχαιρετισμός σημαίνει
αποχωρισμός και αποχωρισμός σημαίνει ένα τέλος» οι έννοιες συνδέονται
διαδοχικά. Η αλυσιδωτή αυτή πορεία οδηγεί με λογική σαφήνεια από τον
αποχαιρετισμό στο τέλος και θεμελιώνει την κεντρική θέση της παραγράφου. Επαναφορά,
ασύνδετο σχήμα και απαρίθμηση: Η επανάληψη της λέξης «τέλος»
στην αρχή διαδοχικών φράσεων («Τέλος της ζωής, τέλος του έρωτα, τέλος της χαράς…»),
μαζί με την παράθεση χωρίς συνδέσμους, δημιουργεί έντονο ρυθμό και συσσώρευση.
Η απαρίθμηση ετερόκλητων εμπειριών, από τις πιο καθοριστικές έως τις πιο
καθημερινές, αναδεικνύει την καθολικότητα του αποχωρισμού. Κεφαλαιογράφηση
της λέξης «Αποχαιρετισμός»: Το αρχικό κεφαλαίο προσδίδει στη λέξη
ιδιαίτερη σημασιολογική βαρύτητα και την αναδεικνύει σε κεντρική, σχεδόν
προσωποποιημένη έννοια του κειμένου, πέρα από τη σημασία μιας απλής καθημερινής
πράξης. Μετάβαση
από το γενικό στο προσωπικό και χρήση α΄ ενικού προσώπου: Αφού
διατυπώσει τη γενική αρχή ότι «κάθε αποχωρισμός έχει το δικό του
αποχαιρετισμό», η συγγραφέας καταλήγει στο α΄ ενικό πρόσωπο: «ήρθε η ώρα να
αποχαιρετήσω τον αιώνα που σφράγισε τη ζωή μου». Έτσι, η αφηρημένη ιδέα αποκτά
βιωματικό χαρακτήρα, ενώ η μεταφορά «σφράγισε τη ζωή μου» δηλώνει την
καθοριστική επίδραση του εικοστού αιώνα στην προσωπική της πορεία. 4. Ποιο
είναι το ύφος που κυριαρχεί στην τέταρτη παράγραφο του κειμένου και πώς γίνεται
αυτό αντιληπτό σε γλωσσικό επίπεδο; Στην
τέταρτη παράγραφο κυριαρχεί ύφος νηφάλιο, λιτό, εξομολογητικό και απολογιστικό,
με έντονη ρεαλιστική και αποφθεγματική διάσταση. Η συγγραφέας απομακρύνεται από
τον στοχαστικό τόνο της προηγούμενης παραγράφου και αποδίδει με ευθύτητα το
πρακτικό περιεχόμενο του αποχαιρετισμού της, όπως δηλώνει ήδη η φράση «Στην πιο
στεγνή του εκδοχή». Το ύφος αυτό
γίνεται αντιληπτό από τις ακόλουθες γλωσσικές επιλογές: Μεταγλωσσικοί
και επεξηγηματικοί δείκτες: Οι φράσεις «Στην πιο στεγνή του εκδοχή» και
«Με λίγα λόγια σημαίνει» δηλώνουν ρητά την πρόθεση της συγγραφέως να
αποσαφηνίσει και να συνοψίσει τη σκέψη της. Έτσι, περιορίζεται η συναισθηματική
φόρτιση και ενισχύονται η σαφήνεια, η λιτότητα και ο απολογιστικός χαρακτήρας
του λόγου. Ιστορικό
και δεοντολογικό λεξιλόγιο: Οι λέξεις και οι φράσεις «ιστορική
περίοδο», «υποχρέωσή μου», «δικαίωμα», «παρελθόν» και «Ιστορία» προσδίδουν
σοβαρότητα και δηλώνουν ότι η συγγραφέας αντιλαμβάνεται τη μαρτυρία της ως
πράξη ευθύνης. Το προσωπικό βίωμα εντάσσεται έτσι σε ένα ευρύτερο ιστορικό
πλαίσιο. Αντίθεση
και παραλληλισμός: Στη φράση «άρχισε ως αιώνας των ελπίδων και
τελείωσε ως αιώνας των διαψεύσεων» αντιπαρατίθενται συμμετρικά η αφετηρία και η
κατάληξη του εικοστού αιώνα. Η πυκνή αυτή διατύπωση συμπυκνώνει την ιστορική
αποτίμηση της συγγραφέως και προσδίδει στο ύφος αποφθεγματικότητα, πικρία και
τελεσίδικη βεβαιότητα. Άρνηση,
παρενθετική παύλα και κλιμάκωση: Στη διατύπωση «δεν έχω τη
δυνατότητα -ούτε το δικαίωμα- να μιλάω» η διπλή άρνηση και η προσθήκη «ούτε το
δικαίωμα» κλιμακώνουν τον αυτοπεριορισμό: από την αντικειμενική αδυναμία περνά
στην ηθική απαγόρευση. Οι παύλες προβάλλουν εμφατικά τη δεύτερη, αυστηρότερη
κρίση και φανερώνουν αυτογνωσία και συναίσθηση ευθύνης. Προφορικότητα
και προσωποποίηση της Ιστορίας: Στη φράση «κι αυτή θα καθαρίσει
μαζί τους» η Ιστορία προσωποποιείται, καθώς παρουσιάζεται να αναλαμβάνει την
τελική αποτίμηση των γεγονότων. Ταυτόχρονα, το καθημερινό ρήμα «θα καθαρίσει»
προσδίδει προφορικότητα και οικειότητα, κλείνοντας την παράγραφο με τόνο
τελεσίδικο: όσα ανήκουν πλέον στο παρελθόν παραδίδονται στην κρίση της
Ιστορίας. 5. Πώς
συνδέονται οι γλωσσικές επιλογές της πέμπτης παραγράφου με την πρόθεση της
γράφουσας; Βασική
πρόθεση της συγγραφέως στην πέμπτη παράγραφο είναι να αναδείξει το ηθικό χρέος
όσων επέζησαν από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα: να μην αδρανοποιηθούν
πνευματικά, αλλά να καταθέσουν υπεύθυνα τη μαρτυρία τους. Παρουσιάζει, έτσι,
δύο αντίθετες στάσεις απέναντι στο βάρος της ηλικίας και της ιστορικής
εμπειρίας -την εύκολη «απολίθωση» και τη δύσκολη μαρτυρία- και προκρίνει τη
δεύτερη ως στάση αγώνα, ευθύνης και αναζήτησης της αλήθειας. Η πρόθεση
αυτή υπηρετείται από τις ακόλουθες γλωσσικές επιλογές: Αντίθεση
και διλημματική διάρθρωση: Η οργάνωση «Ο ένας, ο ευκολότερος» – «Ο
δεύτερος […] το δυσκολότερο» αντιπαραθέτει ευκρινώς τις δύο δυνατές στάσεις:
την παθητική απολίθωση και την ενεργητική μαρτυρία. Παράλληλα, ο «άσχετος
θεατής» αντιδιαστέλλεται προς εκείνον που έζησε τα γεγονότα «μέσα από τη φωτιά
τους». Με αυτή τη διλημματική δομή η συγγραφέας απορρίπτει την ουδετερότητα και
προβάλλει τη μαρτυρία ως συνειδητή, επίπονη επιλογή ευθύνης. Μεταφορικός
λόγος και σημασιολογικό πεδίο του βάρους: Οι φράσεις «να σηκώσουν το βάρος
των χρόνων τους», «βαρύ φορτίο», «πειρασμός της απολίθωσης», «νεκρά απολιθώματα»
και «μέσα από τη φωτιά» μετατρέπουν την ιστορική μνήμη και την ευθύνη του
επιζώντος σε παραστατικές, σχεδόν σωματικές εμπειρίες. Ιδίως η «απολίθωση»
δηλώνει την πνευματική ακινησία και τη νέκρωση όσων παραμένουν εγκλωβισμένοι
στο παρελθόν, ενώ το «φορτίο» αναδεικνύει τη δυσκολία αλλά και την αξία της
μαρτυρίας. Επαναφορά
και διπλή σημασία της λέξης «μάρτυρας»: Η επανάληψη «Του μάρτυρα […]
Του μάρτυρα» προσδίδει έμφαση και ρυθμό, ενώ η ρητή αναφορά στη «διπλή του
έννοια» ενεργοποιεί τόσο τη σημασία εκείνου που καταθέτει όσα έζησε όσο και
εκείνου που δοκιμάζεται και υποφέρει. Έτσι, η μαρτυρία παρουσιάζεται όχι ως
απλή αφήγηση γεγονότων, αλλά ως διαρκής αγώνας για την αλήθεια, που προϋποθέτει
προσωπική συμμετοχή και ανάληψη ευθύνης. Διακειμενική
αναφορά και λόγιο λεξιλόγιο: Η ομηρική έκφραση «άχθος αρούρης», την
οποία η ίδια επεξηγεί ως «βάρος της γης», προσδίδει διαχρονικό και υψηλό τόνο
στην κατακλείδα. Η αναφορά εντείνει την απαξίωση μιας ζωής χωρίς ενεργό
συμμετοχή και προσφορά και, επομένως, λειτουργεί ως ισχυρή προειδοποίηση
απέναντι στην παραίτηση από το χρέος της μαρτυρίας. Εναλλαγή ρηματικών
προσώπων και γενικευτικό β΄ ενικό: Η συγγραφέας ξεκινά με το γ΄
πληθυντικό («Οι τυχαία επιζώντες») και εντάσσει τον εαυτό της στην ομάδα με το
α΄ ενικό («στους οποίους ανήκω»), ενώ στη συνέχεια περνά στο γενικευτικό β΄ ενικό
(«να σηκώνεις», «σε σώζει», «να τελειώνεις»). Η εναλλαγή αυτή μετατρέπει το
προσωπικό βίωμα σε καθολικό προβληματισμό και εμπλέκει άμεσα τον αναγνώστη,
ώστε το χρέος της υπεύθυνης στάσης απέναντι στην Ιστορία να παρουσιαστεί ως
υπόθεση κάθε ανθρώπου. 6. Ποιο
είναι το κεντρικό μήνυμα της έκτης παραγράφου και με ποιες γλωσσικές επιλογές
μεταδίδεται στον αναγνώστη; Το
κεντρικό μήνυμα της έκτης και τελευταίας παραγράφου είναι ότι η ουσιαστική
δικαίωση του ανθρώπου που έζησε μια ταραγμένη ιστορική εποχή βρίσκεται στην
επίμονη αναζήτηση και καταγραφή της αλήθειας, παρά το προσωπικό κόστος. Η
συγγραφέας αποτιμά τη βιωματική και αγωνιστική σχέση της με τον 20ό αιώνα,
εξηγεί ότι απέφυγε την απογοήτευση επειδή αντιμετώπισε κριτικά τη «μεγάλη
διάψευση» και αναγνώρισε επιλογές, πράξεις και παραλείψεις που οδήγησαν στην
καταστροφή των συλλογικών προσδοκιών. Παράλληλα, ευχαριστεί όσους στήριξαν την
προσπάθειά της και παραδίδει στις νεότερες γενιές την ευθύνη να διαχειριστούν
την «επικίνδυνη κληρονομιά» του αιώνα με εγρήγορση, χωρίς αυταπάτες. Το μήνυμα
μεταδίδεται με εξομολογητικό, απολογιστικό και αποφασιστικό τόνο, μέσω των ακόλουθων
γλωσσικών επιλογών: Βραχυπερίοδος
και ελλειπτικός λόγος: Στην αρχή της παραγράφου οι σύντομες, κοφτές
περίοδοι («Τον έζησα τον εικοστό αιώνα. Με ζωή και με θάνατο. Πάλεψα μαζί του
όσο μπορούσα.»), ορισμένες χωρίς ρήμα, προσδίδουν ένταση, ρυθμό και
αποφθεγματικότητα. Παράλληλα, προβάλλουν την απόλυτη και βιωματική εμπλοκή της
συγγραφέως με την εποχή της. Επαναλήψεις
και συντακτικός παραλληλισμός: Η επανάληψη «Με ζωή και με
θάνατο» τονίζει την ολόπλευρη, υπαρξιακή συμμετοχή της στα γεγονότα.
Αντίστοιχα, ο παραλληλισμός «Με έσωσε η προσπάθειά μου» – «Με έσωσαν εκείνοι»
αναδεικνύει τις δύο πηγές της ηθικής και πνευματικής της αντοχής: την προσωπική
επιμονή στην αλήθεια και την υποστήριξη των ανθρώπων που κατανόησαν τον αγώνα
της. Μεταφορές,
παρομοίωση και αισθητηριακές εικόνες: Η «μεγάλη διάψευση» δεν
εμφανίζεται σαν «ξαφνικός κεραυνός», αλλά προαναγγέλλεται από τη «βουή» που πλησιάζει.
Η παρομοίωση και η ακουστική εικόνα αποδίδουν την απειλή ως σταδιακά ορατή
εξέλιξη, την οποία πολλοί επέλεξαν να αγνοήσουν. Η μεταφορά «να κοιτάξω τον
αιώνα μου κατάματα» δηλώνει θαρραλέα και απροκατάληπτη αντιμετώπιση της
πραγματικότητας, ενώ το «βάρος των όσων έζησα» υπογραμμίζει το ψυχικό και ηθικό
φορτίο της μνήμης. Αντίθεση
και ονοματικές προτάσεις: Η διατύπωση «Τίμημα, ο αποκλεισμός. Όχι
όμως και η απογοήτευση.» αντιπαραθέτει το εξωτερικό κόστος της στάσης της προς
την εσωτερική της αντοχή. Οι ελλειπτικές ονοματικές προτάσεις δίνουν έμφαση και
συμπυκνώνουν το νόημα: ο αποκλεισμός υπήρξε πραγματικός, δεν οδήγησε όμως σε
παραίτηση ή απώλεια της πίστης στην αξία της κριτικής μαρτυρίας. Διακειμενική
αναφορά και εναλλαγή ρηματικών προσώπων στην κατακλείδα: Το
κείμενο ολοκληρώνεται με ελαφρά τροποποίηση ενός στίχου του Οδυσσέα Ελύτη:
«Εμείς φύγαμε. Εσείς να δούμε τώρα». Η μετάβαση από το α΄ ενικό της προσωπικής
μαρτυρίας στο «εμείς» της απερχόμενης γενιάς και, τελικά, στο άμεσο «εσείς» των
νεότερων διευρύνει το ατομικό βίωμα σε συλλογική παρακαταθήκη. Με αυτή
την επιλογή η συγγραφέας εντάσσει τον εαυτό της στη γενιά που ολοκλήρωσε την
ιστορική της διαδρομή και απευθύνεται άμεσα στους νέους, στους οποίους
παραδίδει όχι έτοιμες απαντήσεις, αλλά την ευθύνη της κρίσης και της δράσης. Ο
ελλειπτικός και προκλητικός τόνος της φράσης αφήνει σκόπιμα το μέλλον ανοιχτό.
Έτσι, ο αποχαιρετισμός μετατρέπεται σε κάλεσμα εγρήγορσης: η νέα γενιά καλείται
να αποδείξει στην πράξη πώς θα αντιμετωπίσει την ιστορική κληρονομιά που
παραλαμβάνει. 7. Πώς
επιτυγχάνεται η συνοχή μεταξύ των παραγράφων του κειμένου; Η συνοχή
μεταξύ των παραγράφων επιτυγχάνεται με λεκτικές επαναλήψεις, διαρθρωτικές
λέξεις, αντωνυμικές αναφορές, επανάληψη βασικών εννοιών και προοδευτική
νοηματική εξέλιξη. Κάθε παράγραφος παραλαμβάνει ένα στοιχείο της προηγούμενης
και το διευρύνει ή το εξειδικεύει, ώστε το κείμενο να εξελίσσεται ομαλά από τον
γενικό στοχασμό για τη μνήμη και το γήρας στον προσωπικό αποχαιρετισμό της
συγγραφέως προς τον 20ό αιώνα. Ειδικότερα,
οι συνεκτικοί δεσμοί ανάμεσα στις διαδοχικές παραγράφους διαμορφώνονται ως
εξής: 1η–2η
παράγραφος — λεκτική επανάληψη και θεματική συνέχεια: Η
δεύτερη παράγραφος αρχίζει με την ίδια φράση που ανοίγει και την πρώτη, «Όποιος
φτάνει στα χρόνια μου», επαναφέροντας το κοινό θεματικό πλαίσιο του γήρατος και
της συσσωρευμένης εμπειρίας. Η επεξηγηματική φράση «με άλλα λόγια»
αναδιατυπώνει και εξειδικεύει την αρχική αναφορά, ενώ η έννοια της «συνείδησης»
συνεχίζει τον προβληματισμό για τη λειτουργία της μνήμης. 2η–3η
παράγραφος — διαρθρωτικός δείκτης και μετάβαση από το γενικό στο ειδικό: Με τη
φράση «Ας αφήσουμε λοιπόν τις γενικότητες» η συγγραφέας ολοκληρώνει τον γενικό
προβληματισμό για τη μνήμη, το γήρας και τη σοφία. Ο συμπερασματικός και
μεταβατικός δείκτης «λοιπόν» σηματοδοτεί τη στροφή στο ειδικό θέμα του
κειμένου, «που είναι ο Αποχαιρετισμός». 3η–4η
παράγραφος — αντωνυμική αναφορά, λεκτική επανάληψη και εξειδίκευση: Στην
αρχή της τέταρτης παραγράφου, η αντωνυμία «του» στη φράση «Στην πιο στεγνή του
εκδοχή» αναφέρεται στον «Αποχαιρετισμό» της προηγούμενης. Παράλληλα, η
επανάληψη του ρήματος «σημαίνει» συνεχίζει την αλυσίδα των ορισμών της τρίτης
παραγράφου. Έτσι, η γενική έννοια του αποχαιρετισμού εξειδικεύεται: για τη
συγγραφέα σημαίνει ότι παύει πλέον να ασχολείται με την ιστορική περίοδο που
έζησε. 4η–5η
παράγραφος — θεματική συνάφεια και σχέση γεγονότων–μαρτύρων: Η
τέταρτη παράγραφος ολοκληρώνεται με την ένταξη όσων συνέβησαν στο «παρελθόν»
και στην «Ιστορία». Η πέμπτη μετατοπίζει την προσοχή από τα ιστορικά γεγονότα
στους ανθρώπους που τα έζησαν, τους «τυχαία επιζώντες», και στο χρέος τους να
καταθέσουν τη μαρτυρία τους. Επομένως, η σύνδεση είναι συμπληρωματική: από την
ιστορική αποτίμηση η συγγραφέας περνά στην ευθύνη του ιστορικού μάρτυρα. 5η–6η
παράγραφος — θεματική συνέχεια και μετάβαση από το γενικό στο προσωπικό: Η
πέμπτη παράγραφος παρουσιάζει γενικά το χρέος του επιζώντος να γίνει «μάρτυρας»
των γεγονότων που έζησε. Η έκτη εφαρμόζει αυτή τη θέση στο πρόσωπο της
συγγραφέως με την κατηγορηματική δήλωση «Τον έζησα τον εικοστό αιώνα» και την
αναφορά στην προσπάθειά της να καταγράψει «επιλογές, πράξεις και παραλείψεις».
Η αντωνυμία «Τον» προαναγγέλλει το ρητά κατονομαζόμενο αντικείμενο, «τον
εικοστό αιώνα», και η μετάβαση από το γενικό γ΄ πρόσωπο στο α΄ ενικό μετατρέπει
τον θεωρητικό συλλογισμό για τη μαρτυρία σε προσωπικό απολογισμό. Συνολικά, η
συνοχή του κειμένου στηρίζεται σε μια κλιμακωτή πορεία: μνήμη και γήρας →αποχαιρετισμός→ιστορικόπαρελθόν→χρέοςτηςμαρτυρίας→προσωπικήκατάθεσηκαιπαρακαταθήκηπροςτουςνεότερους.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου