Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φαίνω / φαίνομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φαίνω / φαίνομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Zoltan Toth 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φαίνω / φαίνομαι»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
φαίνω, φαίνεις, φαίνει, φαίνομεν, φαίνετε, φαίνουσι(ν)
Υποτακτική
φαίνω, φαίνῃς, φαίνῃ, φαίνωμεν, φαίνητε, φαίνωσι(ν)
Ευκτική
φαίνοιμι, φαίνοις, φαίνοι, φαίνοιμεν, φαίνοιτε, φαίνοιεν
Προστακτική
---, φαῖνε, φαινέτω, ---, φαίνετε, φαινόντων (ή φαινέτωσαν)
Απαρέμφατο
φαίνειν
Μετοχή
φαίνων, φαίνουσα, φαῖνον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔφαινον, ἔφαινες, ἔφαινε, ἐφαίνομεν, ἐφαίνετε, ἔφαινον
 
Μέλλοντας
Οριστική
φανῶ, φανεῖς, φανεῖ, φανοῦμεν, φανεῖτε, φανοῦσι(ν)
Ευκτική
φανοῖμι, φανοῖς, φανοῖ, ή φανοίην, φανοίης, φανοίη, φανοῖμεν, φανοῖτε, φανοῖεν
Απαρέμφατο
φανεῖν
Μετοχή
φανῶν, φανοῦσα, φανοῦν
 
Αόριστος
Οριστική
ἔφηνα, ἔφηνας, ἔφηνε(ν), ἐφήναμεν, ἐφήνατε, ἔφηναν
& ἔφανα, ἔφανας, ἔφανε(ν), ἐφάναμεν, ἐφάνατε, ἔφαναν
Υποτακτική
φήνω, φήνῃς, φήνῃ, φήνωμεν, φήνητε, φήνωσι(ν)
Ευκτική
φήναιμι, φήναις / φήνειας, φήναι / φήνειε(ν), φήναιμεν, φήναιτε, φήναιεν / φήνειαν
Προστακτική
---, φῆνον, φηνάτω, ---, φήνατε, φηνάντων (ή φηνάτωσαν)
Απαρέμφατο
φῆναι
Μετοχή
φήνας, φήνασα, φῆναν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πέφαγκα, πέφαγκας, πέφαγκε, πεφάγκαμεν, πεφάγκατε, πεφάγκασι(ν)
 
Υποτακτική
πεφαγκώς- πεφαγκυῖα- πεφαγκός ὦ
πεφαγκώς- πεφαγκυῖα- πεφαγκός ᾖς
πεφαγκώς- πεφαγκυῖα- πεφαγκός ᾖ
πεφαγκότες- πεφαγκυῖαι- πεφαγκότα ὦμεν
πεφαγκότες- πεφαγκυῖαι- πεφαγκότα ἦτε
πεφαγκότες- πεφαγκυῖαι- πεφαγκότα ὦσι
 
Ευκτική
πεφαγκώς- πεφαγκυῖα- πεφαγκός εἴην
πεφαγκώς- πεφαγκυῖα- πεφαγκός εἴης
πεφαγκώς- πεφαγκυῖα- πεφαγκός εἴη
πεφαγκότες- πεφαγκυῖαι- πεφαγκότα εἴημεν (εἶμεν)
πεφαγκότες- πεφαγκυῖαι- πεφαγκότα εἴητε (εἶτε)
πεφαγκότες- πεφαγκυῖαι- πεφαγκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
πεφαγκώς- πεφαγκυῖα- πεφαγκός ἴσθι
πεφαγκώς- πεφαγκυῖα- πεφαγκός ἔστω
---
πεφαγκότες- πεφαγκυῖαι- πεφαγκότα ἔστε
πεφαγκότες- πεφαγκυῖαι- πεφαγκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
πεφαγκέναι
Μετοχή
πεφαγκώς- πεφαγκυῖα- πεφαγκός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
φαίνομαι, φαίνῃ/φαίνει, φαίνεται, φαινόμεθα, φαίνεσθε, φαίνονται
Υποτακτική
φαίνωμαι, φαίνῃ, φαίνηται, φαινώμεθα, φαίνησθε, φαίνωνται
Ευκτική
φαινοίμην, φαίνοιο, φαίνοιτο, φαινοίμεθα, φαίνοισθε, φαίνοιντο
Προστακτική
---, φαίνου, φαινέσθω, ---, φαίνεσθε, φαινέσθων ή φαινέσθωσαν
Απαρέμφατο
φαίνεσθαι
Μετοχή
φαινόμενος
φαινομένη
φαινόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐφαινόμην, ἐφαίνου, ἐφαίνετο, ἐφαινόμεθα, ἐφαίνεσθε, ἐφαίνοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
φανοῦμαι, φανῇ/φανεῖ, φανεῖται, φανοῦμεθα, φανεῖσθε, φανοῦνται
Ευκτική
φανοίμην, φανοῖο, φανοῖτο, φανοίμεθα, φανοῖσθε, φανοῖντο
Απαρέμφατο
φανεῖσθαι
Μετοχή
φανούμενος
φανουμένη
φανούμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας Α΄
Οριστική
φανθήσομαι, φανθήσῃ/φανθήσει, φανθήσεται, φανθησόμεθα, φανθήσεσθε, φανθήσονται
Ευκτική
φανθησοίμην, φανθήσοιο, φανθήσοιτο, φανθησοίμεθα, φανθήσοισθε, φανθήσοιντο
Απαρέμφατο
φανθήσεσθαι
Μετοχή
φανθησόμενος
φανθησομένη
φανθησόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας Β΄
Οριστική
φανήσομαι, φανήσῃ/φανήσει, φανήσεται, φανησόμεθα, φανήσεσθε, φανήσονται
Ευκτική
φανησοίμην, φανήσοιο, φανήσοιτο, φανησοίμεθα, φανήσοισθε, φανήσοιντο
Απαρέμφατο
φανήσεσθαι
Μετοχή
φανησόμενος
φανησομένη
φανησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐφηνάμην, ἐφήνω, ἐφήνατο, ἐφηνάμεθα, ἐφήνασθε, ἐφήναντο
Υποτακτική
φήνωμαι, φήνῃ, φήνηται, φηνώμεθα, φήνησθε, φήνωνται
Ευκτική
φηναίμην, φήναιο, φήναιτο, φηναίμεθα, φήναισθε, φήναιντο
Προστακτική
---, φῆναι, φηνάσθω, ---, φήνασθε, φηνάσθων ή φηνάσθωσαν
Απαρέμφατο
φήνασθαι
Μετοχή
φηνάμενος
φηναμένη
φηνάμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ἐφάνθην, ἐφάνθης, ἐφάνθη, ἐφάνθημεν, ἐφάνθητε, ἐφάνθησαν
Υποτακτική
φανθῶ, φανθῇς, φανθῇ, φανθῶμεν, φανθῆτε, φανθῶσι(ν)
Ευκτική
φανθείην, φανθείης, φανθείη, φανθείημεν ή φανθεῖμεν, φανθείητε ή φανθεῖτε, φανθείησαν ή φανθεῖεν
Προστακτική
---, φάνθητι, φανθήτω, ---, φάνθητε, φανθέντων ή φανθήτωσαν
Απαρέμφατο
φανθῆναι
Μετοχή
φανθείς
φανθεῖσα
φανθέν
 
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
ἐφάνην, ἐφάνης, ἐφάνη, ἐφάνημεν, ἐφάνητε, ἐφάνησαν
Υποτακτική
φανῶ, φανῇς, φανῇ, φανῶμεν, φανῆτε, φανῶσι(ν)
Ευκτική
φανείην, φανείης, φανείη, φανείημεν ή φανεῖμεν, φανείητε ή φανεῖτε, φανείησαν ή φανεῖεν
Προστακτική
---, φάνηθι, φανήτω, ---, φάνητε, φανέντων ή φανήτωσαν
Απαρέμφατο
φανῆναι
Μετοχή
φανείς
φανεῖσα
φανέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πέφασμαι, πέφανσαι, πέφανται, πεφάσμεθα, πέφανθε, πεφασμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
πεφασμένος- πεφασμένη- πεφασμένον ὦ
πεφασμένος- πεφασμένη- πεφασμένον ᾖς
πεφασμένος- πεφασμένη- πεφασμένον ᾖ
πεφασμένοι- πεφασμέναι- πεφασμένα ὦμεν
πεφασμένοι- πεφασμέναι- πεφασμένα ἦτε
πεφασμένοι- πεφασμέναι- πεφασμένα ὦσι
 
Ευκτική
πεφασμένος- πεφασμένη- πεφασμένον εἴην
πεφασμένος- πεφασμένη- πεφασμένον εἴης
πεφασμένος- πεφασμένη- πεφασμένον εἴη
πεφασμένοι- πεφασμέναι- πεφασμένα εἴημεν (εἶμεν)
πεφασμένοι- πεφασμέναι- πεφασμένα εἴητε (εἶτε)
πεφασμένοι- πεφασμέναι- πεφασμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, πέφανσο, πεφάνθω, --- πέφανθε, πεφάνθων ή πεφάνθωσαν
 
Απαρέμφατο
πεφάνθαι
Μετοχή
πεφασμένος,
πεφασμένη,
πεφασμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐπεφάσμην, ἐπέφανσο, ἐπέφαντο, ἐπεφάσμεθα, ἐπέφανθε, πεφασμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου