Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αἰτέω-ῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αἰτέω-ῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Studio Grafiikka

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αἰτέω-ῶ»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αἰτῶ, αἰτεῖς, αἰτεῖ, αἰτοῦμεν, αἰτεῖτε, αἰτοῦσι(ν)
Υποτακτική
αἰτῶ, αἰτῇς, αἰτῇ, αἰτῶμεν, αἰτῆτε, αἰτῶσι(ν)
Ευκτική
αἰτοῖμι, αἰτοῖς, αἰτοῖ, ή αἰτοίην, αἰτοίης, αἰτοίη, αἰτοῖμεν, αἰτοῖτε, αἰτοῖεν
Προστακτική
---, αἴτει, αἰτείτω, ---, αἰτεῖτε, αἰτούντων (ή αἰτείτωσαν)
Απαρέμφατο
αἰτεῖν
Μετοχή
αἰτῶν, αἰτοῦσα, αἰτοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ᾔτουν, ᾔτεις, ᾔτει, ᾐτοῦμεν, ᾐτεῖτε, ᾔτουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
αἰτήσω, αἰτήσεις, αἰτήσει, αἰτήσομεν, αἰτήσετε, αἰτήσουσι(ν)
Ευκτική
αἰτήσοιμι, αἰτήσοις, αἰτήσοι, αἰτήσοιμεν, αἰτήσοιτε, αἰτήσοιεν
Απαρέμφατο
αἰτήσειν
Μετοχή
αἰτήσων, αἰτήσουσα, αἰτῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ᾔτησα, ᾔτησας, ᾔτησε(ν), ᾐτήσαμεν, ᾐτήσατε, ᾔτησαν
Υποτακτική
αἰτήσω, αἰτήσῃς, αἰτήσῃ, αἰτήσωμεν, αἰτήσητε, αἰτήσωσι(ν)
Ευκτική
αἰτήσαιμι, αἰτήσαις ή αἰτήσειας, αἰτήσαι ή αἰτήσαιε(ν) αἰτήσαιμεν, αἰτήσαιτε, αἰτήσαιεν ή αἰτήσειαν
Προστακτική
---, αἴτησον, αἰτησάτω, ---, αἰτήσατε, αἰτησάντων (ή αἰτησάτωσαν)
Απαρέμφατο
αἰτῆσαι
Μετοχή
αἰτήσας, αἰτήσασα, αἰτῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ᾔτηκα, ᾔτηκας, ᾔτηκε, ᾐτήκαμεν, ᾐτήκατε, ᾐτήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ᾐτηκώς- ᾐτηκυῖα- ᾐτηκός ὦ
ᾐτηκώς- ᾐτηκυῖα- ᾐτηκός ᾖς
ᾐτηκώς- ᾐτηκυῖα- ᾐτηκός ᾖ
ᾐτηκότες- ᾐτηκυῖαι- ᾐτηκότα ὦμεν
ᾐτηκότες- ᾐτηκυῖαι- ᾐτηκότα ἦτε
ᾐτηκότες- ᾐτηκυῖαι- ᾐτηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ᾐτηκώς- ᾐτηκυῖα- ᾐτηκός εἴην
ᾐτηκώς- ᾐτηκυῖα- ᾐτηκός εἴης
ᾐτηκώς- ᾐτηκυῖα- ᾐτηκός εἴη
ᾐτηκότες- ᾐτηκυῖαι- ᾐτηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ᾐτηκότες- ᾐτηκυῖαι- ᾐτηκότα εἴητε (εἶτε)
ᾐτηκότες- ᾐτηκυῖαι- ᾐτηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ᾐτηκώς- ᾐτηκυῖα- ᾐτηκός ἴσθι
ᾐτηκώς- ᾐτηκυῖα- ᾐτηκός ἔστω
---
ᾐτηκότες- ᾐτηκυῖαι- ᾐτηκότα ἔστε
ᾐτηκότες- ᾐτηκυῖαι- ᾐτηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ᾐτηκέναι
Μετοχή
ᾐτηκώς, ᾐτηκυῖα, ᾐτηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ᾐτήκειν, ᾐτήκεις, ᾐτήκει, ᾐτήκεμεν, ᾐτήκετε, ᾐτήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αἰτοῦμαι, αἰτῇ/αἰτεῖ, αἰτεῖται, αἰτούμεθα, αἰτεῖσθε, αἰτοῦνται
Υποτακτική
αἰτῶμαι, αἰτῇ, αἰτῆται, αἰτώμεθα, αἰτῆσθε, αἰτῶνται
Ευκτική
αἰτοίμην, αἰτοῖο, αἰτοῖτο, αἰτοίμεθα, αἰτοῖσθε, αἰτοῖντο
Προστακτική
---,αἰτοῦ, αἰτείσθω, ---, αἰτεῖσθε, αἰτείσθων ή αἰτείσθωσαν
Απαρέμφατο
αἰτεῖσθαι
Μετοχή
αἰτούμενος
αἰτουμένη
αἰτούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ᾐτούμην, ᾐτοῦ, ᾐτεῖτο, ᾐτούμεθα, ᾐτεῖσθε, ᾐτοῦντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
αἰτήσομαι, αἰτήσῃ / αἰτήσει, αἰτήσεται, αἰτησόμεθα, αἰτήσεσθε, αἰτήσονται
Ευκτική
αἰτησοίμην, αἰτήσοιο, αἰτήσοιτο, αἰτησοίμεθα, αἰτήσοισθε, αἰτήσοιντο
Απαρέμφατο
αἰτήσεσθαι
Μετοχή
αἰτησόμενος
αἰτησομένη
αἰτησόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
αἰτηθήσομαι, αἰτηθήσῃ/αἰτηθήσει, αἰτηθήσεται, αἰτηθησόμεθα, αἰτηθήσεσθε, αἰτηθήσονται
Ευκτική
αἰτηθησοίμην, αἰτηθήσοιο, αἰτηθήσοιτο, αἰτηθησοίμεθα, αἰτηθήσοισθε, αἰτηθήσοιντο
Απαρέμφατο
αἰτηθήσεσθαι
Μετοχή
αἰτηθησόμενος
αἰτηθησομένη
αἰτηθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ᾐτησάμην, ᾐτήσω, ᾐτήσατο, ᾐτησάμεθα, ᾐτήσασθε, ᾐτήσαντο
Υποτακτική
αἰτήσωμαι, αἰτήσῃ, αἰτήσηται, αἰτησώμεθα, αἰτήσησθε, αἰτήσωνται
Ευκτική
αἰτησαίμην, αἰτήσαιο, αἰτήσαιτο, αἰτησαίμεθα, αἰτήσαισθε, αἰτήσαιντο
Προστακτική
---, αἴτησαι, αἰτησάσθω, ---, αἰτήσασθε, αἰτησάσθων ή αἰτηάσθωσαν
Απαρέμφατο
αἰτήσασθαι
Μετοχή
αἰτησάμενος
αἰτησαμένη
αἰτησάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ᾐτήθην, ᾐτήθης, ᾐτήθη, ᾐτήθημεν, ᾐτήθητε, ᾐτήθησαν
Υποτακτική
αἰτηθῶ, αἰτηθῇς, αἰτηθῇ, αἰτηθῶμεν, αἰτηθῆτε, αἰτηθῶσι(ν)
Ευκτική
αἰτηθείην, αἰτηθείης, αἰτηθείη, αἰτηθείημεν ή αἰτηθεῖμεν, αἰτηθείητε ή αἰτηθεῖτε, αἰτηθείησαν ή αἰτηθεῖεν
Προστακτική
---, αἰτήθητι, αἰτηθήτω, ---, αἰτήθητε, αἰτηθέντων ή αἰτηθήτωσαν
Απαρέμφατο
αἰτηθῆναι
Μετοχή
αἰτηθείς
αἰτηθεῖσα
αἰτηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ᾔτημαι, ᾔτησαι, ᾔτηται, ᾐτήμεθα, ᾔτησθε, ᾔτηνται
 
Υποτακτική
ᾐτημένος- ᾐτημένη-ᾐτημένον ὦ
ᾐτημένος- ᾐτημένη-ᾐτημένον ᾖς
ᾐτημένος- ᾐτημένη-ᾐτημένον ᾖ
ᾐτημένοι- ᾐτημέναι-ᾐτημένα ὦμεν
ᾐτημένοι- ᾐτημέναι-ᾐτημένα ἦτε
ᾐτημένοι- ᾐτημέναι-ᾐτημένα ὦσι
 
Ευκτική
ᾐτημένος- ᾐτημένη-ᾐτημένον εἴην
ᾐτημένος- ᾐτημένη-ᾐτημένον εἴης
ᾐτημένος- ᾐτημένη-ᾐτημένον εἴη
ᾐτημένοι- ᾐτημέναι-ᾐτημένα εἴημεν (εἶμεν)
ᾐτημένοι- ᾐτημέναι-ᾐτημένα εἴητε (εἶτε)
ᾐτημένοι- ᾐτημέναι-ᾐτημένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ᾔτησο, ᾐτήσθω, --- ᾔτησθε, ᾐτήσθων ή ᾐτήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ᾐτῆσθαι
Μετοχή
ᾐτημένος,
ᾐτημένη,
ᾐτημένον
 
Υπερσυντέλικος
ᾐτήμην, ᾔτησο, ᾔτητο, ᾐτήμεθα, ᾔτησθε, ᾔτηντο
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου