Αρχαία Ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σπάω / σπῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία Ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σπάω / σπῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Shot of whisky by Lex Augusteijn

 
Αρχαία Ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σπάω / σπῶ»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
σπῶ, σπᾷς, σπᾷ, σπῶμεν, σπᾶτε, σπῶσι(ν)
Υποτακτική
σπῶ, σπᾷς, σπᾷ, σπῶμεν, σπᾶτε, σπῶσι(ν)
Ευκτική
σπῷμι, σπῷς, σπῷ ή σπῴην, σπῴης, σπῴη, σπῷμεν, σπῷτε, σπῷεν
Προστακτική
---, σπᾶ, σπάτω, ---, σπᾶτε, σπώντων ή σπάτωσαν
Απαρέμφατο
σπᾶν
Μετοχή
σπῶν, σπῶσα, σπῶν
 
Παρατατικός
ἔσπων, ἔσπας, ἔσπα, ἐσπῶμεν, ἐσπᾶτε, ἔσπων
 
Μέλλοντας
Οριστική
σπάσω, σπάσεις, σπάσει, σπάσομεν, σπάσετε, σπάσουσι(ν)
Ευκτική
σπάσοιμι, σπάσοις, σπάσοι, σπάσοιμεν, σπάσοιτε, σπάσοιεν
Απαρέμφατο
σπάσειν
Μετοχή
σπάσων, σπάσουσα, σπάσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐσπασα, ἐσπασας, ἐσπασε(ν), ἐσπάσαμεν, ἐσπάσατε, ἐσπασαν
Υποτακτική
σπάσω, σπάσῃς, σπάσῃ, σπάσωμεν, σπάσητε, σπάσωσι(ν)
Ευκτική
σπάσαιμι, σπάσαις ή σπάσειας, σπάσαι ή σπάσειε(ν), σπάσαιμεν, σπάσαιτε, σπάσαιεν ή σπάσειαν
Προστακτική
---, σπάσον, σπασάτω, ---, σπάσατε, σπασάντων (ή σπασάτωσαν)
Απαρέμφατο
σπάσαι
Μετοχή
σπάσας, σπάσασα, σπάσαν
 
Μέση φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
σπῶμαι, σπᾷ, σπᾶται, σπώμεθα, σπᾶσθε, σπῶνται
Υποτακτική
σπῶμαι, σπᾷ, σπᾶται, σπώμεθα, σπᾶσθε, σπῶνται
Ευκτική
σπῴμην, σπῷο, σπῷτο, σπῴμεθα, σπῷσθε, σπῷντο
Προστακτική
--- σπῶ, σπάσθω, --- σπᾶσθε, σπάσθων ή σπάσθωσαν
Απαρέμφατο
σπᾶσθαι
Μετοχή
σπώμενος, σπωμένη, σπώμενον
 
Παρατατικός
ἐσπώμην, ἐσπῶ, ἐσπᾶτο, ἐσπώμεθα, ἐσπᾶσθε, ἐσπῶντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
σπάσομαι, σπάσῃ/σπάσει, σπάσεται, σπασόμεθα, σπάσεσθε, σπάσονται
Ευκτική
σπασοίμην, σπάσοιο, σπάσοιτο, σπασοίμεθα, σπάσοισθε, σπάσοιντο
Απαρέμφατο
σπάσεσθαι
Μετοχή
σπασόμενος
σπασομένη
σπασόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐσπασάμην, ἐσπάσω, ἐσπάσατο, ἐσπασάμεθα, ἐσπάσασθε, ἐσπάσαντο
Υποτακτική
σπάσωμαι, σπάσῃ, σπάσηται, σπασώμεθα, σπάσησθε, σπάσωνται
Ευκτική
σπασαίμην, σπάσαιο, σπάσαιτο, σπασαίμεθα, σπάσαισθε, σπάσαιντο
Προστακτική
---, σπάσαι, σπασάσθω, ---, σπάσασθε, σπασάσθων ή σπασάσθωσαν
Απαρέμφατο
σπάσασθαι
Μετοχή
σπασάμενος
σπασαμένη
σπασάμενον
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἔσπασμαι, ἔσπασαι, ἔσπασται, ἐσπάσμεθα, ἔσπασθε, ἐσπασμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ἐσπασμένος- ἐσπασμένη-ἐσπασμένον ὦ
ἐσπασμένος- ἐσπασμένη-ἐσπασμένον ᾖς
ἐσπασμένος- ἐσπασμένη-ἐσπασμένον ᾖ
ἐσπασμένοι- ἐσπασμέναι-ἐσπασμένα ὦμεν
ἐσπασμένοι- ἐσπασμέναι-ἐσπασμένα ἦτε
ἐσπασμένοι- ἐσπασμέναι-ἐσπασμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἐσπασμένος- ἐσπασμένη-ἐσπασμένον εἴην
ἐσπασμένος- ἐσπασμένη-ἐσπασμένον εἴης
ἐσπασμένος- ἐσπασμένη-ἐσπασμένον εἴη
ἐσπασμένοι- ἐσπασμέναι-ἐσπασμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἐσπασμένοι- ἐσπασμέναι-ἐσπασμένα εἴητε (εἶτε)
ἐσπασμένοι- ἐσπασμέναι-ἐσπασμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἔσπασο, ἐσπάσθω, --- ἔσπασθε, ἐσπάσθων ή ἐσπάσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἐσπάσθαι
Μετοχή
ἐσπασμένος,
ἐσπασμένη,
ἐσπασμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου