Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χέω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χέω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Dina Belenko

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χέω»
 
(χέω = χύνω)
 
Ενεστώτας
Οριστική
χέω, χεῖς, χεῖ, χέομεν, χεῖτε, χέουσι(ν)
Υποτακτική
χέω, χέῃς, χέῃ, χέωμεν, χέητε, χέωσι(ν)
Ευκτική
χέοιμι, χέοις, χέοι, χέοιμεν, χέοιτε, χέοιεν
Προστακτική
---, χεῖ, χείτω, ---, χεῖτε, χεόντων (ή χείτωσαν)
Απαρέμφατο
χεῖν
Μετοχή
χέων, χέουσα, χέον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔχεον, ἔχεις, ἔχει, ἐχέομεν, ἐχεῖτε, ἔχεον
 
Μέλλοντας (όμοιος με τον Ενεστώτα)
Οριστική
χέω, χεῖς, χεῖ, χέομεν, χεῖτε, χέουσι(ν)
Ευκτική
χέοιμι, χέοις, χέοι, χέοιμεν, χέοιτε, χέοιεν
Απαρέμφατο
χεῖν
Μετοχή
χέων, χέουσα, χέον
 
Αόριστος
Οριστική
ἔχεα, ἔχεας, ἔχεε(ν), ἐχέαμεν, ἐχέατε, ἔχεαν
Υποτακτική
χέω, χέῃς, χέῃ, χέωμεν, χέητε, χέωσι(ν)
Ευκτική
χέαιμι, χέαις ή χέειας, χέαι ή χέειε(ν), χέαιμεν, χέαιτε, χέαιεν ή χέειαν
Προστακτική
---, χέον, χεάτω, ---, χέατε, χεάντων (ή χεάτωσαν)
Απαρέμφατο
χέαι
Μετοχή
χέας, χέασα, χέαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χέομαι, χεῖ, χεῖται, χεόμεθα, χεῖσθε, χέονται
Υποτακτική
χέωμαι, χέῃ, χέηται, χεώμεθα, χέησθε, χέωνται
Ευκτική
χεοίμην, χέοιο, χέοιτο, χεοίμεθα, χέοισθε, χέοιντο
Προστακτική
---, χέου, χείσθω, ---, χεῖσθε, χείσθων ή χείσθωσαν
Απαρέμφατο
χεῖσθαι
Μετοχή
χεόμενος
χεομένη
χεόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐχεόμην, ἐχέου, ἐχεῖτο, ἐχεόμεθα, ἐχεῖσθε, ἐχέοντο
 
Μέλλοντας (όμοιος με τον Ενεστώτα)
Οριστική
χέομαι, χεῖ, χεῖται, χεόμεθα, χεῖσθε, χέονται
Ευκτική
χεοίμην, χέοιο, χέοιτο, χεοίμεθα, χέοισθε, χέοιντο
Απαρέμφατο
χεῖσθαι
Μετοχή
χεόμενος
χεομένη
χεόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
χυθήσομαι, χυθήσῃ ή χυθήσει, χυθήσεται, χυθησόμεθα, χυθήσεσθε, χυθήσονται
Ευκτική
χυθησοίμην, χυθήσοιο, χυθήσοιτο, χυθησοίμεθα, χυθήσοισθε, χυθήσοιντο
Απαρέμφατο
χυθήσεσθαι
Μετοχή
χυθησόμενος
χυθησομένη
χυθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐχεάμην, ἐχέω, ἐχέατο, ἐχεάμεθα, ἐχέασθε, ἐχέαντο
Υποτακτική
χέωμαι, χέῃ, χέηται, χεώμεθα, χέησθε, χέωνται
Ευκτική
χεαίμην, χέαιο, χέαιτο, χεαίμεθα, χέαισθε, χέαιντο
Προστακτική
---, χέαι, χεάσθω, ---, χέασθε, χεάσθων ή χεάσθωσαν
Απαρέμφατο
χέασθαι
Μετοχή
χεάμενος
χεαμένη
χεάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐχύθην, ἐχύθης, ἐχύθη, ἐχύθημεν, ἐχύθητε, ἐχύθησαν
Υποτακτική
χυθῶ, χυθῇς, χυθῇ, χυθῶμεν, χυθῆτε, χυθῶσι(ν)
Ευκτική
χυθείην, χυθείης, χυθείη, χυθείημεν ή χυθεῖμεν, χυθείητε ή χυθεῖτε, χυθείησαν ή χυθεῖεν
Προστακτική
---, χύθητι, χυθήτω, ---, χύθητε, χυθέντων ή χυθήτωσαν
Απαρέμφατο
χυθῆναι
Μετοχή
χυθείς
χυθεῖσα
χυθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κέχυμαι, κέχυσαι, κέχυται, κεχύμεθα, κέχυσθε, κέχυνται
 
Υποτακτική
κεχυμένος- κεχυμένη- κεχυμένον ὦ
κεχυμένος- κεχυμένη- κεχυμένον ᾖς
κεχυμένος- κεχυμένη- κεχυμένον ᾖ
κεχυμένοι- κεχυμέναι- κεχυμένα ὦμεν
κεχυμένοι- κεχυμέναι- κεχυμένα ἦτε
κεχυμένοι- κεχυμέναι- κεχυμένα ὦσι
 
Ευκτική
κεχυμένος- κεχυμένη- κεχυμένον εἴην
κεχυμένος- κεχυμένη- κεχυμένον εἴης
κεχυμένος- κεχυμένη- κεχυμένον εἴη
κεχυμένοι- κεχυμέναι- κεχυμένα εἴημεν (εἶμεν)
κεχυμένοι- κεχυμέναι- κεχυμένα εἴητε (εἶτε)
κεχυμένοι- κεχυμέναι- κεχυμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, κέχυσο, κεχύσθω, --- κέχυσθε, κεχύσθων ή κεχύσθωσαν
 
Απαρέμφατο
κεχύσθαι
Μετοχή
κεχυμένος,
κεχυμένη,
κεχυμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐκεχύμην, ἐκέχυσο, ἐκέχυτο, ἐκεχύμεθα, ἐκέχυσθε, ἐκέχυντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου