Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κινδυνεύω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κινδυνεύω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κινδυνεύω»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κινδυνεύω, κινδυνεύεις, κινδυνεύει, κινδυνεύομεν, κινδυνεύετε, κινδυνεύουσι(ν)
Υποτακτική
κινδυνεύω, κινδυνεύῃς, κινδυνεύῃ, κινδυνεύωμεν, κινδυνεύητε, κινδυνεύωσι(ν)
Ευκτική
κινδυνεύοιμι, κινδυνεύοις, κινδυνεύοι, κινδυνεύοιμεν, κινδυνεύοιτε, κινδυνεύοιεν
Προστακτική
---, κινδύνευε, κινδυνευέτω, ---, κινδυνεύετε, κινδυνευόντων (ή κινδυνευέτωσαν)
Απαρέμφατο
κινδυνεύειν
Μετοχή
κινδυνεύων, κινδυνεύουσα, κινδυνεῦον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐκινδύνευον, ἐκινδύνευες, ἐκινδύνευε, ἐκινδυνεύομεν, ἐκινδυνεύετε, ἐκινδύνευον
 
Μέλλοντας
Οριστική
κινδυνεύσω, κινδυνεύσεις, κινδυνεύσει, κινδυνεύσομεν, κινδυνεύσετε, κινδυνεύσουσι(ν)
Ευκτική
κινδυνεύσοιμι, κινδυνεύσοις, κινδυνεύσοι, κινδυνεύσοιμεν, κινδυνεύσοιτε, κινδυνεύσοιεν
Απαρέμφατο
κινδυνεύσειν
Μετοχή
κινδυνεύσων, κινδυνεύσουσα, κινδυνεῦσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐκινδύνευσα, ἐκινδύνευσας, ἐκινδύνευσε(ν), ἐκινδυνεύσαμεν, ἐκινδυνεύσατε, ἐκινδύνευσαν
Υποτακτική
κινδυνεύσω, κινδυνεύσῃς, κινδυνεύσῃ, κινδυνεύσωμεν, κινδυνεύσητε, κινδυνεύσωσι(ν)
Ευκτική
κινδυνεύσαιμι, κινδυνεύσαις ή κινδυνεύσειας, κινδυνεύσαι ή κινδυνεύσειε(ν), κινδυνεύσαιμεν, κινδυνεύσαιτε, κινδυνεύσαιεν ή κινδυνεύσειαν
Προστακτική
---, κινδύνευσον, κινδυνευσάτω, ---, κινδυνεύσατε, κινδυνευσάντων (ή κινδυνευσάτωσαν)
Απαρέμφατο
κινδυνεῦσαι
Μετοχή
κινδυνεύσας, κινδυνεύσασα, κινδυνεῦσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεκινδύνευκα, κεκινδύνευκας, κεκινδύνευκε, κεκινδυνεύκαμεν, κεκινδυνεύκατε, κεκινδυνεύκασι(ν)
 
Υποτακτική
κεκινδυνευκώς- κεκινδυνευκυῖα- κεκινδυνευκός ὦ
κεκινδυνευκώς- κεκινδυνευκυῖα- κεκινδυνευκός ᾖς
κεκινδυνευκώς- κεκινδυνευκυῖα- κεκινδυνευκός ᾖ
κεκινδυνευκότες- κεκινδυνευκυῖαι- κεκινδυνευκότα ὦμεν
κεκινδυνευκότες- κεκινδυνευκυῖαι- κεκινδυνευκότα ἦτε
κεκινδυνευκότες- κεκινδυνευκυῖαι- κεκινδυνευκότα ὦσι
 
Ευκτική
κεκινδυνευκώς- κεκινδυνευκυῖα- κεκινδυνευκός εἴην
κεκινδυνευκώς- κεκινδυνευκυῖα- κεκινδυνευκός εἴης
κεκινδυνευκώς- κεκινδυνευκυῖα- κεκινδυνευκός εἴη
κεκινδυνευκότες- κεκινδυνευκυῖαι- κεκινδυνευκότα εἴημεν (εἶμεν)
κεκινδυνευκότες- κεκινδυνευκυῖαι- κεκινδυνευκότα εἴητε (εἶτε)
κεκινδυνευκότες- κεκινδυνευκυῖαι- κεκινδυνευκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
κεκινδυνευκώς- κεκινδυνευκυῖα- κεκινδυνευκός ἴσθι
κεκινδυνευκώς- κεκινδυνευκυῖα- κεκινδυνευκός ἔστω
---
κεκινδυνευκότες- κεκινδυνευκυῖαι- κεκινδυνευκότα ἔστε
κεκινδυνευκότες- κεκινδυνευκυῖαι- κεκινδυνευκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
κεκινδυνευκέναι
Μετοχή
κεκινδυνευκώς- κεκινδυνευκυῖα- κεκινδυνευκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐκεκινδυνεύκειν, ἐκεκινδυνεύκεις, ἐκεκινδυνεύκει, ἐκεκινδυνεύκεμεν, ἐκεκινδυνεύκετε, ἐκεκινδυνεύκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κινδυνεύομαι, κινδυνεύῃ ή κινδυνεύει, κινδυνεύεται, κινδυνευόμεθα, κινδυνεύεσθε, κινδυνεύονται
Υποτακτική
κινδυνεύωμαι, κινδυνεύῃ, κινδυνεύηται, κινδυνευώμεθα, κινδυνεύησθε, κινδυνεύωνται
Ευκτική
κινδυνευοίμην, κινδυνεύοιο, κινδυνεύοιτο, κινδυνευοίμεθα, κινδυνεύοισθε, κινδυνεύοιντο
Προστακτική
---, κινδυνεύου, κινδυνευέσθω, ---, κινδυνεύεσθε, κινδυνευέσθων ή κινδυνευέσθωσαν
Απαρέμφατο
κινδυνεύεσθαι
Μετοχή
κινδυνευόμενος
κινδυνευομένη
κινδυνευόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐκινδυνευόμην, ἐκινδυνεύου, ἐκινδυνεύετο, ἐκινδυνευόμεθα, ἐκινδυνεύεσθε, ἐκινδυνεύοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
κινδυνευθήσομαι, κινδυνευθήσῃ ή κινδυνευθήσει, κινδυνευθήσεται, κινδυνευθησόμεθα, κινδυνευθήσεσθε, κινδυνευθήσονται
Ευκτική
κινδυνευθησοίμην, κινδυνευθήσοιο, κινδυνευθήσοιτο, κινδυνευθησοίμεθα, κινδυνευθήσοισθε, κινδυνευθήσοιντο
Απαρέμφατο
κινδυνευθήσεσθαι
Μετοχή
κινδυνευθησόμενος
κινδυνευθησομένη
κινδυνευθησόμενον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου