Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑστερέω - ὑστερῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑστερέω - ὑστερῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Jeff Creation

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑστερέω - ὑστερῶ»
 
ὑστερῶ = μένω πίσω, καθυστερώ, είμαι κατώτερος από άλλον, έρχομαι αργότερα
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὑστερῶ, ὑστερεῖς, ὑστερεῖ, ὑστεροῦμεν, ὑστερεῖτε, ὑστεροῦσι(ν)
Υποτακτική
ὑστερῶ, ὑστερῇς, ὑστερῇ, ὑστερῶμεν, ὑστερῆτε, ὑστερῶσι(ν)
Ευκτική
ὑστεροῖμι, ὑστεροῖς, ὑστεροῖ, ή ὑστεροίην, ὑστεροίης, ὑστεροίη, ὑστεροῖμεν, ὑστεροῖτε, ὑστεροῖεν
Προστακτική
---, ὑστέρει, ὑστερείτω, ---, ὑστερεῖτε, ὑστερούντων (ή ὑστερείτωσαν)
Απαρέμφατο
ὑστερεῖν
Μετοχή
ὑστερῶν, ὑστεροῦσα, ὑστεροῦν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὑστερήσω, ὑστερήσεις, ὑστερήσει, ὑστερήσομεν, ὑστερήσετε, ὑστερήσουσι(ν)
Ευκτική
ὑστερήσοιμι, ὑστερήσοις, ὑστερήσοι, ὑστερήσοιμεν, ὑστερήσοιτε, ὑστερήσοιεν
Απαρέμφατο
ὑστερήσειν
Μετοχή
ὑστερήσων, ὑστερήσουσα, ὑστερῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ὑστέρησα, ὑστέρησας, ὑστέρησε(ν), ὑστερήσαμεν, ὑστερήσατε, ὑστέρησαν
Υποτακτική
ὑστερήσω, ὑστερήσῃς, ὑστερήσῃ, ὑστερήσωμεν, ὑστερήσητε, ὑστερήσωσι(ν)
Ευκτική
ὑστερήσαιμι, ὑστερήσαις ή ὑστερήσειας, ὑστερήσαι ή ὑστερήσειε(ν), ὑστερήσαιμεν, ὑστερήσαιτε, ὑστερήσαιεν ή ὑστερήσειαν
Προστακτική
---, ὑστέρησον, ὑστερησάτω, ---, ὑστερήσατε, ὑστερησάντων (ή ὑστερησάτωσαν)
Απαρέμφατο
ὑστερῆσαι
Μετοχή
ὑστερήσας, ὑστερήσασα, ὑστερῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὑστέρηκα, ὑστέρηκας, ὑστέρηκε, ὑστερήκαμεν, ὑστερήκατε, ὑστερήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ὑστερηκώς- ὑστερηκυῖα- ὑστερηκός ὦ
ὑστερηκώς- ὑστερηκυῖα- ὑστερηκός ᾖς
ὑστερηκώς- ὑστερηκυῖα- ὑστερηκός ᾖ
ὑστερηκότες- ὑστερηκυῖαι- ὑστερηκότα ὦμεν
ὑστερηκότες- ὑστερηκυῖαι- ὑστερηκότα ἦτε
ὑστερηκότες- ὑστερηκυῖαι- ὑστερηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ὑστερηκώς- ὑστερηκυῖα- ὑστερηκός εἴην
ὑστερηκώς- ὑστερηκυῖα- ὑστερηκός εἴης
ὑστερηκώς- ὑστερηκυῖα- ὑστερηκός εἴη
ὑστερηκότες- ὑστερηκυῖαι- ὑστερηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ὑστερηκότες- ὑστερηκυῖαι- ὑστερηκότα εἴητε (εἶτε)
ὑστερηκότες- ὑστερηκυῖαι- ὑστερηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ὑστερηκώς- ὑστερηκυῖα- ὑστερηκός ἴσθι
ὑστερηκώς- ὑστερηκυῖα- ὑστερηκός ἔστω
---
ὑστερηκότες- ὑστερηκυῖαι- ὑστερηκότα ἔστε
ὑστερηκότες- ὑστερηκυῖαι- ὑστερηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ὑστερηκέναι
Μετοχή
ὑστερηκώς- ὑστερηκυῖα- ὑστερηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ὑστερήκειν, ὑστερήκεις, ὑστερήκει, ὑστερήκεμεν, ὑστερήκετε, ὑστερήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὑστεροῦμαι, ὑστερῇ ή ὑστερεῖ, ὑστερεῖται, ὑστεροῦμεθα, ὑστερεῖσθε, ὑστεροῦνται
Υποτακτική
ὑστερῶμαι, ὑστερῇ, ὑστερῆται, ὑστερῶμεθα, ὑστερῆσθε, ὑστερῶνται
Ευκτική
ὑστεροίμην, ὑστεροῖο, ὑστεροῖτο, ὑστεροίμεθα, ὑστεροῖσθε, ὑστεροῖντο
Προστακτική
---, ὑστεροῦ, ὑστερείσθω, ---, ὑστερεῖσθε, ὑστερείσθων ή ὑστερείσθωσαν
Απαρέμφατο
ὑστερεῖσθαι
Μετοχή
ὑστερούμενος
ὑστερουμένη
ὑστερούμενον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὑστερήσομαι, ὑστερήσῃ ή ὑστερήσει, ὑστερήσεται, ὑπστερησόμεθα, ὑστερήσεσθε, ὑστερήσονται
Ευκτική
ὑστερησοίμην, ὑστερήσοιο, ὑστερήσοιτο, ὑστερησοίμεθα, ὑστερήσοισθε, ὑστερήσοιντο
Απαρέμφατο
ὑστερήσεσθαι
Μετοχή
ὑστερησόμενος
ὑστερησομένη
ὑστερησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ὑστερήθην, ὑστερήθης, ὑστερήθη, ὑστερήθημεν, ὑστερήθητε, ὑστερήθησαν
Υποτακτική
ὑστερηθῶ, ὑστερηθῇς, ὑστερηθῇ, ὑστερηθῶμεν, ὑστερηθῆτε, ὑστερηθῶσι(ν)
Ευκτική
ὑστερηθείην, ὑστερηθείης, ὑστερηθείη, ὑστερηθείημεν ή ὑστερηθεῖμεν, ὑστερηθείητε ή ὑστερηθεῖτε, ὑστερηθείησαν ή ὑστερηθεῖεν
Προστακτική
---, ὑστερήθητι, ὑστερηθήτω, ---, ὑστερήθητε, ὑστερηθέντων ή ὑστερηθήτωσαν
Απαρέμφατο
ὑστερηθῆναι
Μετοχή
ὑστερηθείς
ὑστερηθεῖσα
ὑστερηθέν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου