Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἕλκω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἕλκω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Edoardo Frenquelli

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἕλκω»
 
(ἕλκω: σύρω, τραβώ)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἕλκω, ἕλκεις, ἕλκει, ἕλκομεν, ἕλκετε, ἕλκουσι(ν)
Υποτακτική
ἕλκω, ἕλκῃς, ἕλκῃ, ἕλκωμεν, ἕλκητε, ἕλκωσι(ν)
Ευκτική
ἕλκοιμι, ἕλκοις, ἕλκοι, ἕλκοιμεν, ἕλκοιτε, ἕλκοιεν
Προστακτική
---, ἕλκε, ἑλκέτω, ---, ἕλκετε, ἑλκόντων (ή ἑλκέτωσαν)
Απαρέμφατο
ἕλκειν
Μετοχή
ἕλκων, ἕλκουσα, ἕλκον
 
Παρατατικός
Οριστική
εἷλκον, εἷλκες, εἷλκε, εἵλκομεν, εἵλκετε, εἷλκον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἕλξω, ἕλξεις, ἕλξει, ἕλξομεν, ἕλξετε, ἕλξουσι(ν)
Ευκτική
ἕλξοιμι, ἕλξοις, ἕλξοι, ἕλξοιμεν, ἕλξοιτε, ἕλξοιεν
Απαρέμφατο
ἕλξειν
Μετοχή
ἕλξων, ἕλξουσα, ἕλξον
 
Αόριστος
Οριστική
εἵλκυσα, εἵλκυσας, εἵλκυσε(ν), εἱλκύσαμεν, εἱλκύσατε, εἵλκυσαν
Υποτακτική
ἑλκύσω, ἑλκύσῃς, ἑλκύσῃ, ἑλκύσωμεν, ἑλκύσητε, ἑλκύσωσι(ν)
Ευκτική
ἑλκύσαιμι, ἑλκύσαις ή ἑλκύσειας, ἑλκύσαι ή ἑλκύσειε(ν), ἑλκύσαιμεν, ἑλκύσαιτε, ἑλκύσαιεν ή ἑλκύσειαν
Προστακτική
---, ἕλκυσον, ἑλκυσάτω, ---, ἑλκύσατε, ἑλκυσάντων (ή ἑλκυσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἑλκύσαι
Μετοχή
ἑλκύσας, ἑλκύσασα, ἑλκύσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εἵλκυκα, εἵλκυκας, εἵλκυκε, εἱλκύκαμεν, εἱλκύκατε, εἱλκύκασι(ν)
 
Υποτακτική
εἱλκυκώς- εἱλκυκυῖα- εἱλκυκός ὦ
εἱλκυκώς- εἱλκυκυῖα- εἱλκυκός ᾖς
εἱλκυκώς- εἱλκυκυῖα- εἱλκυκός ᾖ
εἱλκυκότες- εἱλκυκυῖαι- εἱλκυκότα ὦμεν
εἱλκυκότες- εἱλκυκυῖαι- εἱλκυκότα ἦτε
εἱλκυκότες- εἱλκυκυῖαι- εἱλκυκότα ὦσι
 
Ευκτική
εἱλκυκώς- εἱλκυκυῖα- εἱλκυκός εἴην
εἱλκυκώς- εἱλκυκυῖα- εἱλκυκός εἴης
εἱλκυκώς- εἱλκυκυῖα- εἱλκυκός εἴη
εἱλκυκότες- εἱλκυκυῖαι- εἱλκυκότα εἴημεν (εἶμεν)
εἱλκυκότες- εἱλκυκυῖαι- εἱλκυκότα εἴητε (εἶτε)
εἱλκυκότες- εἱλκυκυῖαι- εἱλκυκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
εἱλκυκώς- εἱλκυκυῖα- εἱλκυκός ἴσθι
εἱλκυκώς- εἱλκυκυῖα- εἱλκυκός ἔστω
---
εἱλκυκότες- εἱλκυκυῖαι- εἱλκυκότα ἔστε
εἱλκυκότες- εἱλκυκυῖαι- εἱλκυκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
εἱλκυκέναι
Μετοχή
εἱλκυκώς- εἱλκυκυῖα- εἱλκυκός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἕλκομαι, ἕλκῃ ή ἕλκει, ἕλκεται, ἑλκόμεθα, ἕλκεσθε, ἕλκονται
Υποτακτική
ἕλκωμαι, ἕλκῃ, ἕλκηται, ἑλκώμεθα, ἕλκησθε, ἕλκωνται
Ευκτική
ἑλκοίμην, ἕλκοιο, ἕλκοιτο, ἑλκοίμεθα, ἕλκοισθε, ἕλκοιντο
Προστακτική
---, ἕλκου, ἑλκέσθω, ---, ἕλκεσθε, ἑλκέσθων ή ἑλκέσθωσαν
Απαρέμφατο
ἕλκεσθαι
Μετοχή
ἑλκόμενος
ἑλκομένη
ἑλκόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
εἱλκόμην, εἵλκου, εἵλκετο, εἱλκόμεθα, εἵλκεσθε, εἵλκοντο
 
Αόριστος
Οριστική
εἱλκυσάμην, εἱλκύσω, εἱλκύσατο, εἱλκυσάμεθα, εἱλκύσασθε, εἱλκύσαντο
Υποτακτική
ἑλκύσωμαι, ἑλκύσῃ, ἑλκύσηται, ἑλκυσώμεθα, ἑλκύσησθε, ἑλκύσωνται
Ευκτική
ἑλκυσαίμην, ἑλκύσαιο, ἑλκύσαιτο, ἑλκυσαίμεθα, ἑλκύσαισθε, ἑλκύσαιντο
Προστακτική
---, ἕλκυσαι, ἑλκυσάσθω, ---, ἑλκύσασθε, ἑλκυσάσθων ή ἑλκυσάσθωσαν
Απαρέμφατο
ἑλκύσασθαι
Μετοχή
ἑλκυσάμενος
ἑλκυσαμένη
ἑλκυσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
εἱλκύσθην, εἱλκύσθης, εἱλκύσθη, εἱλκύσθημεν, εἱλκύσθητε, εἱλκύσθησαν
Υποτακτική
ἑλκυσθῶ, ἑλκυσθῇς, ἑλκυσθῇ, ἑλκυσθῶμεν, ἑλκυσθῆτε, ἑλκυσθῶσι(ν)
Ευκτική
ἑλκυσθείην, ἑλκυσθείης, ἑλκυσθείη, ἑλκυσθείημεν ή ἑλκυσθεῖμεν, ἑλκυσθείητε ή ἑλκυσθεῖτε, ἑλκυσθείησαν ή ἑλκυσθεῖεν
Προστακτική
---, ἑλκύσθητι, ἑλκυσθήτω, ---, ἑλκύσθητε, ἑλκυσθέντων ή ἑλκυσθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἑλκυσθῆναι
Μετοχή
ἑλκυσθείς
ἑλκυσθεῖσα
ἑλκυσθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εἵλκυσμαι, εἵλκυσαι, εἵλκυσται, εἱλκύσμεθα, εἵλκυσθε, εἱλκυσμέμοι εἰσί
 
Υποτακτική
εἱλκυσμένος- εἱλκυσμένη- εἱλκυσμένον ὦ
εἱλκυσμένος- εἱλκυσμένη- εἱλκυσμένον ᾖς
εἱλκυσμένος- εἱλκυσμένη- εἱλκυσμένον ᾖ
εἱλκυσμένοι- εἱλκυσμέναι- εἱλκυσμένα ὦμεν
εἱλκυσμένοι- εἱλκυσμέναι- εἱλκυσμένα ἦτε
εἱλκυσμένοι- εἱλκυσμέναι- εἱλκυσμένα ὦσι
 
Ευκτική
εἱλκυσμένος- εἱλκυσμένη- εἱλκυσμένον εἴην
εἱλκυσμένος- εἱλκυσμένη- εἱλκυσμένον εἴης
εἱλκυσμένος- εἱλκυσμένη- εἱλκυσμένον εἴη
εἱλκυσμένοι- εἱλκυσμέναι- εἱλκυσμένα εἴημεν (εἶμεν)
εἱλκυσμένοι- εἱλκυσμέναι- εἱλκυσμένα εἴητε (εἶτε)
εἱλκυσμένοι- εἱλκυσμέναι- εἱλκυσμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, εἵλκυσο, εἱλκύσθω, --- εἵλκυσθε, εἱλκύσθων ή εἱλκύσθωσαν
 
Απαρέμφατο
εἱλκύσθαι
Μετοχή
εἱλκυσμένος,
εἱλκυσμένη,
εἱλκυσμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου