Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βλάπτω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βλάπτω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Bobby Kostadinov 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βλάπτω»
 
Ενεργητική Φωνή
(Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο)
 
Ενεστώτας
Οριστική
βλάπτω, βλάπτεις, βλάπτει, βλάπτομεν, βλάπτετε, βλάπτουσι(ν)
Υποτακτική
βλάπτω, βλάπτῃς, βλάπτῃ, βλάπτωμεν, βλάπτητε, βλάπτωσι(ν)
Ευκτική
βλάπτοιμι, βλάπτοις, βλάπτοι, βλάπτοιμεν, βλάπτοιτε, βλάπτοιεν
Προστακτική
---, βλάπτε, βλαπτέτω, ---, βλάπτετε, βλαπτόντων (ή βλαπτέτωσαν)
Απαρέμφατο
βλάπτειν
Μετοχή
βλάπτων, βλάπτουσα, βλάπτον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔβλαπτον, ἔβλαπτες, ἔβλαπτε, ἐβλάπτομεν, ἐβλάπτετε, ἔβλαπτον
 
Μέλλοντας
Οριστική
βλάψω, βλάψεις, βλάψει, βλάψομεν, βλάψετε, βλάψουσι(ν)
Ευκτική
βλάψοιμι, βλάψοις, βλάψοι, βλάψοιμεν, βλάψοιτε, βλάψοιεν
Απαρέμφατο
βλάψειν
Μετοχή
βλάψων, βλάψουσα, βλάψον
 
Αόριστος
Οριστική
ἔβλαψα, ἔβλαψας, ἔβλαψε(ν), ἐβλάψαμεν, ἐβλάψατε, ἔβλαψαν
Υποτακτική
βλάψω, βλάψῃς, βλάψῃ, βλάψωμεν, βλάψητε, βλάψωσι(ν)
Ευκτική
βλάψαιμι, βλάψαις ή βλάψειας, βλάψαι ή βλάψειε(ν), βλάψαιμεν, βλάψαιτε, βλάψαιεν ή βλάψειαν
Προστακτική
---, βλάψον, βλαψάτω, ---, βλάψατε, βλαψάντων (ή βλαψάτωσαν)
Απαρέμφατο
βλάψαι
Μετοχή
βλάψας, βλάψασα, βλάψαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βέβλαφα, βέβλαφας, βέβλαφε, βεβλάφαμεν, βεβλάφατε, βεβλάφασι(ν)
 
Υποτακτική
βεβλαφώς- βεβλαφυῖα- βεβλαφός ὦ
βεβλαφώς- βεβλαφυῖα- βεβλαφός ᾖς
βεβλαφώς- βεβλαφυῖα- βεβλαφός ᾖ
βεβλαφότες- βεβλαφυῖαι- βεβλαφότα ὦμεν
βεβλαφότες- βεβλαφυῖαι- βεβλαφότα ἦτε
βεβλαφότες- βεβλαφυῖαι- βεβλαφότα ὦσι
 
Ευκτική
βεβλαφώς- βεβλαφυῖα- βεβλαφός εἴην
βεβλαφώς- βεβλαφυῖα- βεβλαφός εἴης
βεβλαφώς- βεβλαφυῖα- βεβλαφός εἴη
βεβλαφότες- βεβλαφυῖαι- βεβλαφότα εἴημεν (εἶμεν)
βεβλαφότες- βεβλαφυῖαι- βεβλαφότα εἴητε (εἶτε)
βεβλαφότες- βεβλαφυῖαι- βεβλαφότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
βεβλαφώς- βεβλαφυῖα- βεβλαφός ἴσθι
βεβλαφώς- βεβλαφυῖα- βεβλαφός ἔστω
---
βεβλαφότες- βεβλαφυῖαι- βεβλαφότα ἔστε
βεβλαφότες- βεβλαφυῖαι- βεβλαφότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
βεβλαφέναι
Μετοχή
βεβλαφώς- βεβλαφυῖα- βεβλαφός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐβεβλάφειν, ἐβεβλάφεις, ἐβεβλάφει, ἐβεβλάφεμεν, ἐβεβλάφετε, ἐβεβλάφεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βλάπτομαι, βλάπτῃ ή βλάπτει, βλάπτεται, βλαπτόμεθα, βλάπτεσθε, βλάπτονται
Υποτακτική
βλάπτωμαι, βλάπτῃ, βλάπτηται, βλαπτώμεθα, βλάπτησθε, βλάπτωνται
Ευκτική
βλαπτοίμην, βλάπτοιο, βλάπτοιτο, βλαπτοίμεθα, βλάπτοισθε, βλάπτοιντο
Προστακτική
---, βλάπτου, βλαπτέσθω, ---, βλάπτεσθε, βλαπτέσθων ή βλαπτέσθωσαν
Απαρέμφατο
βλάπτεσθαι
Μετοχή
βλαπτόμενος
βλαπτομένη
βλαπτόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐβλαπτόμην, ἐβλάπτου, ἐβλάπτετο, ἐβλαπτόμεθα, ἐβλάπτεσθε, ἐβλάπτοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
βλάψομαι, βλάψῃ ή βλάψει, βλάψεται, βλαψόμεθα, βλάψεσθε, βλάψονται
Ευκτική
βλαψοίμην, βλάψοιο, βλάψοιτο, βλαψοίμεθα, βλάψοισθε, βλάψοιντο
Απαρέμφατο
βλάψεσθαι
Μετοχή
βλαψόμενος
βλαψομένη
βλαψόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας Β΄
Οριστική
βλαβήσομαι, βλαβήσῃ ή βλαβήσει, βλαβήσεται, βλαβησόμεθα, βλαβήσεσθε, βλαβήσονται
Ευκτική
βλαβησοίμην, βλαβήσοιο, βλαβήσοιτο, βλαβησοίμεθα, βλαβήσοισθε, βλαβήσοιντο
Απαρέμφατο
βλαβήσεσθαι
Μετοχή
βλαβησόμενος
βλαβησομένη
βλαβησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ἐβλάφθην, ἐβλάφθης, ἐβλάφθη, ἐβλάφθημεν, ἐβλάφθητε, ἐβλάφθησαν
Υποτακτική
βλαφθῶ, βλαφθῇς, βλαφθῇ, βλαφθῶμεν, βλαφθῆτε, βλαφθῶσι(ν)
Ευκτική
βλαφθείην, βλαφθείης, βλαφθείη, βλαφθείημεν ή βλαφθεῖμεν, βλαφθείητε ή βλαφθεῖτε, βλαφθείησαν ή βλαφθεῖεν
Προστακτική
---, βλάφθητι, βλαφθήτω, ---, βλάφθητε, βλαφθέντων ή βλαφθήτωσαν
Απαρέμφατο
βλαφθῆναι
Μετοχή
βλαφθείς
βλαφθεῖσα
βλαφθέν
 
Παθητικός Αόριστος B΄
Οριστική
ἐβλάβην, ἐβλάβης, ἐβλάβη, ἐβλάβημεν, ἐβλάβητε, ἐβλάβησαν
Υποτακτική
βλαβῶ, βλαβῇς, βλαβῇ, βλαβῶμεν, βλαβῆτε, βλαβῶσι(ν)
Ευκτική
βλαβείην, βλαβείης, βλαβείη, βλαβείημεν ή βλαβεῖμεν, βλαβείητε ή βλαβεῖτε, βλαβείησαν ή βλαβεῖεν
Προστακτική
---, βλάβηθι, βλαβήτω, ---, βλάβητε, βλαβέντων ή βλαβήτωσαν
Απαρέμφατο
βλαβῆναι
Μετοχή
βλαβείς
βλαβεῖσα
βλαβέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βέβλαμμαι, βέβλαψαι, βέβλαπται, βεβλάμμεθα, βέβλαφθε, βεβλαμμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
βεβλαμμένος- βεβλαμμένη- βεβλαμμένον ὦ
βεβλαμμένος- βεβλαμμένη- βεβλαμμένον ᾖς
βεβλαμμένος- βεβλαμμένη- βεβλαμμένον ᾖ
βεβλαμμένοι- βεβλαμμέναι- βεβλαμμένα ὦμεν
βεβλαμμένοι- βεβλαμμέναι- βεβλαμμένα ἦτε
βεβλαμμένοι- βεβλαμμέναι- βεβλαμμένα ὦσι
 
Ευκτική
βεβλαμμένος- βεβλαμμένη- βεβλαμμένον εἴην
βεβλαμμένος- βεβλαμμένη- βεβλαμμένον εἴης
βεβλαμμένος- βεβλαμμένη- βεβλαμμένον εἴη
βεβλαμμένοι- βεβλαμμέναι- βεβλαμμένα εἴημεν (εἶμεν)
βεβλαμμένοι- βεβλαμμέναι- βεβλαμμένα εἴητε (εἶτε)
βεβλαμμένοι- βεβλαμμέναι- βεβλαμμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, βέβλαψο, βεβλάφθω, --- βέβλαφθε, βεβλάφθων ή βεβλάφθωσαν
 
Απαρέμφατο
βεβλάφθαι
Μετοχή
βεβλαμμένος,
βεβλαμμένη,
βεβλαμμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐβεβλάμμην, ἐβέβλαψο, ἐβέβλαπτο, ἐβεβλάμμεθα, ἐβέβλαφθε, βεβλαμμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου