Επιστολές του Οδυσσέα Ανδρούτσου | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Επιστολές του Οδυσσέα Ανδρούτσου

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Jeanne Newton Schoborg

Επιστολές του Οδυσσέα Ανδρούτσου
 
[Οι επιστολές έχουν αντληθεί από την Ιστορική Πραγματεία «ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ» του Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου (1873)]
 
Επιστολή του Οδυσσέως Ανδρούτσου προς τον Δημήτριον Υψηλάντην
 
«Υψηλότατε πρίγκηψ! Τα γράμματά μου την σήμερον δεν πέμπονται παρά εις όσους φρονούν καλά δια την σωτηρίαν της Πατρίδος. Πρέπει λοιπόν να λείψουν από το γένος μας τα κρυφά, και σαν αληθινοί πατριώται να κηρύττωμεν την αλήθειαν εις όλους χωρίς κανένα φόβον. Εκείνοι όμως όπου λυσσιάζουν δια αξιώματα ας γράφουν διπλωματικά, ας λέγουν κρυφά και ας προσπαθή να γελά ο ένας τον άλλον. Αυτοί είναι σαν πανούκλα εις την Ελλάδα και πρέπει ο λαός να χωρισθή απ’ αυτούς και να τους κάμη κουτουμάτζια (*) δια να μη μολευθούμεν όλοι μας και χαθούμεν. Έως την σήμερον δεν σου έγραψα, μήδε τώρα είχα σκοπόν να σου γράψω, πλην το γράμμα όπου μου έστειλες εις τας τρεις τρέχοντος με βιάζει να σου είπω ότι οι Τούρκοι κοντεύουν ν’ αφανίσουν όλα ταύτα τα μέρη, τα λεγόμενα ελεύθερα, αφού επέρασαν από το πυρ και το σίδερον τα υποκείμενα εις αυτούς εμπροσθινά. Εγώ, αφού εφωδίασα το φρούριον των Αθηνών μ’ ό,τι εδυνήθην, εκστρατεύω με τας ολίγας στρατιωτικάς δυνάμεις, όχι ν’ αντιπαραταχθώ εις τους εχθρούς, αλλά να τους απατήσω με τας υποσχέσεις, έως ότου γλυτώσουν μερικά αδύνατα παιδιά και γυναίκες και να συνάξουν τινά από τα εις αλώνια ευρισκόμενα γεννήματα. Πρίγκηπα, ιδού σας περικλείεω τα ίσα των γραμμάτων, όπου έλαβον σήμερον από τους Τούρκους και Ρωμαίους Ζητουνίου, Πατρατζικίου και Λαρίσσης, σου τα στέλνω όχι να τα κρύψης, αλλά να τα κάμης φανερά εις όλους και να πληροφορήσης τον κόσμον ότι εγώ κρατώ πάντα ανταπόκρισιν με τους Τούρκους με σκοπόν πατριωτικόν, όπου με τούτουν τον τρόπον να εμπορέσωμεν καμίαν φοράν να τους φέρωμεν εις καμίαν τοποθεσίαν όπου να τους χάσωμεν∙ αλλά ταύτα μου τα τερτίπια οι κοτζαπασίδες και οι νέοι Γενεραλαίοι της μεγάλης επικράτειας της Ελλάδος τα λεν προδοσίες. Εγώ με τας προκηρύξεις μου και με την διαγωγήν μου πληροφορώ το Έθνος ότι πρέπει να έχωμεν διοίκησιν, αλλά να λείψουν οι κακοδιοικηταί, εκείνοι που τρυπώνουν και μιλούν κρυφά και κάμουν φατρίες δια να λάβουν οφίκια θα χαλάσουν την Πατρίδα, καθώς ως τώρα την έδωκαν του διαβόλου. Πρίγκηπα, εγώ έτσι γράφω και σε παρακαλώ να δώσης έξω κόπιαν του γράμματός μου. Έτσι πρέπει να γράφης και εσύ και μην ετρούπωσες αυτού και κοιμάσαι. Ενθυμήσου ότι η φαμιλιά σου επρωτοκήρυξε τον πόλεμον του Σουλτάνου και έβαλε την Ελλάδα εις τοιαύτην κίνησην.
Είσαι λοιπόν εις χρέος και σε προτεστάρω έμπροσθεν όλου του λαού της Ελλάδος ευθύς να κάμης προκηρύξεις ιδικάς σου και να τας διαδιώσης καθ’ όλην την Ελλάδα, όπου να εμψυχωθή όλον το Έθνος, να γνωρίση εις ποίον κίνδυνον ευρίσκεται και να αναλάβη τα άρματα δια να υπερασπισθή Πίστιν και Πατρίδα. Εγώ, το ξαναλέγω, έτσι γράφω και έτσι πρέπει να γράφη και κάθε καλός πατριώτης∙ αν δεν σου αρέση μη μου γράφης, δια να κάμω και εγώ το ίδιον
 
ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ
 
*κάθαρσιν
 
Επιστολή του Οδυσσέα Ανδρούτσου προς τους Γαλαξιδιώτες
 
Ηγαπημένοι μου Γαλαξειδιώταις,
 
Ήτανε βέβαια από τον Θεό γραμμένο να αδράξουμε τα άρματα μία ημέρα, και να χυθούμε καταπάνου στους τυράννους μας, που τόσα χρόνια ανελεήμονα μας τυραγνεύουν. Τι τη θέλουμε, βρε αδέρφια, αυτή τη πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε αποκάτου στην σκλαβιά, και το σπαθί των Τούρκων να ακονιέται στα κεφάλια μας; δεν τηράτε που τίποτα δεν μας απόμεινε; αι εκκλησίαις μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων∙ κανένας δεν μπορεί να πη πως τάχα έχει τίποτα εδικό του γιατί το ταχυά βρίσκεται φτωχός, σα διακονιάρης στη στράτα∙ αι φαμελιές μας και τα παιδιά μας είναι στα χέρια και στη διάκρισι των Τούρκων. Τίποτα, αδέρφια, δεν μας έμεινε∙ δεν είναι πρέποντας να σταυρώσωμε τα χέρια, και να τηράμε τον ουρανό∙ ο Θεός μας έδωκε χέρια, γνώσι και νου∙ ας ρωτήσωμε την καρδία μας και ό,τι μας απαντυχαίνει ας το βάλωμε γλήγορα σε πράξιν, και ας είμεθα, αδέρφια, βέβαιοι το πως ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλη το χέρι απάνου μας. Ό,τι θα κάμωμε, πρέποντας είναι να το κάμωμε μίαν ώρα αρχήτερα, γιατί ύστερα θα χτυπάμε τα κεφάλια μας. Τώρα η Τουρκία είναι μπερδευμένη σε πολέμους, και δεν έχει ασκέρια να στείλη καταπάνου μας. Ας ωφεληθούμε από την περίστασι, όπου ο Θεός, ακούωντας τα δίκαια παράπονά μας, μας έστειλε δια ελόγου μας∙ μια ώρα πρέποντας είναι να ξεσπάση αυτό το μαράζι, όπου μας τρώγει την καρδιά. Στα άρματα, αδέρφια∙ ή να ξεσκλαβωθούμε ή όλοι να πεθάνωμε∙ και βέβαια καλλίτερο θάνατο δεν μπορεί δε προτιμήση κάθε χριστιανός και Έλληνας.
Εγώ, καθώς το γνωρίζετε καλότατα, αγαπητοί μου Γαλαξειδιώταις, ημπορώ να ζήσω βασιλικά, με πλούτια, τιμαίς και δόξαις∙ οι Τούρκοι ό,τι και να ζητήσω μου το δίνουνε παρακαλώντας, γιατί το σπαθί του Οδυσσέα δεν χωρατεύει∙ έπειτα κοντά στα άλλα ενθυμούνται τον πατέρα μου, που τους εζεμάτισε. Μα σας λέγω την πάσαν αλήθεια, αδέρφια, δε θέλω εγώ μονάχα να καλοπερνάω, και το γένος μου να βογκάη στη σκλαβιά∙ μου καίεται η καρδιά μου, σα βλέπω και συλλογιέμαι πως ακόμα οι Τούρκοι μας τυραγνεύουν.
Από το Μωριά μου στείλανε γράμματα, πως είναι τα πάντα έτοιμα. Εγώ είμαι στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου∙ μα θέλω πρώτα να ήμαι βέβαιος το πως θα με ακολουθήσετε και εσείς∙ αν εσείς κάμετε αρχή από την μια μεριά, και εγώ από την άλλη, θα σηκωθή όλη η Ρούμελη∙ γιατί ο κόσμος φοβάται∙ μα σα ιδή ελόγου σας, που έχετε τα καράβια και ξέρετε καλλίτερα τα πράγματα, το πώς σηκώνετε το μπαεράκι, θανά ξεθαρέψη και τελειώση όχι καλλίτερα το πράγμα.
Περιμένω απόκρισι με τον ίδιον που φέρνει το γράμμα μου. Το μπαρούτι και τα βόλια τα έλαβα, και τα εμέρασα να οικονομήσετε και στουρνάρια και αν σας περισσεύη και άλλη μπαρούτη να μου στείλετε, γιατί θα την δώσω και στους Πατρατσικιώταις.
Του Πανουριά τα λόγια μη τα πολυακούτε είναι φοβτισιάρης∙ μα σα το σηκώσωμε εμείς, αλλέως δε μπορεί να φκιάση, πάρεξ να έρθη με το μέρος μας.
Αύριο το βράδυ να έρθη ένας στο μοναστήρι και θα ευρή τον Γκούρα για να μιλήση, σαν να ήμουνα εγώ ο ίδιος. Τον Γκούρα να τον αγαπάτε∙ είναι παιδί δικό μου και καλό παλληκάρι.
Χαιρετίσματα σε όλους τους φίλους πέρα και πέρα, Σας χαιρετώ και σας γλυκοφιλώ.
 
22 Μαρτίου 1821
 
Ο αγαπητός σας
ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ
 
Επιστολή προς τον Βασίλη Μπούσγο
 
«Κατά πολλά ηγαπημένε μου και αδελφέ Μπούσγο, σε χαιρετώ και τα μάτια σου φιλώ. Με το αδελφικόν μου σου φανερόνω∙ λοιπόν μάθε ότι και εγώ ήλθα απόψε εδώ εις το χάνι της Γραβιάς, και εσύ, ευθύς όπου λάβης το παρόν, να μάσης τους συντρόφους, όσους και αν είναι, ένας να μη λείψη, και αύριον αυγή κίνα και έλα εδώ ν’ ανταμωθούμε. Πάρε και τον Θανάσην Τζούτζον και κανένα άλλον προεστόν. Σε προσμένω χωρίς άλλο και Θεόθεν υγίαινε.
 
1821 3 Μαρτίου Γραβιά
 
αδελφός σου
ΔΥΣΣΕΟΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ
 
(η επιγραφή)
Του κατά πολλά ηγαπητού μοι, Καπετάν Βασίλη Μπούσγου. Της ώρας, Δοθήτω.
 
Αποσπάσματα επιστολών (ή προφορικών δηλώσεων) του Οδυσσέα Ανδρούτσου από το έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21».
 
Και ο Οδυσσέας ήταν αγράμματος, γράφει ο Waddington. Γενικά οι αγράμματοι αγωνιστές ένοιωθαν μειονεκτικά απέναντι στους ευρωποσπουδασμένους και τους άλλους λογιώτατους που έγραφαν σε γλώσσα στρυφνή και ακατάληπτη. Έγραφε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος σαρκαστικά στον Μαυροκορδάτο (24 Φεβρουαρίου 1824) από την Αθήνα: «Την επιστολήν σου σημειωμένην την 9ην Φεβρουαρίου εις απάντησιν του από 27 του παρελθόντος εδικού μου έλαβα, του οποίου σου γράμματος δεν ημπόρεσα να καταλάβω την έννοιαν και εις τούτο με συγχωρείς. Στοχάζομαι να γνωρίζης καλά την προς το γράφειν αδυναμίαν μου και διά τούτο σε περικαλώ, οπού όποτε μου ξαναγράψης, να μου γράψης μ’ έναν τρόπον οπού να ξέρης ότι εγώ καταλαβαίνω διά να μπορώ να καταλαβαίνω μόνος μου, το τι μου γράφετε, οπού να μπορώ μόνος μου πάλιν να σου αποκρίνωμαι χωρίς να βάνω αλλουνούς να μου εξηγούν το γράμμα καθώς θέλουν και να σου λέγουν ό,τι θέλουν και να γράφω κ’ εγώ εκείνα οπού θέλω, και όχι να γράφουν ό,τι θέλουν εκείνοι οπού βάνω και γράφουν» (Ιστορικόν Αρχείον Μαυροκορδάτου, τεύχος IV, σ. 204).
 
Ο Οδυσσέας, μέσα στον φοβερό κατατρεγμό του, έχει την οξυδέρκεια να επισημάνει τις επεμβάσεις ξένων στα εσωτερικά της χώρας, τις επιδιώξεις τους και το ρόλο των εθελοντών. Οργίζεται όταν ο Trelawny του υπενθυμίζει τη διαμάχη και τη ρήξη του με την Κυβέρνηση. «Μη λέγης Κυβέρνησιν και Κυβέρνησιν. Όσον καιρόν δεν είχομεν Κυβέρνησιν και κάθε οπλαρχηγός με τα παλληκάρια του επολέμει τους Τούρκους οι Τούρκοι μας έτρεμον και οι ξένοι οι οποίοι ζητούν τώρα να μας διοικήσουν δεν ετόλμων να φέρουν το κεφάλι των μέσα εις την Ελλάδα. Αν δεν ήταν ο Οδυσσεύς, Τρελώνη, εις την Γραβιάν ο Ομέρ Βρυώνης και οι Αρβανίται του ήθελον πλημμυρίση από το πρώτον έτος της επαναστάσεως την Πελοπόννησον και η τύχη της ήθελεν ήσθαι ως εις τον καιρόν της πρώτης επαναστάσεως. Αν δεν ήταν ό Οδυσσεύς εις τας Θερμοπύλας πάλιν να τους αναχαιτίση όπως μη μεταβώσιν εις την Αττικήν, η επανάστασις ήθελεν ήσθαι τελειωμένη. Δεν είμαι εγώ, Τρελώνη, όστις, όταν ο Βουράτ πασάς με έξ χιλιάδας Τούρκους κατέκαυσεν όλα τα χωρία και μοναστήρια της Βοιωτίας και με τους οκτακοσίους ιππείς του εστρατοπέδευσεν εις Θήβας και η Κυβέρνησις δεν μ’ έστειλεν ούτε την βοήθειαν την οποίαν με υπεσχέθη, ούτε τα χρήματα, όπως υπερασπισθώ τας Θερμοπύλας και οι στρατιώται μου δεν ήθελον να μ’ ακολουθήσουν, αν δεν ελάμβανον πρώτον τους μισθούς των, και οι έφοροι των Αθηνών οίτινες μας υπεσχέθησαν τεσσαράκοντα χιλιάδας γρόσια διά τα έξοδά μας, τίποτε δεν μας έδωσαν, δεν είμαι εγώ, αδελφέ Τρελώνη, όστις με τους εξακοσίους μου έτρεξα εις Σαλαμίνα και Μέγαρα, και παρακινήσας τους Πελοποννησίους να έλθωσι μαζί μου διεσκόρπισα εις τας όχθας του Κηφισού τους εχθρούς και τρίτην φοράν έσωσα την Ελλάδα;»
(από τη συνέντευξη του Trelawny στον «Βρεταννικό Αστέρα»)
 
Ο Οδυσσέας, που στο μεταξύ έχει αποσυρθεί στην οχυρωμένη σπηλιά της Βελίτσας, γράφει την 1 Σεπτεμβρίου τα παράπονά του στον Stanhope. Για τις τρεις απόπειρες δολοφονίας εναντίον του. Για το δάνειο που κατασπαταλιόταν. Για την εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων.
Αυτό το γράμμα είναι σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο, γιατί αποκαλύπτει τα φοβερά διλήμματα που δημιούργησε στον Ανδρούτσο ο κατατρεγμός και την ψυχολογική κατάσταση που τον οδήγησε σε ώρα απελπισίας στη συνεργασία με τον εχθρό, «Θα αναγκαστούμε να προτιμήσουμε τον τουρκικό ζυγό», γράφει ο Οδυσσέας στον Άγγλο συνταγματάρχη, που όπως φαίνεται, απέφυγε κάθε επικοινωνία μαζί του ύστερα από την ανάκληση. «Οι κυβερνήτες μας, από τότε που πήραν το δάνειο, δεν σκέπτονται άλλο τίποτα από το να δολοφονούν όλους εκείνους που υπερασπίζονται τα δίκαια του δύστυχου ελληνικού λαού, ώστε να γλυτώσουν για πάντα από αυτούς που φοβούνται και να μπορούν πια να κατατυραννούν ελεύθερα. Σας τα λέω αυτά, κύριε, γιατί τρεις φορές προσπάθησαν να με δολοφονήσουν. Την πρώτη φορά στ’ Ανάπλι. Και στις τρεις περιπτώσεις έπιασα τους ενόχους και τους παρουσίασα ο ίδιος στην Κυβέρνηση. Την πρώτη φορά η Κυβέρνηση είπε πως θα τους δικάσει αύριο το πρωί. Αλλά τη νύχτα οι δολοφόνοι ελευθερώθηκαν. Το πρωί, ενώ περίμενα τη δίκη και καθόμουν μπροστά στο παράθυρό μου, με πυροβόλησαν για δεύτερη φορά. Πετάχτηκα έξω, έπιασα τους αχρείους και τους παράδωσα ο ίδιος στην Κυβέρνηση. Μου λένε πάλι πως θα τους δικάσουν το άλλο πρωί. Εγώ περίμενα. Την άλλη μέρα βλέπω ξαφνικά τα ίδια πρόσωπα να με πυροβολούν για τρίτη φορά. Τους έπιασα πάλι, τους παράδωσα στη Διοίκηση, για μια ακόμα φορά κι έφυγα για το στράτευμα. Είκοσι ως τριάντα άνθρωποι έχουν πληρωθεί από τους ελεεινούς κυβερνήτες μας και με τριγυρίζουν για να βρουν ευκαιρία να με δολοφονήσουν.
«Χρησιμοποιούν, κύριε, τα χρήματα του δανείου όχι βέβαια για τις ανάγκες του πολέμου. Και θέλω να σας πληροφορήσω, κύριε, πως για να σώσουμε τη ζωή μας, δεν μας μένει άλλη ελπίδα παρά να προσπέσουμε στο έλεος των Τούρκων. Είμαστε ο πιο άτυχος λαός εμείς οι Έλληνες. Γιατί αφού αποτινάξαμε τον ένα ζυγό βλέπουμε πως πέσαμε σε άλλο χειρότερο. Κι αναγκαστικά θα προτιμήσουμε τον πρώτο από το δεύτερο. Σας τα γράφω αυτά, κύριε, για να εκτιμήσετε σε ποια κατάσταση έφθασε η Ελλάδα».
 
Στην αρχομανία και τιτλομανία μερικών ευρωποσπουδασμένων αναφέρεται με καυστικότητα ο Οδυσσέας σε ένα γράμμα του στον Μαυροκορδάτο από την Αθήνα (24 Φεβρουαρίου 1824): «Εις αυτήνο δεν ημπορώ να καταλάβω κ’ εγώ πως τρέχουν τα πράγματα, να γλέπω τους προκομμένους του έθνους μας οπού ελπίζομεν να μας ορμηνεύουν και να μας συμβουλεύουν από τα καλά φρονήματα, οπού εις την Ευρώπην εμάθανε, και αν έχωμεν και κανένα σφάλμα, με την καλήν ερμηνείαν αυτουνώνε να τα διορθώσωμεν. Τώρα βλέποντας οπού αυτουνούς οπού έχομεν την ελπίδα οπού να εβγάλουν από ημάς την ιδέαν του τιτλομανισμού βλέπομεν αυτοί να λυσσάνε ως σκύλοι μανισμένοι δια βαθμούς και αξιώματα. Εμείς τώρα τι να προσμένωμεν να ιδούμεν, οπού εκείνοι οπού θα μας οδηγήσουν εις το καλόν, μας φέρνουν σε τέτοιον δρόμον;» (Ιστορικόν Αρχείον Αλ. Μαυροκορδάτου, τεύχος IV, σ. 205).
 
Το γράμμα προς τον Κοραή – 20 Απριλίου 1823 από το Άστρος – έφυγε ένα χρόνο αργότερα. Σε υστερόγραφο της επιστολής του Ανδρούτσου διαβάζουμε: «Έμεινε μέχρι της σήμερον η παρούσα επιστολή δι’ όσας αιτίας μανθάνετε από τον χιλίαρχον Στανόπ. Την 24 Φεβρουαρίου 1824» (βλ. Αδ. Κοραή, Άπαντα, Επιστολές, επιμ. Γ. Βαλέτα, τ. Β΄, σ. 331 - 333). Ο Οδυσσέας καλεί τον Κοραή να γυρίσει στην πατρίδα: «Αφού ηγωνίσθης τόσους χρόνους να διδάσκεις μακρόθεν τους δυστυχείς σου ομογενείς, δεν είναι πλέον δίκαιον την σήμερον να έλθης και συ να συντρέξης εις την ανεξαρτησίαν και αυτονομίαν της Ελλάδος προσωπικώς;». Ο Κοραής έλαβε το γράμμα στις 7 Ιουνίου και απάντησε στις 17: «Αν είχα στρατιωτικήν ηλικίαν, χωρίς αναβολήν ήθελα τρέξειν γραφθή στρατιώτης της πατρίδος στρατηγούμενος από τον Οδυσσέα. Αλλά μάθε, στρατηγέ μου, αν ακόμη δεν το έμαθες, ότι από την 27 του περασμένου Απριλίου ήρχισα να τρέχω με ποδαγρικούς πόδας τον 77ον της ηλικίας μου· από τοιούτους στρατιώτας είμαι βέβαιος ότι δεν έχεις χρείαν».
 
Την ψυχολογία των καπεταναίων κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις αποκαλύπτει ο Οδυσσέας Ανδρούτσος σε μια εξομολόγηση στον Αθηναίο Γ. Ψύλλα: «Εάν ημείς (οι καπεταναίοι) θέλωμεν, δύνασθε να προαχθήτε εις το στρατιωτικόν στάδιον· άλλως σας κάμνομεν μίαν ώραν αρχύτερα να χαθήτε. Είσαι π.χ. μαζί μου εις εκστρατείαν; Σοί διορίζω θέσιν τινά να την φυλάξης με ολίγους άνδρας και εγώ έρχομαι εις επικουρίαν σου και σε σώζω και αναδεικνύεσαι ως ανδραγαθήσας και τηρήσας την θέσιν σου εναντίον πολλών εχθρών. Αλλ' όταν δεν θέλω, τότε σε αφήνω και χάνεσαι» (Απομνημονεύματα του βίου μου, Αθήναι 1974, σ. 104 - 105).
 
Από γράμμα του Ανδρούτσου (26 Αυγούστου 1821): «Οι Έλληνες από την ορμήν τους με οδόντια έτρωγαν τους Τούρκους, οπού τέλος πάντων έτρεχε το αίμα ποταμηδόν από την ώραν οπού ήρξεν ο πόλεμος έως το πουρνό και ανίσως οι Έλληνες δεν έπεφταν εις τα λάφυρα, και δεν ενύκτωνε, δεν ήθελε μείνει βέβαια ούτε ουδείς από αυτούς και ήθελε πιάσωμεν και τον ίδιον Μπαϊράμ πασιά ζωντανόν» (Δημ. Πασχάλη, Μια ανέκδοτος επιστολή του Οδυσσέως Ανδρούτσου, Ημ. Μεγ. Ελλάδος, 1930, σ. 493).
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου