Κωνσταντίνος Καβάφης «Στα Φῶτα»
Στους παρενθετικούς στίχους ο Καβάφης παραθέτει τις σκέψεις της Θεοδώρας, η οποία, εύλογα, πίστευε πως ο ανήλικος Ιωάννης έπρεπε να βρίσκεται υπό την προστασία εκείνης και του γιού της, διότι εκείνοι νοιάζονταν πραγματικά για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του στον θρόνο και δεν θα τον αντιμετώπιζαν ως «θέαμα» για τον όχλο. Ο Καβάφης υπενθυμίζει με τον τρόπο αυτό αφενός την αφοσίωση του Ιωάννη Καντακουζηνού στον Ανδρόνικο Γ΄ και αφετέρου το γεγονός πως η εμφύλια αυτή σύγκρουση βαρύνει τους συνωμότες, οι οποίοι κινούμενοι από την επιθυμία τους για την εξουσία δεν είχαν κανέναν ηθικό φραγμό. Ήταν διατεθειμένοι να εκμεταλλευτούν ένα ανήλικο παιδί, να εξυβρίσουν μια ηλικιωμένη γυναίκα, αλλά και να παρασύρουν την αυτοκρατορία σε μια εμφύλια διαμάχη μόνο και μόνο για να εκπληρώσουν τα ιδιοτελή σχέδιά τους.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως η ποιητική μέθοδος του Καβάφη, με την αξιοποίηση τεκμηρίων για τη σύνθεση των ποιημάτων του, συνιστά σαφή ένδειξη της κοινωνικής διάστασης του έργου. Συστηματικός μελετητής της ιστορίας ο Καβάφης, εντοπίζει γεγονότα και ιστορικά στιγμιότυπα, τα οποία προσφέρονται για να αναδείξουν είτε τη θετική όψη της ανθρώπινης δράσης είτε -συνηθέστερα- την αρνητική όψη. Με αναφορές σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε υποθετικές καταστάσεις, ο Καβάφης κατορθώνει να φανερώσει πως συχνά ό,τι υποκινεί τους ανθρώπους είναι η απληστία, ο εγωισμός και η επιθυμία για περισσότερη δύναμη και περισσότερο πλούτο, έστω κι αν με τη δράση τους αυτή βλάπτουν την κοινωνία και το κράτος στο οποίο ανήκουν.
Παρά το γεγονός ότι ο Καβάφης θα μπορούσε να εστιάζει το ενδιαφέρον του στα προσωπικά του συναισθήματα και βιώματα, θέτοντας τον εαυτό του στο επίκεντρο της ποίησής του, εκείνος επιλέγει συνειδητά να αξιοποιήσει την ποίηση ως «διδακτικό» μέσο, για να παρακινήσει τους συγκαιρινούς του να αντικρίσουν την αλήθεια της ανθρώπινης φύσης και να μην επιτρέψουν τη επανάληψη του παρελθόντος.
Και ήταν αυτόπτης μάρτυρας όλων αυτών η μητέρα του Καντακουζηνού, η οποία ζούσε φυλακισμένη ανάμεσα στην βασιλική αυλή, εκεί όπου το πλήθος του δήμου εισέρρεε σαν ποτάμι και συγκεντρωνόταν. Και πράγματι, η καρδιά της πληγώθηκε βαθύτατα και έβγαζε στεναγμούς από τα βάθη της ψυχής της, σαν σκοτεινούς και ομιχλώδεις καπνούς, που φανέρωναν τη μεγάλη εσωτερική πίκρα της ψυχής της σε όσους κάθονταν δίπλα της. Γιατί η ψυχή της ήταν μοιρασμένη: από τη μία άκουγε εκείνες τις ανυπόφορες ύβρεις και αναλογιζόταν από ποιους οργανώνονταν όλα αυτά —από ανθρώπους δηλαδή που χθες και προχθές είχαν θέση δούλου απέναντί της— και από την άλλη έφερνε στη μνήμη της την τύχη της από τα παιδικά της χρόνια και το άνθος της ευτυχίας που τη συνόδευε από την ίδια της την ηλικία, το οποίο είχε παραμείνει αλώβητο και ακμαίο μέχρι τα γηρατειά της· και καθώς συνέκρινε όλα εκείνα με τις τωρινές αντιξοότητες και τις απροσδόκητες τροπές του χρόνου, δεν άντεχε να το υποφέρει. Έτσι, επειδή πληγώθηκε βαριά η καρδιά της, το σώμα της έπεσε σε ασθένεια βαριά, η οποία προμήνυε ότι το τέλος της ζωής της δεν θα αργούσε.
Όταν λοιπόν έφτασε και η γιορτή των Φώτων μετά από δώδεκα ημέρες, και ενώ ο βασιλιάς παρουσιάστηκε και πάλι με τον ίδιο τρόπο από ψηλά, και ο δήμος από κάτω χειροκροτούσε ξεσπώντας ξανά στις ίδιες επευφημίες και ύβρεις, η Καντακουζηνή κοιτόταν νεκρή, παραπεταμένη και ξεχασμένη μέσα στη φυλακή, στερημένη εντελώς και με τον πιο σκληρό τρόπο από εκείνη την παλιά της ευτυχία και δόξα. Διότι πρόλαβε και άφησε την τελευταία της πνοή λίγο πριν από τον ήχο των σαλπίγγων. Επειδή φοβήθηκε, νομίζω, η ψυχή της μήπως πέσει ξανά στην τρικυμία των ίδιων ύβρεων, μαζεύτηκε στον εαυτό της και αποχωρίστηκε πρόωρα από το σώμα. Το πώς όμως επέτρεψε ο Θεός να γίνουν αυτά, θα το αναπτύξουμε εκτενέστερα στη συνέχεια, κάνοντας υποθέσεις όσο μάς είναι δυνατόν.
Ο Ανδρόνικος Γ΄ πέθανε χωρίς να έχει αφήσει γενικά αναγνωρισμένο διάδοχο· ο γιος του Ιωάννης ήταν εννέα μόλις χρονών, και δεν είχε ανακηρυχθεί αυτοκράτωρ. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός, στενός φίλος και συνεργάτης του Ανδρονίκου, αμέσως μετά τον θάνατο του αυτοκράτορος ανέλαβε τα καθήκοντα αντιβασιλέως χωρίς όμως να πάρει τον τίτλο. Συγχρόνως, την αντιβασιλεία εποφθαλμιούσε ο πατριάρχης Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας, ισχυριζόμενος ότι ήταν δίκαιο να βρίσκονται στο ίδιο πρόσωπο η βασιλεία και η Εκκλησία: «δίκαιον γαρ έφασκεν είναι... καθάπερ σώματι ψυχήν, ούτω τη βασιλεία την εκκλησίαν συνήφθαι». Ο πατριάρχης επηρέαζε και τη βασιλομήτορα Άννα της Σαβοΐας, όπως άλλωστε και ο Αλέξιος Απόκαυκος. Ο Απόκαυκος, αντίθετα από τον Καντακουζηνό, προερχόταν από φτωχή και άσημη οικογένεια: «άσημος εκ φαύλων φύς», γράφει ο Καντακουζηνός, ενώ ο Γρηγοράς τον περιγράφει έτσι: «γένους γαρ των αδόξων υπαρχών εκ νέου και πενία συντεθραμμένος νυν μεν τούτω, νυν δ᾽ εκείνω μισθού διακονούμενος διετέλει τον χρόνον». Ο Απόκαυκος είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία από δημόσιες προσόδους· αρχικά είχε την εκμετάλλευση των αλυκών, από όπου κυρίως πλούτισε· αργότερα έγινε «ταμίας των βασιλικών χρημάτων» και τέλος διορίστηκε από τον Ανδρόνικο Γ΄ μέγας δούξ, δηλαδή τέθηκε επί κεφαλής του στόλου. Πρέπει να θεωρηθεί ως εκπρόσωπος της μικρής πια τάξεως ανθρώπων, που είχαν τη δυνατότητα να πλουτίσουν και να αποκτήσουν αξιώματα υπηρετώντας το κράτος. Πάντως, δεν ανήκε στην τάξη των πλούσιων γαιοκτημόνων και οι μετέπειτα πράξεις του δείχνουν ότι αντλούσε τη δύναμή του από το εμπορικό και ναυτικό στοιχείο της αυτοκρατορίας.
Οι προσωπικές φιλοδοξίες των διαφόρων ηγετών του πολέμου, στις οποίες οι πηγές επιμένουν, έπαιξαν, οπωσδήποτε, σημαντικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια των έξι ετών του πολέμου. Ο πόλεμος του 1347 άρχισε και συνεχίσθηκε ως διαμάχη των εκπροσώπων της άρχουσας τάξεως για την εξουσία. Όμως, λόγω της συνθέσεως της βυζαντινής κοινωνίας, οι δύο αντίπαλες ομάδες αντλούσαν τη δύναμή τους από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Ενώ η διάσπαση της πολιτικής εξουσίας, που σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 1341, επέτρεψε την έκφραση της βαθιάς εχθρότητας των κατοίκων της πόλεως και της υπαίθρου κατά της αριστοκρατίας, με μορφές που πιθανότατα οι πρωτεργάτες του εμφυλίου πολέμου δεν είχαν ούτε προβλέψει ούτε θελήσει.
Αυτός ο εμφύλιος πόλεμος διαφάνηκε πολύ νωρίς, με τη συσπείρωση των αριστοκρατών γύρω από τον Καντακουζηνό και τη δήμευση των περιουσιών τους στην Κωνσταντινούπολη. Η τελευταία αυτή πράξη είχε διπλή σημασία: η δήμευση της περιουσίας αποτελεί πράξη πολιτική, και μέρος από αυτά τα χρήματα χρησιμοποίησε ο Απόκαυκος για να δημιουργήσει στόλο. Η δήμευση όμως έγινε δυνατή επειδή ήδη υπήρχε έντονη εχθρότητα εκ μέρους των Κωνσταντινοπολιτών. Όσο για τους πρωτεργάτες της εξεγέρσεως του «δήμου» το 1341 κατά του Καντακουζηνού, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διαφωνία στις δύο κύριες πηγές. Ο Καντακουζηνός αναφέρει ότι ο Απόκαυκος χρησιμοποίησε τα φτωχότερα στοιχεία του πληθυσμού («απόρους τινάς και λάλους... ετοίμως έχοντας υπό πενίας και των δεινοτάτων κατατολμάν»), ενώ ο Γρηγοράς, κάπως περισσότερο αξιόπιστος, γράφει ότι ο Απόκαυκος και ο πατριάρχης χρησιμοποίησαν τους «δημάρχους», δηλαδή οπωσδήποτε όχι τους φτωχότερους, αλλά κάποιου είδους συγκροτημένους αρχηγούς. […]
Τον Μάρτιο του 1342 ο Καντακουζηνός έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, ο κυβερνήτης της οποίας Θεόδωρος Συνναδηνός, μέλος μιας από τις μεγαλύτερες βυζαντινές οικογένειες, είχε ταχθεί με το μέρος του και προσφέρθηκε να του παραδώσει την πόλη, οπότε θα διευκολυνόταν κατά πολύ η κατάληψη και της υπόλοιπης Μακεδονίας από τον Καντακουζηνό. Όμως οι Ζηλωτές και οι άλλοι κάτοικοι της πόλεως ξεσηκώθηκαν, έδωσαν μάχη κατά των δυνατών και σκότωσαν μερικούς, ενώ 1.000 περίπου βρήκαν καταφύγιο στη στρατιά του Καντακουζηνού. Τα σπίτια των δυνατών καταστράφηκαν και οι περιουσίες τους περιήλθαν στα χέρια των Ζηλωτών, οι οποίοι, κατά τις πηγές, από φτωχοί έγιναν πλούσιοι. Αναμφισβήτητα, πολλά από τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την άμυνα και τη συντήρηση της πόλεως που, όπως και οι άλλες πόλεις της Θράκης και Μακεδονίας στη διάρκεια του πολέμου, δεν είχε άλλους πόρους· εξ άλλου, η γη έμεινε ακαλλιέργητη στη διάρκεια του πολέμου, και είναι πιθανό ότι οι πόλεις αναγκάζονταν να αγοράσουν τρόφιμα από άλλες περιοχές.
Τα πολιτικά γεγονότα που αναφέρθηκαν είναι στενά συνδεμένα με κοινωνικές διαμάχες που, ακριβώς, εξηγούν την κυριαρχία των δυνάμεων της αντιβασιλείας σ’ αυτή την πρώτη φάση. Όλες οι πηγές μαρτυρούν ότι στις πόλεις ο «δήμος» ξεσηκώθηκε, έδιωξε ή καθυπέταξε τους δυνατούς και έφερε τις πόλεις με το μέρος της αντιβασιλείας. Οι δυνατοί της Θεσσαλονίκης, της Κωνσταντινουπόλεως, του Διδυμοτείχου, της Ανδριανουπόλεως υποστήριξαν τον Καντακουζηνό, τον οποίο, όπως λέει ο ίδιος, «της στρατιάς... το πλείστον και οι άλλοι των Ρωμαίων άριστοι» επίσης υποστήριξαν. Όλες οι πηγές επίσης, περιγράφοντας την κοινωνική αυτή αναταραχή ή επανάσταση, χωρίζουν τους κατοίκους των πόλεων σε δύο κυρίως μέρη, στα οποία αποδίδουν και ηθικά χαρακτηριστικά. Όπως αναφέρει ο Γρηγοράς, η αυτοκρατορία διαιρέθηκε ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς, συνετούς και ασύνετους, παιδευμένους και μη, «έμφρον και τεταγμένον» και «άφρον και ασύνετον». Όμως η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική.
Όσο για την κοινωνική σύνθεση, την πολιτεία και την ιδεολογία των επαναστατών το θέμα είναι ακανθώδες, εφόσον οι πηγές είναι εχθρικά διακείμενες και πιθανώς μεταχειρίζονται και κοινολογίες για να περιγράψουν την κατάσταση. Είναι πάντως δυνατό να απομονωθούν ορισμένα στοιχεία που θα υποβοηθήσουν την ανάλυση. Είναι βέβαιο ότι, όποιοι και αν ήταν οι πρωτεργάτες, ο «δήμος» των πόλεων, αλλού σταδιακά και αλλού αμέσως, στράφηκε κατά των πλουσίων. Στη Θεσσαλονίκη, π.χ., ήδη από το καλοκαίρι του 1342 ο «δήμος» φρουρούσε, οπλισμένος, τα τείχη, ενώ στις Σέρρες οι κάτοικοι αμύνθηκαν με πέτρες και βέλη όταν ο Καντακουζηνός πολιόρκησε την πόλη, το 1342.
Στις πόλεις με ενεργό εμπορικό στοιχείο η κατάσταση ήταν διαφορετική. Στην Κωνσταντινούπολη, η αντιβασιλεία στηριζόταν κυρίως στους γασμούλους, τους ναύτες, ενώ επισημαίνεται σταθερή προσπάθεια του Απόκαυκου να προστατεύσει το εμπόριο, πιθανότατα για να διατηρήσει την υποστήριξη των εμπόρων της πόλεως. Άλλωστε, οι έμποροι και οι τραπεζίτες της Κωνσταντινουπόλεως παρέμειναν εχθρικοί προς τον Καντακουζηνό ως το 1348. Στη Θεσσαλονίκη πρωτεργάτες κάθε επαναστατικής πράξεως, από το 1342 ως το 1350, ήταν οι Ζηλωτές. […]
Στο τέλος του 1342, ενώ ο στρατός του Καντακουζηνού στο Διδυμότειχο βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση, έφθασε ο Ουμούρ του Αϊδινίου με 380 πλοία και 29.000 στρατιώτες σε βοήθεια του συμμάχου του. Το 1343 ο στόλος του Ουμούρ έφθασε στη Θεσσαλονίκη· τα τουρκικά στρατεύματα υποστήριξαν την προσπάθεια του Καντακουζηνού να εδραιώσει την εξουσία του στη Βέροια που είχε καταλάβει πριν λίγο και, διασχίζοντας τη Θράκη, να φύγει στο Διδυμότειχο. Η αντίσταση των πόλεων της Θράκης έδωσε αφορμή στους Τούρκους να λεηλατήσουν την περιοχή, καταστρέφοντας γαίες και γεωργικά προϊόντα και προκαλώντας λιμό στην Κωνσταντινούπολη και στις πόλεις της Θράκης. Στα τέλη 1344/45 μια σειρά από επιθέσεις από τους Τούρκους μισθοφόρους του Καντακουζηνού κατέληξε στην υποταγή πολλών πόλεων της Θράκης, ενώ με την πίεση που εξάσκησαν οι Τούρκοι του Ορχάν υπέκυψαν και οι υπόλοιπες πόλεις της Θράκης. Οι παράκτιες πόλεις Βιζύη, Αίνος, Εξαμίλιο, Καλλίπολη και Ανδριανούπολη προσχώρησαν τελευταίες. Ο Δημ. Κυδώνης έγραφε, το καλοκαίρι του 1345, ότι με την υποταγή τους οι πόλεις εξασφάλισαν την ησυχία τους, ότι σταμάτησαν οι τουρκικές επιδρομές και οι κάτοικοι μπόρεσαν πάλι να καλλιεργήσουν τα κτήματά τους. Όμως ο Γρηγοράς αναφέρει ότι οι Τούρκοι συχνά δρούσαν αυτόνομα και ότι εξακολούθησε η δήωση της περιοχής. Στο μεταξύ ο Στέφανος Δουσάν είχε καταλάβει μια σειρά από πόλεις, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονταν η Βέροια και οι Σέρρες.
Το καλοκαίρι του 1345 ήλθε η τελευταία σημαντική καμπή του εμφυλίου πολέμου. Στις 11 Ιουνίου ο Αλέξιος Απόκαυκος δολοφονήθηκε από μερικούς αριστοκράτες που είχε φυλακίσει. Αμέσως μετά, ο φίλος του Τζεφραίτης (Geoffroi) ξεσήκωσε τους ναύτες, που επιτέθηκαν κατά των φυλακισμένων δυνατών και σκότωσαν πολλούς από αυτούς. Με τον θάνατο του Απόκαυκου και καθώς η Κωνσταντινούπολη ήταν αποκλεισμένη από τον στρατό του Καντακουζηνού και του Ορχάν, το τέλος του πολέμου ήταν πια κοντά. Τη νύχτα της 2 Φεβρουαρίου 1346 ο Καντακουζηνός εισήλθε κρυφά στην Κωνσταντινούπολη όπου τον υποδέχθηκαν, όπως λέει ο ίδιος, οι ευφημίες του δήμου. Στις 8 Φεβρουαρίου συμφωνήθηκε να κυβερνά ο Καντακουζηνός μαζί με τον Ιωάννη Ε΄, ενώ, λίγο αργότερα, καθαιρέθηκε ο Ιω. Καλέκας και αντικαταστάθηκε από τον πατριάρχη Ισίδωρο Α΄. Στη Θεσσαλονίκη η δολοφονία του Απόκαυκου προκάλεσε μια σειρά από εξελίξεις. Ο γιος του Ιωάννης, κυβερνήτης της πόλεως, από καιρό δυσανασχετούσε για το ότι την πραγματική εξουσία στη Θεσσαλονίκη ασκούσαν οι Ζηλωτές, με τον εκπρόσωπό τους Μιχαήλ Παλαιολόγο. Ο Ιωάννης είχε προσεταιρισθεί την αριστοκρατία της πόλεως και ήλπιζε με τη βοήθειά της να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στον Καντακουζηνό, χωρίς όμως να έχει ακόμη αποτολμήσει μια τέτοια πράξη. Στο μεταξύ, παρέσυρε σε ενέδρα και δολοφόνησε τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, χωρίς ο κόσμος να επαναστατήσει, επειδή, γράφει ο Καντακουζηνός, είχαν ήδη αρχίσει να απεχθάνονται τους Ζηλωτές. Οι κυριότεροι από τους Ζηλωτές φυλακίστηκαν, άλλοι εκτοπίστηκαν, ενώ ο Απόκαυκος με τον στρατό κλείστηκε στην ακρόπολη. Όταν έμαθε τον θάνατο του πατέρα του, κάλεσε τους πιο σημαντικούς αριστοκράτες, στρατιώτες και άλλους, και όλοι μαζί αποφάσισαν να παραδώσουν την πόλη στον Καντακουζηνό, ζητώντας σε αντάλλαγμα «τιμάς και προσόδους» για τους πιο σπουδαίους και ανάλογες προσόδους για τον στρατό. Ο Μανουήλ Καντακουζηνός, γιος του Ιωάννη, στον οποίο πήγε η πρεσβεία, δέχθηκε τα αιτήματα.
Στο μεταξύ όμως, ο Ανδρέας Παλαιολόγος, αρχηγός της συντεχνίας των ναυτών, κατά τον Καντακουζηνό, συνάθροισε τους ναύτες και όσους Ζηλωτές βρήκε, έμεινε κοντά στη θαλάσσια πύλη και κάλεσε τον λαό με σάλπιγγες. Πραγματικά όλος ο λαός της Θεσσαλονίκης πήγε με το μέρος των Ζηλωτών, ενώ η στρατιά, κλεισμένη στην ακρόπολη, αρνήθηκε να πολεμήσει κατά των συμπολιτών της. Ο λαός τότε έβαλε φωτιά στις πύλες της ακρόπολεως και οι Ζηλωτές μπόρεσαν να μπουν μέσα. Την άλλη ημέρα οι Ζηλωτές γκρέμισαν από τα τείχη όσους από τους πλούσιους ήταν κλεισμένοι εκεί, ενώ αργότερα σκότωσαν και άλλους που ήταν κρυμμένοι στην πόλη. Αυτή η πράξη ήταν η πιο αιματηρή και η πιο ριζοσπαστική του εμφυλίου πολέμου. Πρόκειται για μια πραγματική ανατροπή της καταστάσεως, η οποία είχε διαμορφωθεί στις βυζαντινές πόλεις, εφόσον, για πρώτη και τελευταία φορά, η πόλη έχασε σχεδόν το σύνολο της άρχουσας τάξης και η εξουσία ασκήθηκε από τους ανθρώπους που εκπροσωπούσαν τα λαϊκότερα στρώματα. Την ανατροπή αυτή περιγράφει με αποτροπιασμό ο Κυδώνης, λέγοντας ότι «δούλος μέν, τον δεσπότην ωθεί· τον δε πριάμενον, το ανδράποδον· τον δε στρατηγόν, ο αγροίκος· και τον στρατιώτην ο γεωργός».
Δυστυχώς συγκεκριμένες πληροφορίες για τη διακυβέρνηση της Θεσσαλονίκης στα 1347-1349 δεν έχουμε· γνωρίζουμε ότι η πόλη, απομονωμένη στη Μακεδονία όπου κυριαρχούσε ο Καντακουζηνός και οι Σέρβοι – από τους οποίους ζήτησαν βοήθεια οι Ζηλωτές – δεν είχε επαφή με την Κωνσταντινούπολη και η κυβέρνησή της ήταν ανεξάρτητη· γνωρίζουμε ακόμη ότι ως το τέλος του 14ου αι. ο πληθυσμός της ήταν ιδιαίτερα εχθρικός προς τους πλούσιους και τους αριστοκράτες, πράγμα που ίσως δείχνει ότι είχε μείνει ζωντανή η ανάμνηση της εποχής του εμφυλίου πολέμου. Μόλις το 1350 ο κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης Αλέξιος Μετοχίτης κάλεσε τον Καντακουζηνό σε βοήθεια· ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ενώ πρώτα έκαψε τα σπίτια των ναυτών και του Ανδρέα Παλαιολόγου, μετά φαίνεται ότι στράφηκε για μια ακόμη φορά κατά των δυνατών, διατυπώθηκε μάλιστα και η άποψη ότι θα ήταν προτιμότερο να παραδοθεί η πόλη στους Σέρβους για να πάψουν τα δεινά της. Το φθινόπωρο του 1350 όμως, έφθασε στρατός υπό την ηγεσία του Ματθαίου Καντακουζηνού, ενώ ο Ιωάννης ΣΤ΄ μαζί με τον νεαρό αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ έφθανε διά θαλάσσης. Τελικά η πόλη παραδόθηκε από προδοσία. Ο Ιωάννης ΣΤ΄, αφού κάλεσε όλο τον λαό («εκκλησίαν πάνδημον εκ των Θεσσαλονικέων συναθροίσας»), κατηγόρησε τους Ζηλωτές ότι πρόδωσαν την αυτοκρατορία και την πόλη από φιλοχρηματία· τους σημαντικότερους από αυτούς έστειλε δέσμιους στην Κωνσταντινούπολη, ενώ οι υπόλοιποι εξορίστηκαν. Μετά τη νίκη του ο Ιωάννης ΣΤ΄ ξαναγύρισε στην Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας στη Θεσσαλονίκη τον Ιωάννη Ε΄.
Ο εμφύλιος πόλεμος είχε τελειώσει και, φαινομενικά, ο λαός των πόλεων, μαζί και της Θεσσαλονίκης και Κωνσταντινουπόλεως, είχε υποδεχθεί με ενθουσιασμό τον Καντακουζηνό. Το πόσο εικονική ήταν αυτή η ειρήνη φαίνεται από το ότι, όταν, το 1354, ο Ιωάννης Παλαιολόγος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη για να διεκδικήσει την εξουσία, οι πόλεις της Θράκης του παραδόθηκαν αμέσως, ενώ στην πρωτεύουσα έγινε αναταραχή και στάση· ο κόσμος κατέστρεψε τα σπίτια του Καντακουζηνού και των φίλων του, ενώ οι συγκλητικοί ακόμη μια φορά υποστήριζαν τον Καντακουζηνό.
Είναι αναμφισβήτητο ότι ο εμφύλιος, που τελείωσε το 1354, είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή και των κρατικών προσόδων και των παραγωγικών δυνάμεων, ενώ πολλοί από τους πλούσιους γαιοκτήμονες έχασαν τις γαίες τους και μεγάλο μέρος από την οικονομική τους δύναμη. Η εδραίωση της παρουσίας των Σέρβων και των Τούρκων στη Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία και Θράκη είναι από τα σπουδαιότερα αποτελέσματα του πολέμου.

