Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κώστας Βάρναλης «Ωφελιμότητα της Τέχνης»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Κώστας Βάρναλης «Ωφελιμότητα της Τέχνης»
 
ΩΦΕΛΕΙ σε τίποτες η Τέχνη και σε τι; Ότι ωφελεί κανείς δεν αμφιβάλλει. Αν δεν ωφελούσε, δε θα υπήρχε, — αφού υπάρχει ακόμα κι όταν βλάφτει.
Το πότε βλάφτει και πότε ωφελεί και σε τι ωφελεί και βλάφτει, θα το ξετάσουμε παρακάτου.
Η Τέχνη στις πρωτόγονες κοινωνίες δημιουργήθηκε από πολλές αιτίες, που είναι και σκοποί της. Γεννήθηκε από τη θρησκευτική, την οικονομική, την πολεμική και τη σεξουαλική ζωή και τις εξυπηρετούσε όλες μαζί.
Οι κλασικές αρχαιότητες, ελληνική και ρωμαϊκή, όταν πια είχε «διαφοροποιηθεί» η Τέχνη σε ξεχωριστήν αξία, την θεωρούσαν άλλοι σαν ένα μέσον ηθικοποίησης κι άλλοι σαν ένα μέσο γνώσης (Σωκράτης — Πλάτωνας). Επομένως κάτι το υπάλληλο της αρετής και της αλήθειας. Την πρακτική χρησιμότητα των «ελασσόνων» Τεχνών (των βιομηχανικών) την προάγουνε σε παιδαγωγική των «μειζόνων» (ποίησης, ζωγραφικής, γλυπτικής κλπ.). Η Τέχνη δηλαδή διδάσκει την αρετή και την αλήθεια «με το γλυκό». Αυτή η «ηδονοπαιδαγωγική» θεωρία του «καλού» (ωραίου) είχε μεγάλη πέραση και στην αρχαιότητα και στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση.
Η Τέχνη δηλαδή μας διδάσκει μ’ ευχάριστον τρόπο πράματα έξω από τον εαυτό της. Το μπορεί; Τα πάντα μπορεί, όπως μπορούνε κι όλες οι άλλες παράλληλες αξίες. Φαίνονται γι’ «αυτοσκοποί», όμως όλες τους είναι συγχρόνως και μέσα για πραγμάτωση άλλων σκοπών έξω απ’ αυτές. Η αυτονομία τους είναι σχετική. Γιατί συνυπάρχουνε πολλοί σκοποί μέσα στην ίδια αξία. Δε διαφοροποιούνται μονάχα οι αξίες παρά, αντίστροφα, συνενώνονται και συνεργάζονται όλες — η καθεμιά με το δικό της τρόπο. Κι ούτε ο ένας σκοπός καταργεί τον άλλο. Η «ετερογονία των σκοπών» του Βουντ αυτό σημαίνει: ότι κάθε αξία παράγει αποτελέσματα περισσότερ’ απ’ όσα επιδιώκ’ η ίδια κι απαντά σε πολλές ανάγκες. Η «πολυσκοπιμότητα», ή «πολυσημία», ο «πολυτελισμός» των αξιών δεν καταργεί την «αυτοτέλειά» τους, ωστόσο.
Ας ιδούμε, πώς εννοούσαν οι αρχαίοι αυτήν την ωφελιμότητα της Τέχνης. Είδαμε τις γνώμες του Σωκράτη (αγαθόν), του Πλάτωνα (αληθές), του Πλωτίνου (ένωσης με το Εν). Πραχτικότερ’ οι κατοπινοί θεωρούσανε την Τέχνη ως μέσο μορφωτικό της ψυχής και του πνεύματος των πολιτών με τρόπον ευχάριστο.
Ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του λέει πολλά κι ενδιαφέροντα για την ποίηση. Ό,τι (λέγει) είναι οι δασκάλοι για τα παιδιά είναι κ’ οι ποιητές για τους ηλικιωμένους, που χρέος τους είναι «βελτίους ποιείν τους πολίτας εν ταις πόλεσιν». Ο Στράβωνας (στωικός) θεωρεί την ποίηση «φιλοσοφίαν τινά πρώτην», ως ένα μέσο σωφρονισμού των πολιτών.
Ο Πλούταρχος στο «Περί παίδων αγωγής» λέγει σχεδόν τα ίδια. Η σκέτη φιλοσοφία είναι πράμα βαρυστόμαχο, όπως το σκέτο κρασί («άκρατος οίνος»). Πρέπει λοιπόν να νερώνουμε τη φιλοσοφία με ποίηση, «αφαιρεί γαρ η κράσις του οίνου το βλάπτον ου συναναιρούσα το χρήσιμον. Μηδέ ημείς ουν την ποιητικήν ημερίδα (= το ήμερο κλήμα) των Μουσών εκκόπτωμεν... Όθεν ου φευκτέον εστί τα ποιήματα, αλλά προφιλοσοφητέον εθιζομένους εν τω τέρποντι το χρήσιμον ζητείν και αγαπάν».
Οι Λατίνοι επαναλαμβάνουνε τα όσα είπαν οι Έλληνες. Ο Λουκρήτιος (βιβλ. Α) λέγει: «όπως οι γιατροί, όταν θέλουνε να ποτίσουνε τα παιδάκια αψιθιά, αλείφουνε γύρω τα χείλια του ποτηριού με μέλι, έτσι κι αυτός τα όσα θα τα δεχότανε δύσκολα ο αναγνώστης τ’ ανακατεύει με το γλυκό μέλι των Μουσών». Κ’ είναι πασίγνωστ’ η γνώμη του Οράτιου: «Οι ποιητές ή ζητάνε να μας ευχαριστήσουν ή ζητάνε να μας ωφελήσουν. Τα καταφέρνει καλύτερα όποιος σμίγει τ’ ωφέλιμο με το ευχάριστο» («utile dulci»). Αυτό ακριβώς επανέλαβε κι ο Πλούταρχος: «εν τω τέρποντι το χρήσιμον».
Στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση την ποίηση τη λέγανε «χαρούμενη επιστήμη». Μα και στα νεότερα χρόνια δυο κορυφαίοι μαθητές του Καντίου, ο Έγελος κι ο Σίλλερ, καταλήξαν από διαφορετικούς δρόμους ο καθένας στο ίδιο παιδαγωγικό τέρμα. Ο Έγελος θεωρούσε την Τέχνη σαν έναν από τους τρεις πνευματικούς κύκλους (Θρησκεία, Τέχνη, Φιλοσοφία), που μ’ αυτόν γνωρίζεται η ιδέα με μορφήν αισθητή. Κι ο Σίλλερ ομολογεί, πως οι Τέχνες έχουνε τον ίδιο σκοπό με τη Φύση: να σκορπίζουνε τη χαρά και να μας κάνουν ευτυχισμένους. Αλλά προσθέτει: «έτσι μας ανοίγουνε το δρόμο της ηθικής ζωής». Έχει δίκιο — αλλ’ ο δρόμος που μας ανοίγουν δεν είναι μόνον αυτός.
Ο Τολστόης, ο μυστικόπαθος αληθοθήρας και δικαιοκρίτης, αφού πολλά χρόνια βασανίστηκε με το ρώτημα: «Γιατί γράφω»; βρήκε τέλος την ακόλουθην απάντηση: Η Τέχνη είναι ένα μέσο που συνενώνει τους ανθρώπους, όπως κ’ η γλώσσα, κάτου από τη σκέπη του Θεού — όθεν η λέξη religio (= δεσμός). Κάθε λοιπόν Τέχνη, που διασπά τούτη την θεολογικήν ένωση των ανθρώπων, είναι Τέχνη κακή.
Βλέπουμε, λοιπόν, πως κ’ οι πιο διαφορετικές αισθητικές θεωρίες συμφωνάνε σε τούτο: στο ότι η Τέχνη ωφελεί — εξυπηρετεί σκοπούς εξωαισθητικούς κι αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, αν οι σκοποί αυτοί προάγουν την ιστορική πορεία των κοινωνιών κι όχι την αναχαιτίζουν.
Η Τέχνη πραγματικά κι ευχαριστεί και διδάσκει και φρονηματίζει και γίνεται κίνητρο πράξης και προκοπής. Η καλή Τέχνη. Η κακή μόνον ευχαριστεί, αποτείνεται προ πάντων στα ένστιχτα, καθηλώνει τον άνθρωπο στην ύλη, τον παραπλανά και τον σκοτίζει· και φρενάρει την πρόοδο και παραστρατίζει την πορεία της ιστορικής αναγκαιότητας. Η τέτοια Τέχνη (κυριαρχεί στον καιρό μας, καιρόν έσχατου ξεπεσμού των πάντων) είναι Τέχνη αρνητική κακή και ψεύτικη. Αλλ’ αυτή μονάχα αναγνωρίζεται, προστατεύεται κι αμείβεται με πλήθος τρόπους στους κακούς κι ανάποδους καιρούς, που μόνοι τους ετοιμάζουνε την καταστροφή τους κ’ η Τέχνη τους τους βοηθά στο μοιραίο τους τέλος. Σε τέτοιους καιρούς ποια είναι η θετική, η αληθινή, η δυναμογόνα Τέχνη; Η επαναστατική. Κατ’ εξοχήν ωφελιμιστική. Περισσότερο πράξη από λόγος ή όραμα.
Όπως υπάρχουν αισθητικές θεωρίες ωφελιμιστικές, το ίδιο υπάρχουν κ’ οι αντίθετες. Κι αυτοί που τις κηρύξανε, δεν είναι μήτε καινούργοι μήτε δευτερότεροι.
Ο Αλεξανδρινός Ερατοσθένης, ο παντογνώστης, ο «πρώτος φιλόλογος», διατύπωσε τη γνώμη, πως η ποίηση γίνεται «ψυχαγωγίας χάριν, ου διδασκαλίας». Κι αυτήνε τη γνώμη, την ανασκευάζει ο Στράβωνας. Στους νεότερους χρόνους ο κριτικισμός του Καντ όρισε πως ένας από τους τέσσερις ειδικούς χαραχτήρες του ωραίου είναι η ανιδιοτέλεια. Δηλαδή τα ωραία έργα μας αρέσουνε χωρίς νάχουμε κανένα κέρδος απ’ αυτά. Τούτος ο χαραχτήρας, έρχεται σαν ανάπτυξη του άλλου εκείνου, που τον είπε ο φιλόσοφος, «σκοπιμότητα χωρίς σκοπό» και που σημαίνει: «το ωραίον είναι σκοπός του εαυτού του» — ήγουν «αυτοσκοπός».
Αργότερα, ο εξελιχτικός Σπένσερ μελετώντας τους νόμους της εξέλιξης του πολιτισμού (διαφοροποίηση οργάνων και λειτουργιών, μεταβολή των μέσων σε σκοπούς) υποστηρίζει, πως η Τέχνη αρχίζει από κει που σταματάει το χρήσιμο. Κάθε χρήσιμο πράμα, άμα πάψει να χρησιμεύει γίνεται ωραίο, όπως τα κάστρα, τα παλάτια του Μεσαίωνα, τα παλιά τα έπιπλα, τα σκεύη, τα όπλα (π.χ. τα καριοφίλια, τα γιαταγάνια τα ροδίτικα πιάτα). Γιατί τότε μονάχα το πνεύμα, αποβάλλοντας όλες τις παράσιτες κι αναισθητικές παραστάσεις της πραχτικής χρησιμότητας, μπορεί ν’ αφοσιωθεί στην καθάρια θεώρηση των μορφών.
Και τελευταία ο Φέχνερ, ο τολμητίας της «Πειραματικής Αισθητικής», που τηνε θεμελιώνει στ’ απλά στοιχεία των αισθήσεων (ενώ η Τέχνη είναι σύνθεση) θεώρησε την «επιστήμη του καλού» σαν ένα κεφάλαιο της «Ηδονικής» δηλαδή της γενικής Επιστήμης του ευάρεστου.
Αυτών των γνωμών παράλληλος είναι κι ο νεότερος (όχι και τόσο!) χαραχτηρισμός της Τέχνης ως «παιχνιδιού», «πολυτέλειας» κι «ανάγκης του περιττού». Ναι. Είναι η Τέχνη «ανάγκη», αλλ’ όχι του «περιττού», μα του «απαραίτητου» — δεν μπορεί να λείψει, όσο δεν μπορούν να λείψουν η ηθική, το δίκιο, η αλήθεια. Είναι και «παιχνίδι», εφόσον γίνεται με την επέμβαση της φαντασίας και της προσωπικότητας του δημιουργού — με τη διαφορά πως μήτε ο δημιουργός μήτε ο θεατής ή ακροατής το παίρνουνε για «παιχνίδι». Τέτοιο «παιχνίδι», όπου, κατά το Σίλλερ, που υποστήριξε τη θεωρία του «αισθητικού παιχνιδιού», παίζουμε την ίδια τη ζωή μας (αυτό το είπε κυρίως για τη δραματική Τέχνη). Είναι και «πολυτέλεια», εφόσον η απόλαυσή της δεν είναι υλική· ένα φαινομενικά ευάρεστον «άλλοθι» — αλλά τέτοιο «άλλοθι», που συνυπάρχει και οδηγεί την πραγματικότητα με τις «ιδανικές αξίες», που προβάλλει, σε υπερατομικές θυσίες.
Επομένως ούτε «ανιδιοτελής» είναι η Τέχνη ούτε κι αρχίζει από κει που τελειώνει το χρήσιμο.
Κανένα ψυχικό μας φαινόμενο δεν είναι απλό κι απομονωμένο. Όλες μας κ’ οι οργανικές κ’ οι ψυχικές αντιδράσεις είναι σύνθετες κ’ ενωμένες ως ένα βαθμό και κατά κάποιον τρόπο. Η προσωπικότητά μας δεν είναι κομματιασμένη σ’ ανεξάρτητες περιοχές: λογική, συναισθηματική, ηθική, θρησκευτική, πραχτική κλπ. Η συνείδησή μας είναι μια κι αδιαίρετη. Είναι αδύνατον ένα όποιας αφορμής (εξωτερικής ή εσωτερικής) ψυχικό μας γεγονός να μην περιέχει μέσα του σε φανερήν ή λανθάνουσα κατάσταση στοιχεία από άλλες περιοχές του μέσα μας κόσμου. Ο πιο πνευματικός θαυμασμός για ένα πράμα περιέχει μέσα του μιαν υποσυνείδητη λαχτάρα κατοχής — κι αρχή πράξης. Αυτή η λαχτάρα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σε σαφή πόθο, γιατί ναι άμεσα παρούσα η παράσταση του απραγματοποίητου. Κείνος που θαυμάζει τον Έχτορα του Ομήρου, θά θελε να του μοιάσει («καθένας ας διαλέγει τον ήρωά του κι ας ακλουθεί τ’ αχνάρια του στον Όλυμπο», λέγει ο Γκαίτε στην «Ιφιγένειά» του). Κείνος που θαυμάζει ένα τοπίο του Κλωντ Λοραίν, μεταφέρεται ψυχικά σ’ αυτό το τοπίο (η «συμβολική ένωση του υποκείμενου με το θαυμαζόμενον αντικείμενο» του Λιψ). Στο βάθος κάθε θαυμασμού πάλλεται κ’ ένα είδος πνευματικού έρωτα. Είναι αλήθεια, πως η άμεση ενέργεια του καλλιτεχνικού ωραίου είναι να κατασιγάζει τα ένστιχτα. Αλλά, στις ακαλλιέργητες ψυχές μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση. Έτσι ο Λουκιανός (παίζοντας βέβαια) μας παρουσιάζει μιαν περίπτωση αισθητηριακού έρωτα εις βάρος ενός αγάλματος της Αφροδίτης της Καλλιπύγου.
Ξαναγυρίζουμε στη γνώμη του Σπένσερ. Ένα τεχνικό δημιούργημα, που η κοινωνική εξέλιξη το αχρηστεύει, δεν το μεταβάλλει σε έργο ωραίο. Είταν απ’ τα γεννητάτα του ωραίο και φκιάχτηκε για νά ναι ωραίο (όσο και χρήσιμο). Αντίθετα, κανένα κακοφκιαγμένο πράμα ή μόνο χρήσιμο δε γίνεται ωραίο με το πέρασμα των αιώνων. Στα μουσεία βρίσκονται αντικείμενα με καλλιτεχνικήν αξία μονάχα (αγάλματα, πίνακες) αλλά κι αντικείμενα με καλλιτεχνικήν και πραχτικήν αξία (όπλα, αγγεία κλπ.) και τέλος αντικείμενα μονάχα με ιστορικήν ή αρχαιολογικήν αξία, όπως οι «γροθιές» των πρωτόγονων, τα οστά των Μαραθωνομάχων, οι καλτσοδέτες του Ναπολέοντα.
Οι εθνολόγοι εξηγούνε πως πολύ πριν ντυθεί ο άνθρωπος ζήτησε να στολιστεί. Ο άνθρωπος, λένε, γίνεται βιομηχανικός από ανάγκη και καλλιτεχνικός από ένστιχτο (λάθος, γιατί η αισθητική ενέργεια δεν είναι βιολογικό φαινόμενο παρά κοινωνικό). Μ’ άλλα λόγια τούτ’ οι επιστήμονες δίνουνε την αντίστροφη χρονολογική σειρά στο χρήσιμο και στο ωραίο από κείνην που έδωσε ο Σπένσερ. Θέλουνε το ωραίο πριν από το χρήσιμο. Αλλά και τούτ’ η γνώμη λάθος. Τ’ ωραίο και το χρήσιμο είναι σύγχρονα — εννοώ στις κοινωνίες που έχουν ήδη τα πρώτα εργαλεία.
Η συζήτηση για την ωφελιμότητα της Τέχνης δυσκολεύεται από τη στενότητα ή τη γενικότητα των όρων που χρησιμοποιούμε. Λέμε ωφελιμότητα και εννοούμε την πραχτική ή τη διδαχτικήν ωφελιμότητα. Λέμε «Τέχνη» και εννοούμε ή μόνο την Ποίηση ή περιλαβαίνουμε μέσα στον όρο και τ’ «ωραίο» της Φύσης.
Οι ανωφελιμιστές είναι περισσότεροι μεταξύ των καλλιτεχνών και των ποιητών παρά μεταξύ των θεωρητικών και των κριτικών. Το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη» ταλαιπώρησε ολάκερο σχεδόν το 19ο αιώνα. Οι οπαδοί του δόγματος διώχνουν απ’ την περιοχή της Τέχνης κάθε διανοητικό ή ηθικό στοιχείο. Άδολη Τέχνη! Καθαρή Τέχνη! Είναι η Τέχνη του κλειστού χώρου, η ερμητική, η Τέχνη αίνιγμα, η αριστοκράτισσα Τέχνη εκφραστικών κατορθωμάτων, Τέχνη αντικοινωνική. Το κακό στις ημέρες μας έχει παραγίνει με την αποφυγήν όχι μόνο του πραγματικού στοιχείου παρά και του λογικού. Τέχνη φυγής, Τέχνη ενστιγματική, χωρίς ευθύνες και χωρίς αποτέλεσμα. Όχι μόνον «ανώφελη» παρά κ’ επιζήμια. Το έσχατο κατάντημα του φορμαλισμού.
Η Τέχνη είναι τόσο «πολυτελική» και τόσο δεμένη με όλους τους κύκλους της ομαδικής ζωής, ώστε να μη μπορεί να θεωρηθεί σα μια μάταιη σπατάλη ενέργειας. Τουναντίον είναι μια χρησιμότατη λειτουργία που συντελεί στη διατήρηση και στην εξέλιξη του κοινωνικού συνόλου.
Αλλά για να πετύχει τους εξωαισθητικούς σκοπούς της δεν αρκεί η καλή πρόθεση. Πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να πετυχαίνει το δικό της αισθητικό σκοπό: ν’ αρέσει. Και να μετουσιώνει όλα της τα στοιχεία σ’ έργο Τέχνης. Αν δεν πραγματώνει το δικό της σκοπό, δε θα πραγματώσει και κανέναν άλλον.
Η ξεχωριστή ενέργεια της αισθητικής ηδονής είναι κι αυτή μιας μεγάλης κοινωνικής χρησιμότητας. Η κοινωνία δε θα μπορούσε να ζήσει ασχολημένη μονάχα με «πραχτικά», «σοβαρά» ή «πεζά» καθήκοντα, που αποβλέπουνε στην ικανοποίηση των ενστίχτων της αυτοσυντήρησης και της αναπαραγωγής. Έχει ανάγκη από χαρά κι από ιδανικά. Βέβαια και η φυσική ικανοποίηση των ενστίχτων, είναι κ’ αυτή μια χαρά — αλλά υλική. Της Τέχνης είναι πνευματική και συναισθηματική. Αποτείνεται στη φαντασία, στη νόηση, στην καρδιά — σαν ένα «παιχνίδι» όλων αυτών των στοιχείων — αλλ’ όχι αυθαίρετο. Πειθαρχημένο.
Δεν είναι καπρίτσιο του ατομικού δημιουργού. Είναι κοινωνική λειτουργία, που έχει κι αυτή τα υπερατομικά της προστάγματα, όπως είπαμε κι αλλού. Αυτό εννοούμε λέγοντας «πειθαρχημένο». Ο δημιουργός, λέγει ο C. Bouglé, δεν εφευρίσκει, ανακαλύπτει. Τί θα πει αυτό; Την ύλη του και την τεχνική του και τους σκοπούς του, θα τους βρει έξω του. Στο Συ. Μ’ αυτό το Συ ενωμένο το Εγώ του θα φκιάσει ένα έργο ομαδικό κι ατομικό μαζί.
Αλλά λέγοντας «πειθαρχία» εννοούμε κι «ανταρσία». Ο καλλιτέχνης μέσα στη ροή του κοινωνικού γίγνεσθαι μπορεί ν’ αψηφήσει ό,τι νεκρό και παλιωμένο, μα καθεστωτικό, και ν’ ανακαλύψει ό,τι ζωντανό και νέο κι αυτό να ιδανικοποιήσει.
Πάντως «καθαρή» κι «άδολη Τέχνη» δεν υπάρχει. Κι αυτή η «άδολη» είναι σκόπιμη. Μονάχα που η σκοπιμότητά της είναι αντιδραστική, επομένως, όπως είπαμε, αντικοινωνική.
Και τώρ’ ας πάρουμε δυο παραδείγματα απ’ την ιστορία της Τέχνης, για να ιδούμε πώς η αισθητική «αξία» είναι ξεχωρισμένη από τ’ άλλα «πεζά» φανερώματα της ζωής, αλλά και πόσο είναι δεμένη μαζί τους και τα εξυπηρετεί.
 
α) Όταν οι Αθηναίοι έφηβοι στο Μαραθώνα (το παράδειγμα τούτο το παίρνω απ’ τον Γκρόσσε) ορμούσανε παραταγμένοι ενάντια στον εχθρό, η ενέργειά τους αυτή δεν επιδίωκε κανένα αισθητικό αποτέλεσμα παρά μονάχα πραχτικό: την άμεση νίκη. Όταν όμως, ύστερ’ απ’ τη μάχη τους οι ίδιοι έφηβοι χορεύαν αρματωμένοι τον πυρρίχιο και με οργανωμένη τάξη (με ορισμένο στυλιζάρισμα, ήγουν τεχνική) για να γιορτάσουνε τη νίκη τους στην αγορά της Αθήνας, αυτή η εικονική ψευτομάχη δεν είχε κανέναν άμεσο πραχτικό σκοπό παρά μόνον αισθητικό.
Μόνον; Όχι και τόσο! Μαζί με την «ομορφιά» της μάχης στερέωναν τη δικιά τους μαχητική αξία και των συμπολιτών τους το πατριωτικό φρόνημα και τη δόξα της πατρίδας στα μάτια των δικώνε τους και των ξένων. Δείχνανε τη δύναμή τους, την πολεμική τους γύμναση, το θάρρος και την επιδεξιοσύνη τους στην επίθεση και στην άμυνα, αλλά μαζί τιμούσανε και την Πολιτεία και δίνανε θάρρος κι αυτοπεποίθηση στο σύνολο και βεβαιώνανε, πως όσο θα έχ’ η πατρίδα τέτοιους υπερασπιστές, δε θα κιντυνεύει ποτές η λευτεριά της.
β) Όταν ο Ικτίνος κι ο Φειδίας, καθώς κι όλ’ οι τεχνίτες των εργαστηρίων τους, φκιάνανε τον Παρθενώνα, δεν είχανε στο νου τους τίποτ’ άλλο παρά την ομορφιά του ναού και το με ποια μέσα θα πραγματοποιούσαν έν’ αρμονικό σύνολο των στοιχείων μ’ ένα και μόνο σκοπό το έργο τους να είναι ναός. Μ’ άλλα λόγια δεν τους απασχολούσαν άλλα προβλήματα παρά μονάχα τεχνικά.
Αυτό είτανε το καθαυτό τους μέλημα. Αλλά είτε ασύνειδα είτε συνειδητά εξυπηρετούσανε κ’ ένα σωρό άλλους εξωαισθητικούς σκοπούς. Σκοπούς του Περικλή, που τους επιδοκίμαζε όλ’ η Πολιτεία.
Ο Περικλής ήθελε με τη μεγαλοπρέπεια, με τον πλούτο, με την ασύγκριτη ομορφιά του έργου «του»: του μεγαλύτερου αρχιτεχτονικού μνημείου της Ελλάδας όλης, να επιδείξει στους συμπολίτες του και στους «συμμάχους» και στους εχθρούς την πολιτική, την οικονομική, την πνευματική και την πολεμική δύναμη της «αθηναϊκής ηγεμονίας», (ήγουν το δίκιο του... ισχυροτέρου!). Ήθελε να θαμπώσει και να φοβίσει δικούς και ξένους. θαλασσινούς και στεριανούς. Αλλά ζητούσε και κάτι «δικό» του: να εξυπηρετήσει το ατομικό του πολιτικό συμφέρο και γόητρο, που συνέβαινε να είναι και συμφέρο και γόητρο των δημοκρατικών, ώστε να μπορεί να συνεχίζει παρά τους θεσμούς της δημοκρατίας, τη δικιά του μονοκρατορία επί δέκα χρόνια — την «αρχήν ενός ανδρός»!
Ο θρησκευτικός σκοπός, ο καθαυτό σκοπός, υποβιβάζετ’ έτσι σε απλή πρόφαση. Άλλωστε ο Παρθενώνας δεν είτανε ναός «λατρευτικός». Δε «λειτουργιότανε», που λέμε σήμερα. Είτανε ναός μάλλον θεαματικός. Η λατρεία της Αθηνάς εξακολουθούσε να γίνεται, όπως και προτύτερα, στον παλιό ναό της Πολιάδος Αθηνάς (ανάμεσα Παρθενώνα κ’ Ερέχθειο). Εκεί φυλαγότανε το «διιπετές» (ουρανοκατέβατο) «ξόανο», το θαματουργό, της θεάς. Και για το ντύσιμο αυτουνού του ξόανου προοριζόταν ο πέπλος, που υφαίνανε κάθε τέσσερα χρόνια τα κορίτσια των καλύτερων οικογενειών της Αθήνας, («εργάναι») και τον ανέβαζεν όλ’ η Πολιτεία με όλες τις «συμμαχικές» αντιπροσωπείες, «εν πομπή και παρατάξει» στην Ακρόπολη, όταν γιορταζόντανε κάθε τέσσερα χρόνια τα Μεγάλα Παναθήναια.
Ο Περικλής είχε υποτάξει το θρησκευτικό σκοπό του ναού στον πολιτικό. Οι αρχιτέχτονες κ’ οι γλύπτες, τον πολιτικό στον καλλιτεχνικό. Κι όμως η ασύγκριτη πραγμάτωση στη σφαίρα της άκρας Τελειότητας του καλλιτεχνικού σκοπού όχι μονάχα δεν αχρήστεψε τους άλλους σκοπούς παρά και τους εξυπηρέτησε πιο έντονα και πιο άμεσα παρ’ όσο θα μπορούσε να το πετύχει ο πολιτικός, χωρίς τη βοήθεια της μνημειακής Τέχνης.
 
Για μας σήμερα μπορεί να έχασε μέγα μέρος από το παλιό του «περιεχόμενο» — από τους παλιούς εξωαισθητικούς σκοπούς του. Αλλά κι όχι τελειωτικά. Επιζούνε κι αυτοί κατά κάποιον τρόπο για τους «πληροφορημένους» θεατές. Και προστέθηκε σ’ αυτούς τους σκοπούς κ’ ένας καινούργιος για μας: η κολακεία του εθνικού μας συναισθήματος, πως έχουμε τέτοιους «προγόνους» και πως είμαστε κληρονόμοι του πολιτισμού τους.
Πάντως πρέπει να σημειώσουμ’ εδώ, πως τα μεγάλα έργα στον καιρό τους, δεν χάνουνε το μεγαλείο τους με τα χρόνια. Ούτε πεθαίνουνε. Ζούνε κι αντιστέκονται στον καιρό χάρη στην πολλαπλότητα των σκοπών, που επιζητούσαν.
Η Τέχνη «ομοψυχοποιεί». Αλλά ποιούς; Εκείνους που έχουν από τα πριν την «όμοια» ψυχή. Γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια κοινωνική συνείδηση — αφού η κοινωνία είναι χωρισμένη σε τάξεις. Κ’ έτσι πάντα υπάρχει πάλη τάξεων. Σε καιρούς καθοδικούς, δηλ. καιρούς αποσύνθεσης του κοινωνικού «είναι», η πάλη τούτη των τάξεων εντείνεται κι ο χωρισμός τους μεγαλώνει.
Η Τέχνη των κυρίαρχων (των ολίγων) βάζει σκοπό της: α) να «διασκεδάσει» αυτούς τους ολίγους· β) ν’ αποτρέψει τους πολλούς (λέγε την ολότητα!) απ’ τον πραγματικόν κόσμο κι απ’ τ’ άμεσα ζωτικά τους συμφέροντα και γ) να ωραιοποιήσει τη σαπίλα του καθεστώτος κ’ έτσι ν’ αμβλύνει την αντίθεση του παλιού κόσμου, που καταρρέει, με τον καινούργιο, που ανεβαίνει.
Είναι φανερό, πως η Τέχνη που ζητάει τέτιαν «ομοψυχοποιία» του συνόλου, είναι τέχνη αντιδραστική, ψεύτικη, δουλική. Είναι, στα χρόνια μας, η πορνογραφική, γκαγκστερική, εξωλογική, εξωπραγματική κ’ εξωπολιτική Τέχνη.
Αλλά σε τέτοιους καιρούς μόνον η Τέχνη που συνειδητοποιεί την ανάγκη της αλλαγής κι ανοίγει το δρόμο στο μέλλον, αυτή μόνον είναι Τέχνη αληθινή κι ωφέλιμη και πραγματώνει τον ιστορικό της προορισμό. Αλλά την τέτοια Τέχνη, τη ζωντανή Τέχνη, την καταδιώκουν, ενώ τη νεκρή και την ψεύτικη την υποστηρίζουνε με κάθε τρόπο και την τιμούνε τ’ αντιδραστικά καθεστώτα.
Ξαναγυρίζουμε δηλαδή σε κείνο, που σημειώσαμε στην αρχή του άρθρου μας, ότι η Τέχνη υπάρχει κι όταν δεν ωφελεί παρά και βλάφτει.
Τουναντίον η αληθινή Τέχνη «ομοψυχοποιεί» το λαό· συνειδητοποιεί τον αγώνα του· τον χωρίζει από τους κυρίους του και τον οδηγεί στον ιδανικό του δρόμο. Και μόνον αυτή η Τέχνη, που είναι ζωντανή στον καιρό της, επιζεί σ’ όλους τους καιρούς κ’ είναι ωφέλιμη.
 
Κώστας Βάρναλης, Αισθητικά, Κριτικά, Σολωμικά, Εκδόσεις Κέδρος
 

Κώστας Βάρναλης

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Sandi Baker

Κώστας Βάρναλης

Κώστας Βάρναλης, ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και μεταφραστής, γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας το 1884 και πέθανε στην Αθήνα το 1974. Σπούδασε κλασική φιλολογία στην Αθήνα και από το 1908 ως το 1918 εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση. Στα φοιτητικά του χρόνια πήρε ενεργό μέρος στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα και παράλληλα άρχισε να ασχολείται με την ποίηση, εκδίδοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του, Κηρήθρες, το 1905. Το 1919 πήγε με υποτροφία στο Παρίσι, όπου σπούδασε φιλολογία και αισθητική. Κατά την εκεί παραμονή του ήρθε σε επαφή με τα σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, συμμετείχε στις ιδεολογικές ζυμώσεις και αναζητήσεις της μεταπολεμικής εποχής και μυήθηκε στον διαλεκτικό υλισμό και στη μαρξιστική ιδεολογία. Το 1920 ανακλήθηκε η υποτροφία του, η οποία του ξαναδόθηκε το 1923, γεγονός που του επέτρεψε να πάει και πάλι στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1924, ανέλαβε να διδάξει νεοελληνική φιλολογία στην Παιδαγωγική Ακαδημία, με διευθυντή το Δημήτρη Γληνό. Εξαιτίας της ιδεολογικής του τοποθέτησης αλλά και των έργων του (Το φως που καίει και Ο λαός των μουνούχων, 1922 και 1923 αντίστοιχα) του επιβλήθηκε εξάμηνη παύση και αργότερα, το 1926, οριστική απόλυση και αποκλεισμός από κάθε δημόσια θέση. Έφυγε και πάλι για το Παρίσι, όπου έμεινε ένα μικρό διάστημα, και επιστρέφοντας εργάστηκε για λόγους βιοποριστικούς στη σύνταξη εγκυκλοπαιδικών λεξικών και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά. Το 1935 πήρε μέρος στο Συνέδριο Ρώσων Συγγραφέων στη Μόσχα. Την ίδια χρονιά εξορίστηκε για δύο μήνες στη Μυτιλήνη και στον Άγιο Ευστράτιο. Παρά τις διώξεις που υπέστη, παρέμεινε συνεπής στην ιδεολογική τοποθέτησή του. Το 1959 του απονεμήθηκε το Βραβείο Λένιν για τη συμβολή του στον παγκόσμιο αγώνα για την ειρήνη.
Στα γράμματα πρωτοεμφανίζεται το 1904, από τις σελίδες του Νουμά και τα επόμενα χρόνια συνεργάζεται με πολλά περιοδικά. Στις πρώτες του ποιητικές συνθέσεις φαίνεται να ακολουθεί τις βασικές αρχές του παρνασσισμού, αποφεύγοντας κάθε κοινωνικό και εθνικό προβληματισμό και αντλώντας τα θέματά του από την αρχαιότητα. Η πρώτη φάση της δημιουργίας του κλείνει με το μακροσκελές ποίημα Προσκυνητής (1919), στο οποίο υμνεί την πατρίδα του, τον πολιτισμό της και τη ζωντανή λαϊκή παράδοσή της. Η δεύτερη φάση του έργου του εγκαινιάζεται με τη μακροσκελή σύνθεση Το φως που καίει (πρωτοδημοσιεύτηκε το 1922 υπό το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας και ξαναγράφτηκε και τυπώθηκε με τ' όνομά του δέκα χρόνια αργότερα), που ο Beaton τη χαρακτηρίζει «επαναστατικό έργο ως προς το περιεχόμενο και τη μορφή». Ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων Σκλάβοι πολιορκημένοι (1927), που ο τίτλος της παραπέμπει στους Ελεύθερους πολιορκημένους του Σολωμού και πιθανόν και στους Σκλάβους στα δεσμά τους του Θεοτόκη. Τα χρόνια που ακολούθησαν έγραψε λίγα ποιητικά κείμενα, χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ τον παραδοσιακό στίχο και χωρίς να πειραματιστεί στη νεωτεριστική γραφή. Το 1965 κυκλοφόρησε η συλλογή ποιημάτων του Ελεύθερος κόσμος, και το 1975, λίγο μετά τον θάνατό του, η συλλογή Οργή λαού, με την επιμέλεια του Γ. Π. Σαββίδη.
Εκτός από το ποιητικό έργο, ο Βάρναλης έχει αφήσει εκτεταμένο και σημαντικό αφηγηματικό και κριτικό έργο. Σ’ αυτό περιλαμβάνονται η συλλογή διηγημάτων Ο λαός των μουνούχων (1923), η μελέτη του Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925), που αποτελεί την πρώτη σοβαρή προσπάθεια μαρξιστικής λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα, Η αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931), Ζωντανοί άνθρωποι (1939), Το ημερολόγιο της Πηνελόπης (1947), το θεατρικό Άτταλος ο Γ΄ (1972), τα Φιλολογικά απομνημονεύματά του (1980, μετά τον θάνατό του, με επιμέλεια του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου).

Η κριτική για το έργο του

«Ο Βάρναλης δε φέρνει καμιά σπουδαία ανανέωση στη μορφή του παραδοσιακού στίχου. Άριστος τεχνίτης και δουλευτής ο ίδιος, συνεχίζει τις έτοιμες παραδοσιακές φόρμες, προβάλλοντας ένα καινούργιο περιεχόμενο και δίνοντας μια νέα απόχρωση στη γλώσσα του ρεαλισμού και της σάτιρας, καθώς απ’ τη μια ζωγραφίζει την κατάπτωση του αστικού κόσμου και την αθλιότητα των απόκληρων της κοινωνίας, κι απ’ την άλλη εκφράζει τα αντιπολεμικά κι επαναστατικά του συνθήματα. Γι’ αυτό άλλωστε δεν αισθάνεται την ανάγκη να φύγει από την ως τότε καθιερωμένη στιχουργική, που μιλάει αμεσότερα στις πλατιές μάζες. [...] Η προβολή των κοινωνικών θεμάτων από μια ορισμένη ιδεολογική σκοπιά, η ανάμιξή τους με τη σάτιρα και το ρεαλισμό και η ταυτόχρονη συνύπαρξη του ρεαλισμού με κάποιους λυρικούς και θερμούς ανθρωπιστικούς τόνους, εδραιωμένους σε μια μόνιμα προσγειωμένη αντίληψη ζωής, είναι ό,τι τελικά χαρακτηρίζει την ιδιαίτερη παρουσία του ποιητή στα γράμματά μας.»

(Κ. Στεργιόπουλος, «Κώστας Βάρναλης», Η ελληνική ποίηση. Η ανανεωμένη παράδοση, Σοκόλης, Αθήνα, 1980, σελ. 122)

«Η κριτική όχι άδικα θεωρεί τον Προσκυνητή σταθμό στην ποίηση του Βάρναλη και τον χρησιμοποιεί σαν ορόσημο, για να χωρίσει το έργο του σε δυο περιόδους: στην πριν το 1919 και στη μετά το 1920. Από την άποψη αυτή είναι πραγματικά ένα “ποίημα-σταθμός”. Μακρόπνοο αλλά φλύαρο, σημαντικό για τη μετέπειτα πορεία του, αλλά αποτυχημένο κι έξω απ’ τα νερά του, τον στρέφει απ’ το “εγώ” στο “εμείς” και τον προωθεί από το άτομο στην ομάδα, όσο κι αν τον κρατάει ακόμα μέσα στα όρια του εθνικισμού. [...]
Αμέσως ύστερα ο Βάρναλης θα βρεθεί στα ακραία φυλάκια του μαρξιστικού κινήματος, κι ό,τι θα γράψει από δω και μπρος, είτε ποίηση είτε αφηγηματική πεζογραφία και κριτική, θα κινηθεί γύρω απ’ το σταθερό τούτο κέντρο. Έτσι θα δημιουργήσει τις δυο μεγάλες συνθέσεις του: Το φως που καίει και τους Σκλάβους πολιορκημένους και θα τις δώσει [...] σ’ ένα άθροισμα από αυτοτελείς τις πιο πολλές φορές ποιητικές μονάδες, αλλού αναμιγνύοντας και πεζά μέρη κι αλλού παρεμβάλλοντας επεξηγηματικές σημειώσεις, για να γεφυρώσει τα χάσματα, κάτι ανάμεσα σε σκηνικές οδηγίες και στις σημειώσεις των ατέλειωτων ποιημάτων του Σολωμού, αναπτύσσοντας τις ιδέες του διαλεκτικά, με βάση το σχήμα: θέση-αντίθεση-σύνθεση. Στο Φως που καίει, έργο κοινωνικό και φιλοσοφικό, το πρώτο χρονολογικά της αριστερής λογοτεχνίας στον τόπο μας, κινείται στο χώρο των ιδεών, έξω από συγκεκριμένο τόπο, και χρησιμοποιεί “πρόσωπα-σύμβολα”, για να ντύσει ποιητικά τις ιδέες και να τις ενσαρκώσει, αποφεύγοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την αφαίρεση και το άμεσο κήρυγμα με το λόγο, που δολοφονούν την ποίηση.
Στους Σκλάβους πολιορκημένους εντοπίζεται στον ελληνικό χώρο και κινείται αντίστροφα: βγάζει τις ιδέες από τα πράγματα, μετατρέποντας, καθώς φαίνεται κι απ’ την αντιστροφή του τίτλου, τον σολωμικό ιδεαλισμό των Ελεύθερων Πολιορκημένων σε διαλεκτικό ματεριαλισμό και κάνοντας ταυτόχρονα με τη σάτιρά του οξύτατη κριτική της σύγχρονής του νεοελληνικής πραγματικότητας.»

(Κ. Στεργιόπουλος, «Κώστας Βάρναλης», ό.π., σελ. 123-124)

«Το 1922, ο Βάρναλης δημοσίευσε το εκτενές έργο του Το φως που καίει. Πρόκειται για επαναστατικό έργο ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο: από τα τρία μέρη το πρώτο είναι γραμμένο σε πεζό, ενώ το δεύτερο και το τρίτο σε στίχους. [...] Το φως που καίει είναι το πρώτο μαρξιστικό λογοτεχνικό έργο στα ελληνικά. Με τη μορφολογική και υφολογική ποικιλία του καθώς και με την ποικιλία των αντιδράσεων που επιθυμεί να προκαλέσει στον αναγνώστη, με τα διαφορετικά μέρη του, αντιπροσωπεύει μια εντελώς συνειδητή προσπάθεια του ποιητή να λύσει προβλήματα έκφρασης, τα οποία είχαν απασχολήσει πολιτικά στρατευμένους συγγραφείς κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του εικοστού αιώνα. Δεδομένης μάλιστα μιας έντονης υλιστικής πίστης στην κοινωνική αλλαγή, τι ρόλο παίζει στο κομμουνιστικό κίνημα μια τέχνη με αστικά κυρίως προηγούμενα; Πού θα βρεθεί η ισορροπία ανάμεσα στην υπονόμευση της παλαιάς τάξης με τη σάτιρα, και την εξαγγελία της νέας με τη βοήθεια της προπαγάνδας; Μέχρι ποιο σημείο η ποίηση μπορεί να προχωρήσει προς την κατεύθυνση της προπαγάνδας, ώστε να είναι ακόμη σε θέση να διεκδικεί τα προνόμια της τέχνης; Από την άλλη μεριά, κατά πόσο είναι νόμιμο για έναν μαρξιστή να θρηνεί τον ξεπεσμό της αστικής κουλτούρας, των αξιών και των πνευματικών οριζόντων, με τους οποίους έχει γαλουχηθεί; Και πάνω απ’ όλα πώς θα προσαρμοστεί η ποιητική της μη κομμουνιστικής κουλτούρας στις ανάγκες της νέας κοινωνίας; Ο Βάρναλης ήταν ο πρώτος συγγραφέας που αντιμετώπισε πλήρως τα ζητήματα αυτά, και οι λύσεις που πρότεινε στο Φως που καίει καθιέρωσαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μεταγενέστεροι ποιητές, όπως ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος και ο Αναγνωστάκης, αλλά και πεζογράφοι, όπως ο Χατζής, ο Χάκκας και ο Αλεξάνδρου, χρειάστηκε αργότερα να λειτουργήσουν για να βρουν τις δικές τους λύσεις.»

(R. Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, Νεφέλη, Αθήνα, 1996, σελ. 160-161)

«Ο Βάρναλης, παρότι ιδεολογικά ενταγμένος, πολιτικά έμεινε παροδίτης του κόμματος. Άλλωστε εξακολουθούσε να ασκεί μια λογοτεχνία που απέκλειε την ποίηση των περιστατικών, ακόμη και των περιστάσεων. Κι όμως οι Σκλάβοι πολιορκημένοι είναι ένας τέτοιος απόηχος. Και εδώ η απήχηση των ιδεολογικών εξελίξεων δείχνεται αρνητικά και συμβολικά. Αρνητικά, με την έννοια πως απουσιάζει το πνεύμα της ανταρσίας, το γκρέμισμα των πατρίδων, ό,τι τέλος πάντων συγκροτούσε ως κυρίαρχη διάθεση Το φως που καίει. Αντίθετα ο κόσμος είναι συγκεντρωμένος και πάλι γύρω από συμβατικούς άξονες, λ.χ. τη “γη” ή “το σπίτι”. Και η διαλεκτική των αντιθέτων δεν είναι αντίδικη όπως πριν, αλλά έχει αλληλοσυμπληρωματική κίνηση και ενιαία φορά: “άντρας-γυναίκα”, “κορμί-ψυχή”, “το θείο ήτοι το ανθρώπινο πάθος” [...].»

(Γ. Δάλλας, «Κώστας Βάρναλης», Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, Αθήνα, 1979, σελ. 226-227)

«Και τότε γίνεται μέσα του η οριστική μεταστροφή. Ο νατουραλισμός του, η επικούρεια διάθεσή του, που δεν εύρισκαν τρόπο να συνδυαστούν αρμονικά με μια ποίηση εθνική, θρησκευτική και ιδεαλιστική βρέθηκαν συνταιριασμένοι εξαίρετα με τη φλογερή σαρκαστική ορμή, που ξυπνάει τώρα μέσα του και με το διαλεχτικό ματεριαλισμό, που καταχτάει το νου του σαν ένα ψυχόρμητο. Ο Βάρναλης βρήκε τον αληθινό εαυτό του. Οι ιστορικές συμβολικές μορφές, που αγωνιζότανε μάταια να τις συλλάβει και να τις αναστήσει μέσα στη θολή και ψεύτικη ατμόσφαιρα του ιδεαλισμού, ξύπνησαν ολοζώντανες, γέμισαν από νόημα ανθρώπινο, πήρανε σάρκα και χρώμα και πνοή μόλις τις αντίκρισε ρεαλιστικά και επαναστατικά. Τώρα μπορεί να επιχειρήσει τον τεράστιο άθλο να βάλει να μιλήσουνε ανθρώπινα και νοητά από σημερινούς ανθρώπους, τον Προμηθέα και το Χριστό και την Παναγία και το Σωκράτη. Οι άδειες σκιές, τα σκέλεθρα της ιστορίας περπάτησαν ανάμεσά μας, μίλησαν τη γλώσσα μας, άγγιξαν την καρδιά μας.»

(Δ. Γληνός, «Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης», Εκλεκτές σελίδες, τ. Β΄, Στοχαστής, Αθήνα, 1971, σελ. 135)

«Το πιο γνωστό από τα ποιήματά του [Βάρναλη], ας το ξαναπούμε, “Οι μοιραίοι”, είναι ένα σιγαλόφωνο παράπονο, μια θλίψη για τη ζωή την αζώητη της φτωχολογιάς. Μισούσε το στόμφο. Και, φυσικά, και το στερνό ψίχουλο της μεταφυσικής. Είχε στυλωμένα τ’ αυτιά του (κι ήταν τόσο βαρήκοος που συχνά τον απέλπιζε το συνομιλητή του), ολάνοιχτα τα μάτια του, στα μηνύματα των καιρών. Ήταν ένας συνειδητός άνθρωπος κι ένας συνειδητός μεροκαματιάρης του πνεύματος. Δεν αγαπούσε τις αβεβαιότητες και τις εκκρεμότητες που δημιουργούν οι νεφελοκοκυγίες στ’ ακοίμητα πνεύματα.»

(Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, «Συντομογραφία του Βάρναλη», Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1975, σελ. 17)

«Ο Κώστας Βάρναλης είναι τώρα ανοιχτός προς την εκλεκτικότητα, που οι αισθητικές προτιμήσεις της πρώτης περιόδου του κληροδότησαν, και προς μια λαϊκότερη γλώσσα. Το διπλό αυτό άνοιγμα ισχύει κατ’ εξοχήν για την ποίησή του, όπου το γλωσσικό του όργανο, που ως τώρα αποτελούσε προέκταση των προσωπικών του στόχων, των αισθητικών αντιλήψεων του καιρού του και των διεργασιών της μνήμης του, προβάλλει ισχυρή αντίσταση. Στην πεζογραφία και τα κριτικά του δοκίμια κατόρθωσε να ενσταλάξει ενιαία γραμμή και στη συντακτική δομή του λόγου και στο ύφος. Στην ποίησή του, αντίθετα, ανιχνεύονται καθαρά τα διάφορα στρώματα των γλωσσικών εποχών του. Κι όταν ακόμη θα προχωρήσει σε μια ρεαλιστικότερη ποίηση, η επεξεργασία της φόρμας, η εκλεκτικότητα στην επιλογή του λεξιλογίου και η κάποια ανεκτικότητα στις διολισθήσεις των λόγιων λέξεων επισημαίνονται και στις δύο συλλογές του, Το φως που καίει (1922) και Σκλάβοι πολιορκημένοι (1927). Όπως είναι γνωστό, Το φως που καίει παρουσιάστηκε σε δεύτερη έκδοση το 1933. [...] Φυσικά η ποιητική του τέχνη έχει κατορθώσει να απαλλαγεί από τις αδυναμίες της, ο στόχος της όμως βασικά παραμένει αναλλοίωτος. Η δομή του λόγου πρέπει να είναι μουσική, απαλή όμως κι ευχάριστη στην ακοή. Μετά τον Παρνασσισμό, ο συμβολισμός, που έχει πια κυριαρχήσει στην ελληνική ποίηση, θα διοχετεύσει οπωσδήποτε και τα δικά του ρίγη για την ολοκλήρωση αυτού του σκοπού, στο πλαίσιο του οποίου εντάσσεται και η ποικιλία του λεξιλογίου και των μοτίβων που θα χρησιμοποιηθούν.»

(Τ. Καρβέλης, Δεύτερη ανάγνωση, Καστανιώτης, Αθήνα, 1984, σελ. 166-167)

«Η σάτιρα είναι λοιπόν η ορίζουσα και της πολιτικής και της υπαρξιακής στάσης του στη ζωή. Μιας πολιτικής στάσης, που, καθώς θα φανεί, συμφύεται και αναπτύσσεται ανάμεσα σε μια πρόωρη υπαρξιακή ως την καρικατούρα διόγκωση της μέθης και του οργασμού της στιγμής και μια ύστερη υπαρξιακή ως την ελεεινολογία παράκρουση για το ρήμαγμα ολόκληρης της ζωής. Και εκεί σαν να κομματιάζεται σε χιλιάδες σπαράγματα η πικρή γεύση του προδρομικού στίχου Αχ, πού 'σαι νιότη που 'δειχνες πως θα γινόμουν άλλος! Και έτσι μόνον από στάση ζωής γίνεται και στάση του έργου, σύμφυτη με την πεζογραφία του και γόνιμα μεταφυτευμένη στην ποίησή του. Γίνεται κινητήρια δύναμη του πνεύματός του, και έτσι μοιάζει να είναι γεννήτρια όλου του έργου του.»

(Γ. Δάλλας, «Κώστας Βάρναλης», Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, Αθήνα, 1979, σελ. 213)

«Με Το φως που καίει ο Βάρναλης θα μεταπηδήσει από την ποίηση του ατόμου στην κοινωνική ποίηση, κι απ’ τον διονυσιασμό (που κατά βάθος είναι μια διάθεση ψυχικού δοσίματος, αφού στη μέθη επάνω τα σύνορα που χωρίζουν τα άτομα συντρίβονται, κι ο άνθρωπος αδελφώνεται με τον άνθρωπο) στη συνειδητή επιδίωξη της πανανθρώπινης αλληλεγγύης. Αλλά και με τα παλαιότερα ήδη ποιήματά του μας είχε δείξει πως ήξερε να βλέπει —και στις διονυσιακές του ακόμα στιγμές— ρεαλιστικώτερα τους ανθρώπους. Ήταν επομένως φυσικό μια μέρα να θελήσει να εμβαθύνει στις συνθήκες της ζωής τους και να ονειρευτεί και γι’ αυτούς ακόμα την ευτυχία. “Η αντίληψη περί απολύτου ελευθερίας του πνεύματος μου είναι αηδής”, θα δηλώσει τώρα. “Κάθε καιρός έχει ωρισμένες μέσα του δυνάμεις φανερές ή λανθάνουσες. Η Τέχνη η αληθινή αυτές τις δυνάμεις τις πραγματοποιεί και τις κάμνει “ιδανικά ζωντανά”.Φρονώ πως όσο η Τέχνη γίνεται πιο σκόπιμη τόσο πιο αξιοπρόσεκτη και πιο στέρεη γίνεται”.»

(Τ. Μαλάνος, Βάρναλης, Αυγέρης, Καρυωτάκης, Καστανιώτης, Αθήνα, 1983, σελ. 29)