Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πίμπρημι / ἐμπίπρημι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πίμπρημι / ἐμπίπρημι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Cersatti 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πίμπρημι / ἐμπίπρημι»
 
(πίμπρημι = καίω) Συνήθως σύνθετο: ἐμπίπρημι
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἐμπίπρημι, ἐμπίπρης, ἐμπίπρησι, ἐμπίπραμεν, ἐμπίπρατε, ἐμπιπρᾶσι(ν)
Υποτακτική
ἐμπιπρῶ, ἐμπιπρῇς, ἐμπιπρῇ, ἐμπιπρῶμεν, ἐμπιπρῆτε, ἐμπιπρῶσι(ν)
Ευκτική
ἐμπιπραίην, ἐμπιπραίης, ἐμπιπραίη, ἐμπιπραῖμεν, ἐμπιπραῖτε, ἐμπιπραῖεν
Προστακτική
---, ἐμπίπρη, ἐμπιπράτω, ---, ἐμπίπρατε, ἐμπιπράντων
Απαρέμφατο
ἐμπιπράναι
Μετοχή
ἐμπιπράς, ἐμπιπρᾶσα, ἐμπιπράν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐνεπίμπρην, ἐνεπίμπρης, ἐνεπίμπρη, ἐνεπίμπραμεν, ἐνεπίμπρατε, ἐνεπίμπρασαν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἐμπρήσω, ἐμπρήσεις, ἐμπρήσει, ἐμπρήσομεν, ἐμπρήσετε, ἐμπρήσουσι(ν)
Ευκτική
ἐμπρήσοιμι, ἐμπρήσοις, ἐμπρήσοι, ἐμπρήσοιμεν, ἐμπρήσοιτε, ἐμπρήσοιεν
Απαρέμφατο
ἐμπρήσειν
Μετοχή
ἐμπρήσων, ἐμπρήσουσα, ἐμπρῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐνέπρησα, ἐνέπρησας, ἐνέπρησε(ν), ἐνεπρήσαμεν, ἐνεπρήσατε, ἐνέπρησαν
Υποτακτική
ἐμπρήσω, ἐμπρήσῃς, ἐμπρήσῃ, ἐμπρήσωμεν, ἐμπρήσητε, ἐμπρήσωσι(ν)
Ευκτική
ἐμπρήσαιμι, ἐμπρήσαις ή ἐμπρήσειας, ἐμπρήσαι ή ἐμπρήσειε(ν), ἐμπρήσαιμεν, ἐμπρήσαιτε, ἐμπρήσαιεν ή ἐμπρήσειαν
Προστακτική
---, ἔμπρησον, ἐμπρησάτω, ---, ἐμπρήσατε, ἐμπρησάντων (ή ἐμπρησάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἐμπρῆσαι
Μετοχή
ἐμπρήσας, ἐμπρήσασα, ἐμπρῆσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἐμπίπραμαι, ἐμπίπρασαι, ἐμπίπραται, ἐμπιπράμεθα, ἐμπίπρασθε, ἐμπίπρανται
Υποτακτική
ἐμπιπρῶμαι, ἐμπιπρῇ, ἐμπιπρῆται, ἐμπιπρώμεθα, ἐμπιπρῆσθε, ἐμπιπρῶνται
Ευκτική
ἐμπιπραίμην, ἐμπιπραῖο, ἐμπιπραῖτο, ἐμπιπραίμεθα, ἐμπιπραῖσθε, ἐμπιπραῖντο
Προστακτική
---, ἐμπίπρασο, ἐμπιπράσθω, ---, ἐμπίπρασθε, ἐμπιπράσθων ή ἐμπιπράσθωσαν
Απαρέμφατο
ἐμπίπρασθαι
Μετοχή
ἐμπιπράμενος
ἐμπιπραμένη
ἐμπιπράμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐνεπρήσθην, ἐνεπρήσθης, ἐνεπρήσθη, ἐνεπρήσθημεν, ἐνεπρήσθητε, ἐνεπρήσθησαν
Υποτακτική
ἐμπρησθῶ, ἐμπρησθῇς, ἐμπρησθῇ, ἐμπρησθῶμεν, ἐμπρησθῆτε, ἐμπρησθῶσι(ν)
Ευκτική
ἐμπρησθείην, ἐμπρησθείης, ἐμπρησθείη, ἐμπρησθείημεν ή ἐμπρησθεῖμεν, ἐμπρησθείητε ή ἐμπρησθεῖτε, ἐμπρησθείησαν ή ἐμπρησθεῖεν
Προστακτική
---, ἐμπρήσθητι, ἐμπρησθήτω, ---, ἐμπρήσθητε, ἐμπρησθέντων ή ἐμπρησθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἐμπρησθῆναι
Μετοχή
ἐμπρησθείς
ἐμπρησθεῖσα
ἐμπρησθέν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου