Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαρύνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαρύνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Soosh Chouanard
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαρύνω»
 
βαρύνω: προξενώ βάρος, καταπιέζω, ενοχλώ
[Το υ του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βαρύνω, βαρύνεις, βαρύνει, βαρύνομεν, βαρύνετε, βαρύνουσι(ν)
Υποτακτική
βαρύνω, βαρύνς, βαρύν, βαρύνωμεν, βαρύνητε, βαρύνωσι(ν)
Ευκτική
βαρύνοιμι, βαρύνοις, βαρύνοι, βαρύνοιμεν, βαρύνοιτε, βαρύνοιεν
Προστακτική
---, βάρυνε, βαρυνέτω, ---, βαρύνετε, βαρυνόντων ή βαρυνέτωσαν
Απαρέμφατο
βαρύνειν
Μετοχή
βαρύνων, βαρύνουσα, βαρνον
 
Παρατατικός
Οριστική
βάρυνον, βάρυνες, βάρυνε, βαρύνομεν, βαρύνετε, βάρυνον
 
Μέλλοντας
Οριστική
βαρυν, βαρυνες, βαρυνε, βαρυνομεν, βαρυνετε, βαρυνοσι(ν)
Ευκτική
βαρυνομι ή βαρυνοίην, βαρυνος ή βαρυνοίης, βαρυνο ή βαρυνοίη, βαρυνομεν, βαρυνοτε, βαρυνοεν
Απαρέμφατο
βαρυνεν
Μετοχή
βαρυνν, βαρυνοσα, βαρυνον
 
Αόριστος
Οριστική
βάρυνα, βάρυνας, βάρυνε, βαρύναμεν, βαρύνατε, βάρυναν
Υποτακτική
βαρύνω, βαρύνς, βαρύν, βαρύνωμεν, βαρύνητε, βαρύνωσι(ν)
Ευκτική
βαρύναιμι, βαρύναις ή βαρύνειας, βαρύναι ή βαρύνειε, βαρύναιμεν, βαρύναιτε, βαρύναιεν ή βαρύνειαν
Προστακτική
---, βάρυνον, βαρυνάτω, ---, βαρύνατε, βαρυνάντων ή βαρυνάτωσαν
Απαρέμφατο
βαρναι
Μετοχή
βαρύνας, βαρύνασα, βαρναν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βαρύνας - βαρύνασα - βαρναν χω
βαρύνας - βαρύνασα - βαρναν χεις
βαρύνας - βαρύνασα - βαρναν χει
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα χομεν
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα χετε
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα χουσι(ν)
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
βαρύνας - βαρύνασα - βαρναν εχον
βαρύνας - βαρύνασα - βαρναν εχες
βαρύνας - βαρύνασα - βαρναν εχε(ν)
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα εχομεν
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα εχετε
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα εχον
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βαρύνομαι, βαρύν ή βαρύνει, βαρύνεται, βαρυνόμεθα, βαρύνεσθε, βαρύνονται
Υποτακτική
βαρύνωμαι, βαρύν, βαρύνηται, βαρυνώμεθα, βαρύνησθε, βαρύνωνται
Ευκτική
βαρυνοίμην, βαρύνοιο, βαρύνοιτο, βαρυνοίμεθα, βαρύνοισθε, βαρύνοιντο
Προστακτική
---, βαρύνου, βαρυνέσθω, ---, βαρύνεσθε, βαρυνέσθων ή βαρυνέσθωσαν
Απαρέμφατο
βαρύνεσθαι
Μετοχή
βαρυνόμενος
βαρυνομένη
βαρυνόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
βαρυνόμην, βαρύνου, βαρύνετο, βαρυνόμεθα, βαρύνεσθε, βαρύνοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
βαρυνθήσομαι, βαρυνθήσ ή βαρυνθήσει, βαρυνθήσεται, βαρυνθησόμεθα, βαρυνθήσεσθε, βαρυνθήσονται
Ευκτική
βαρυνθησοίμην, βαρυνθήσοιο, βαρυνθήσοιτο, βαρυνθησοίμεθα, βαρυνθήσοισθε, βαρυνθήσοιντο
Απαρέμφατο
βαρυνθήσεσθαι
Μετοχή
βαρυνθησόμενος
βαρυνθησομένη
βαρυνθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
βαρύνθην, βαρύνθης, βαρύνθη, βαρύνθημεν, βαρύνθητε, βαρύνθησαν
Υποτακτική
βαρυνθ, βαρυνθς, βαρυνθ, βαρυνθμεν, βαρυνθτε, βαρυνθσι(ν)
Ευκτική
βαρυνθείην, βαρυνθείης, βαρυνθείη, βαρυνθεμεν, βαρυνθετε, βαρυνθεεν
Προστακτική
---, βαρύνθητι, βαρυνθήτω, ---, βαρύνθητε, βαρυνθέντων ή βαρυνθήτωσαν
Απαρέμφατο
βαρυνθναι
Μετοχή
βαρυνθείς
βαρυνθεσα
βαρυνθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βεβάρυμμαι, βεβάρυσαι, βεβάρυται, βεβαρύμεθα, βεβάρυσθε, βεβάρυνται
 
Υποτακτική
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον ς
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα μεν
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα τε
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα σι
 
Ευκτική
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον εην
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον εης
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον εη
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα εμεν
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα ετε
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα εεν
 
Προστακτική
---, βεβάρησο, βεβαρήσθω, ---, βεβάρησθε, βεβαρήσθων ή βεβαρήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
βεβαρσθαι
Μετοχή
βεβαρημένος,
βεβαρημένη,
βεβαρημένον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
βεβαρημένος, το βεβαρημένου, τ βεβαρημέν, τόν βεβαρημένον, βεβαρημένε
ο βεβαρημένοι, τν βεβαρημένων, τος βεβαρημένοις, τούς βεβαρημένους, βεβαρημένοι
 
Θηλυκό
βεβαρημένη, τς βεβαρημένης, τ βεβαρημέν, τήν βεβαρημένην, βεβαρημένη
α βεβαρημέναι, τν βεβαρημένων, τας βεβαρημέναις, τάς βεβαρημένας, βεβαρημέναι
 
Ουδέτερο
τό βεβαρημένον, το βεβαρημένου, τ βεβαρημέν, τό βεβαρημένον, βεβαρημένον
τά βεβαρημένα, τν βεβαρημένων, τος βεβαρημένοις, τά βεβαρημένα, βεβαρημένα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου