Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αὔξω - αὐξάνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αὔξω - αὐξάνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Jonas Hamers 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αὔξω - αὐξάνω»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αὔξω, αὔξεις, αὔξει, αὔξομεν, αὔξετε, αὔξουσι(ν)
& αὐξάνω, αὐξάνεις, αὐξάνει, αὐξάνομεν, αὐξάνετε, αὐξάνουσι(ν)
Υποτακτική
αὔξω, αὔξῃς, αὔξῃ, αὔξωμεν, αὔξητε, αὔξωσι(ν)
Ευκτική
αὔξοιμι, αὔξοις, αὔξοι, αὔξοιμεν, αὔξοιτε, αὔξοιεν
Προστακτική
---, αὖξε, αὐξέτω, ---, αὔξετε, αὐξόντων (ή αὐξέτωσαν)
Απαρέμφατο
αὔξειν
Μετοχή
αὔξων, αὔξουσα, αὖξον
 
Παρατατικός
Οριστική
ηὖξον, ηὖξες, ηὖξε, ηὔξομεν, ηὔξετε, ηὖξον
& ηὔξανον, ηὔξανες, ηὔξανε, ηὐξάνομεν, ηὐξάνετε, ηὔξανον
 
Μέλλοντας
Οριστική
αὐξήσω, αὐξήσεις, αὐξήσει, αὐξήσομεν, αὐξήσετε, αὐξήσουσι(ν)
Ευκτική
αὐξήσοιμι, αὐξήσοις, αὐξήσοι, αὐξήσοιμεν, αὐξήσοιτε, αὐξήσοιεν
Απαρέμφατο
αὐξήσειν
Μετοχή
αὐξήσων, αὐξήσουσα, αὐξῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ηὔξησα, ηὔξησας, ηὔξησε(ν), ηὐξήσαμεν, ηὐξήσατε, ηὔξησαν
Υποτακτική
αὐξήσω, αὐξήσῃς, αὐξήσῃ, αὐξήσωμεν, αὐξήσητε, αὐξήσωσι(ν)
Ευκτική
αὐξήσαιμι, αὐξήσαις ή αὐξήσειας, αὐξήσαι ή αὐξήσειε(ν), αὐξήσαιμεν, αὐξήσαιτε, αὐξήσαιεν ή αὐξήσειαν
Προστακτική
---, αὔξησον, αὐξησάτω, ---, αὐξήσατε, αὐξησάντων (ή αὐξησάτωσαν)
Απαρέμφατο
αὐξῆσαι
Μετοχή
αὐξήσας, αὐξήσασα, αὐξῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ηὔξηκα, ηὔξηκας, ηὔξηκε, ηὐξήκαμεν, ηὐξήκατε, ηὐξήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ηὐξηκώς- ηὐξηκυῖα- ηὐξηκός ὦ
ηὐξηκώς- ηὐξηκυῖα- ηὐξηκός ᾖς
ηὐξηκώς- ηὐξηκυῖα- ηὐξηκός ᾖ
ηὐξηκότες- ηὐξηκυῖαι- ηὐξηκότα ὦμεν
ηὐξηκότες- ηὐξηκυῖαι- ηὐξηκότα ἦτε
ηὐξηκότες- ηὐξηκυῖαι- ηὐξηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ηὐξηκώς- ηὐξηκυῖα- ηὐξηκός εἴην
ηὐξηκώς- ηὐξηκυῖα- ηὐξηκός εἴης
ηὐξηκώς- ηὐξηκυῖα- ηὐξηκός εἴη
ηὐξηκότες- ηὐξηκυῖαι- ηὐξηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ηὐξηκότες- ηὐξηκυῖαι- ηὐξηκότα εἴητε (εἶτε)
ηὐξηκότες- ηὐξηκυῖαι- ηὐξηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ηὐξηκώς- ηὐξηκυῖα- ηὐξηκός ἴσθι
ηὐξηκώς- ηὐξηκυῖα- ηὐξηκός ἔστω
---
ηὐξηκότες- ηὐξηκυῖαι- ηὐξηκότα ἔστε
ηὐξηκότες- ηὐξηκυῖαι- ηὐξηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ηὐξηκέναι
Μετοχή
ηὐξηκώς- ηὐξηκυῖα- ηὐξηκός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αὔξομαι, αὔξῃ ή αὔξει, αὔξεται, αὐξόμεθα, αὔξεσθε, αὔξονται
& αὐξάνομαι, αὐξάνῃ ή αὐξάνει, αὐξάνεται, αὐξανόμεθα, αὐξάνεσθε, αὐξάνονται
Υποτακτική
αὔξωμαι, αὔξῃ, αὔξηται, αὐξώμεθα, αὔξησθε, αὔξωνται
Ευκτική
αὐξοίμην, αὔξοιο, αὔξοιτο, αὐξοίμεθα, αὔξοισθε, αὔξοιντο
Προστακτική
---, αὔξου, αὐξέσθω, ---, αὔξεσθε, αὐξέσθων ή αὐξέσθωσαν
Απαρέμφατο
αὔξεσθαι
Μετοχή
αὐξόμενος
αὐξομένη
αὐξόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ηὐξόμην, ηὔξου, ηὔξετο, ηὐξόμεθα, ηὔξεσθε, ηὔξοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
αὐξήσομαι, αὐξήσῃ ή αὐξήσει, αὐξήσεται, αὐξησόμεθα, αὐξήσεσθε, αὐξήσονται
Ευκτική
αὐξησοίμην, αὐξήσοιο, αὐξήσοιτο, αὐξησοίμεθα, αὐξήσοισθε, αὐξήσοιντο
Απαρέμφατο
αὐξήσεσθαι
Μετοχή
αὐξησόμενος
αὐξησομένη
αὐξησόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
αὐξηθήσομαι, αὐξηθήσῃ ή αὐξηθήσει, αὐξηθήσεται, αὐξηθησόμεθα, αὐξηθήσεσθε, αὐξηθήσονται
Ευκτική
αὐξηθησοίμην, αὐξηθήσοιο, αὐξηθήσοιτο, αὐξηθησοίμεθα, αὐξηθήσοισθε, αὐξηθήσοιντο
Απαρέμφατο
αὐξηθήσεσθαι
Μετοχή
αὐξηθησόμενος
αὐξηθησομένη
αὐξηθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ηὐξήθην, ηὐξήθης, ηὐξήθη, ηὐξήθημεν, ηὐξήθητε, ηὐξήθησαν
Υποτακτική
αὐξηθῶ, αὐξηθῇς, αὐξηθῇ, αὐξηθῶμεν, αὐξηθῆτε, αὐξηθῶσι(ν)
Ευκτική
αὐξηθείην, αὐξηθείης, αὐξηθείη, αὐξηθείημεν ή αὐξηθεῖμεν, αὐξηθείητε ή αὐξηθεῖτε, αὐξηθείησαν ή αὐξηθεῖεν
Προστακτική
---, αὐξήθητι, αὐξηθήτω, ---, αὐξήθητε, αὐξηθέντων ή αὐξηθήτωσαν
Απαρέμφατο
αὐξηθῆναι
Μετοχή
αὐξηθείς
αὐξηθεῖσα
αὐξηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ηὔξημαι, ηὔξησαι, ηὔξηται, ηὐξήμεθα, ηὔξησθε, ηὔξηνται
 
Υποτακτική
ηὐξημένος- ηὐξημένη- ηὐξημένον ὦ
ηὐξημένος- ηὐξημένη- ηὐξημένον ᾖς
ηὐξημένος- ηὐξημένη- ηὐξημένον ᾖ
ηὐξημένοι- ηὐξημέναι- ηὐξημένα ὦμεν
ηὐξημένοι- ηὐξημέναι- ηὐξημένα ἦτε
ηὐξημένοι- ηὐξημέναι- ηὐξημένα ὦσι
 
Ευκτική
ηὐξημένος- ηὐξημένη- ηὐξημένον εἴην
ηὐξημένος- ηὐξημένη- ηὐξημένον εἴης
ηὐξημένος- ηὐξημένη- ηὐξημένον εἴη
ηὐξημένοι- ηὐξημέναι- ηὐξημένα εἴημεν (εἶμεν)
ηὐξημένοι- ηὐξημέναι- ηὐξημένα εἴητε (εἶτε)
ηὐξημένοι- ηὐξημέναι- ηὐξημένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ηὔξησο, ηὐξήσθω, --- ηὔξησθε, ηὐξήσθων ή ηὐξήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ηὐξῆσθαι
Μετοχή
ηὐξημένος- ηὐξημένη- ηὐξημένον
 
Υπερσυντέλικος
ηὐξήμην, ηὔξησο, ηὔξητο, ηὐξήμεθα, ηὔξησθε, ηὔξηντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου