Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δρέπω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δρέπω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Nancy Razon 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δρέπω»
 
(δρέπω = κόβω, μαζεύω, απολαμβάνω)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δρέπω, δρέπεις, δρέπει, δρέπομεν, δρέπετε, δρέπουσι(ν)
Υποτακτική
δρέπω, δρέπῃς, δρέπῃ, δρέπωμεν, δρέπητε, δρέπωσι(ν)
Ευκτική
δρέποιμι, δρέποις, δρέποι, δρέποιμεν, δρέποιτε, δρέποιεν
Προστακτική
---, δρέπε, δρεπέτω, ---, δρέπετε, δρεπόντων (ή δρεπέτωσαν)
Απαρέμφατο
δρέπειν
Μετοχή
δρέπων, δρέπουσα, δρέπον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔδρεπον, ἔδρεπες, ἔδρεπε, ἐδρέπομεν, ἐδρέπετε, ἔδρεπον
 
Μέλλοντας
Οριστική
δρέψω, δρέψεις, δρέψει, δρέψομεν, δρέψετε, δρέψουσι(ν)
Ευκτική
δρέψοιμι, δρέψοις, δρέψοι, δρέψοιμεν, δρέψοιτε, δρέψοιεν
Απαρέμφατο
δρέψειν
Μετοχή
δρέψων, δρέψουσα, δρέψον
 
Αόριστος
Οριστική
ἔδρεψα, ἔδρεψας, ἔδρεψε(ν), ἐδρέψαμεν, ἐδρέψατε, ἔδρεψαν
Υποτακτική
δρέψω, δρέψῃς, δρέψῃ, δρέψωμεν, δρέψητε, δρέψωσι(ν)
Ευκτική
δρέψαιμι, δρέψαις ή δρέψειας, δρέψαι ή δρέψειε(ν), δρέψαιμεν, δρέψαιτε, δρέψαιεν ή δρέψειαν
Προστακτική
---, δρέψον, δρεψάτω, ---, δρέψατε, δρεψάντων (ή δρεψάτωσαν)
Απαρέμφατο
δρέψαι
Μετοχή
δρέψας, δρέψασα, δρέψαν
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἔδραπον, ἔδραπες, ἔδραπε(ν), ἐδράπομεν, ἐδράπετε, ἔδραπον
Υποτακτική
δράπω, δράπῃς, δράπῃ, δράπωμεν, δράπητε, δράπωσι(ν)
Ευκτική
δράποιμι, δράποις, δράποι, δράποιμεν, δράποιτε, δράποιεν
Προστακτική
---, δράπε, δραπέτω, ---, δράπετε, δραπόντων (ή δραπέτωσαν)
Απαρέμφατο
δραπεῖν
Μετοχή
δραπών, δραποῦσα, δραπόν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δρέπομαι, δρέπῃ ή δρέπει, δρέπεται, δρεπόμεθα, δρέπεσθε, δρέπονται
Υποτακτική
δρέπωμαι, δρέπῃ, δρέπηται, δρεπώμεθα, δρέπησθε, δρέπωνται
Ευκτική
δρεποίμην, δρέποιο, δρέποιτο, δρεποίμεθα, δρέποισθε, δρέποιντο
Προστακτική
---, δρέπου, δρεπέσθω, ---, δρέπεσθε, δρεπέσθων ή δρεπέσθωσαν
Απαρέμφατο
δρέπεσθαι
Μετοχή
δρεπόμενος
δρεπομένη
δρεπόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδρεπόμην, ἐδρέπου, ἐδρέπετο, ἐδρεπόμεθα, ἐδρέπεσθε, ἐδρέποντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
δρέψομαι, δρέψῃ ή δρέψει, δρέψεται, δρεψόμεθα, δρέψεσθε, δρέψονται
Ευκτική
δρεψοίμην, δρέψοιο, δρέψοιτο, δρεψοίμεθα, δρέψοισθε, δρέψοιντο
Απαρέμφατο
δρέψεσθαι
Μετοχή
δρεψόμενος
δρεψομένη
δρεψόμενον
 
Μέλλοντας
Οριστική
δρεψοῦμαι, δρεψῇ ή δρεψεῖ, δρεψεῖται, δρεψοῦμεθα, δρεψεῖσθε, δρεψοῦνται
Ευκτική
δρεψοίμην, δρεψοῖο, δρεψοῖτο, δρεψοίμεθα, δρεψοῖσθε, δρεψοῖντο
Απαρέμφατο
δρεψεῖσθαι
Μετοχή
δρεψούμενος
δρεψουμένη
δρεψούμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐδρεψάμην, ἐδρέψω, ἐδρέψατο, ἐδρεψάμεθα, ἐδρέψασθε, ἐδρέψαντο
Υποτακτική
δρέψωμαι, δρέψῃ, δρέψηται, δρεψώμεθα, δρέψησθε, δρέψωνται
Ευκτική
δρεψαίμην, δρέψαιο, δρέψαιτο, δρεψαίμεθα, δρέψαισθε, δρέψαιντο
Προστακτική
---, δρέψαι, δρεψάσθω, ---, δρέψασθε, δρεψάσθων ή δρεψάσθωσαν
Απαρέμφατο
δρέψασθαι
Μετοχή
δρεψάμενος
δρεψαμένη
δρεψάμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ἐδρέφθην, ἐδρέφθης, ἐδρέφθη, ἐδρέφθημεν, ἐδρέφθητε, ἐδρέφθησαν
Υποτακτική
δρεφθῶ, δρεφθῇς, δρεφθῇ, δρεφθῶμεν, δρεφθῆτε, δρεφθῶσι(ν)
Ευκτική
δρεφθείην, δρεφθείης, δρεφθείη, δρεφθείημεν ή δρεφθεῖμεν, δρεφθείητε ή δρεφθεῖτε, δρεφθείησαν ή δρεφθεῖεν
Προστακτική
---, δρέφθητι, δρεφθήτω, ---, δρέφθητε, δρεφθέντων ή δρεφθήτωσαν
Απαρέμφατο
δρεφθῆναι
Μετοχή
δρεφθείς
δρεφθεῖσα
δρεφθέν
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου