Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀποκρίνομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀποκρίνομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Laura Lein Svencner
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀποκρίνομαι»
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀποκρίνομαι, ἀποκρίνῃ ή ἀποκρίνει, ἀποκρίνεται, ἀποκρινόμεθα, ἀποκρίνεσθε, ἀποκρίνονται
Υποτακτική
ἀποκρίνωμαι, ἀποκρίνῃ, ἀποκρίνηται, ἀποκρινώμεθα, ἀποκρίνησθε, ἀποκρίνωνται
Ευκτική
ἀποκρινοίμην, ἀποκρίνοιο, ἀποκρίνοιτο, ἀποκρινοίμεθα, ἀποκρίνοισθε, ἀποκρίνοιντο
Προστακτική
---, ἀποκρίνου, ἀποκρινέσθω, ---, ἀποκρίνεσθε, ἀποκρινέσθων ή ἀποκρινέσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀποκρίνεσθαι
Μετοχή
ἀποκρινόμενος
ἀποκρινομένη
ἀποκρινόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἀπεκρινόμην, ἀπεκρίνου, ἀπεκρίνετο, ἀπεκρινόμεθα, ἀπεκρίνεσθε, ἀπεκρίνοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀποκρινοῦμαι, ἀποκρινῇ ή ἀποκρινεῖ, ἀποκρινεῖται, ἀποκρνοῦμεθα, ἀποκρινεῖσθε, ἀποκρινοῦνται
Ευκτική
ἀποκρινοίμην, ἀποκρινοῖο, ἀποκρινοῖτο, ἀποκρινοίμεθα, ἀποκρινοῖσθε, ἀποκρινοῖντο
Απαρέμφατο
ἀποκρινεῖσθαι
Μετοχή
ἀποκρινούμενος
ἀποκρινουμένη
ἀποκρινούμενον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀποκριθήσομαι, ἀποκριθήσῃ ή ἀποκριθήσει, ἀποκριθήσεται, ἀποκριθησόμεθα, ἀποκριθήσεσθε, ἀποκριθήσονται
Ευκτική
ἀποκριθησοίμην, ἀποκριθήσοιο, ἀποκριθήσοιτο, ἀποκριθησοίμεθα, ἀποκριθήσοισθε, ἀποκριχθήσοιντο
Απαρέμφατο
ἀποκριθήσεσθαι
Μετοχή
ἀποκριθησόμενος
ἀποκριθησομένη
ἀποκριθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἀπεκρινάμην, ἀπεκρίνω, ἀπεκρίνατο, ἀπεκρινάμεθα, ἀπεκρίνασθε, ἀπεκρίναντο
Υποτακτική
ἀποκρίνωμαι, ἀποκρίνῃ, ἀποκρίνηται, ἀποκρινώμεθα, ἀποκρίνησθε, ἀποκρίνωνται
Ευκτική
ἀποκριναίμην, ἀποκρίναιο, ἀποκρίναιτο, ἀποκριναίμεθα, ἀποκρίναισθε, ἀποκρίναιντο
Προστακτική
---, ἀπόκριναι, ἀποκρινάσθω, ----, ἀποκρίνασθε, ἀποκρινάσθων ή ἀποκρινάσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀποκρίνασθαι
Μετοχή
ἀποκρινάμενος, ἀποκριναμένη, ἀποκρινάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἀπεκρίθην, ἀπεκρίθης, ἀπεκρίθη, ἀπεκρίθημεν, ἀπεκρίθητε, ἀπεκρίθησαν
Υποτακτική
ἀποκριθῶ, ἀποκριθῇς, ἀποκριθῇ, ἀποκριθῶμεν, ἀποκριθῆτε, ἀποκριθῶσι(ν)
Ευκτική
ἀποκριθείην, ἀποκριθείης, ἀποκριθείη, ἀποκριθείημεν ή ἀποκριθεῖμεν, ἀποκριθείητε ή ἀποκριθεῖτε, ἀποκριθείησαν ή ἀποκριθεῖεν
Προστακτική
---, ἀποκρίθητι, ἀποκριθήτω, ---, ἀποκρίθητε, ἀποκριθέντων ή ἀποκριθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἀποκριθῆναι
Μετοχή
ἀποκριθείς
ἀποκριθεῖσα
ἀποκριθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἀποκέκριμαι, ἀποκέκρισαι, ἀποκέκριται, ἀποκεκρίμεθα, ἀποκέκρισθε, ἀποκέκρινται
 
Υποτακτική
ἀποκεκριμένος- ἀποκεκριμένη- ἀποκεκριμένον ὦ
ἀποκεκριμένος- ἀποκεκριμένη- ἀποκεκριμένον ᾖς
ἀποκεκριμένος- ἀποκεκριμένη- ἀποκεκριμένον ᾖ
ἀποκεκριμένοι- ἀποκεκριμέναι- ἀποκεκριμένα ὦμεν
ἀποκεκριμένοι- ἀποκεκριμέναι- ἀποκεκριμένα ἦτε
ἀποκεκριμένοι- ἀποκεκριμέναι- ἀποκεκριμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἀποκεκριμένος- ἀποκεκριμένη- ἀποκεκριμένον εἴην
ἀποκεκριμένος- ἀποκεκριμένη- ἀποκεκριμένον εἴης
ἀποκεκριμένος- ἀποκεκριμένη- ἀποκεκριμένον εἴη
ἀποκεκριμένοι- ἀποκεκριμέναι- ἀποκεκριμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἀποκεκριμένοι- ἀποκεκριμέναι- ἀποκεκριμένα εἴητε (εἶτε)
ἀποκεκριμένοι- ἀποκεκριμέναι- ἀποκεκριμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἀποκέκρισο, ἀποκεκρίσθω, ---, ἀποκέκρισθε, ἀποκεκρίσθων ή ἀποκεκρίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἀποκεκρίσθαι
Μετοχή
ἀποκεκριμένος,
ἀποκεκριμένη,
ἀποκεκριμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἀπεκεκρίμην, ἀπεκέκρισο, ἀπεκέκριτο, ἀπεκεκρίμεθα, ἀπεκέκρισθε, ἀπεκέκριντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου