Πελοποννησιακός Πόλεμος: Τι προηγήθηκε και η πρώτη του φάση (431-421 π.Χ.)
Η Σπάρτη, αντίθετα από την Κόρινθο που απειλούνταν τα ζωτικά συμφέροντά της, δεν έδειχνε μεγάλη διάθεση για τον πόλεμο. Η αδιάκοπη μείωση του πληθυσμού της, το φάσμα του φόβου για καινούριες επαναστάσεις των ειλώτων, οι περιορισμένοι οικονομικοί της πόροι και η αδράνεια της παραγωγής της, η χαλαρότης τέλος του οργανισμού της Πελοποννησιακής συμμαχίας, σε σύγκριση προς την συμπαγή ενότητα της Αθηναϊκής ναυτικής ηγεμονίας, παρέλυαν κάθε πρωτοβουλία σ’ αυτήν. Η Σπάρτη δεν διάλεξε την λύση του πολέμου, υποχρεώθηκε να την ακολουθήσει από την Κόρινθο και τους συμμάχους της.
Περί τα μέσα των τριακοστών χρόνων, όταν πια η πολεμική αναταραχή από την επανάσταση της Σάμου είχε καταπαυθεί, άρχισαν να μαζεύονται βαριά σύννεφα καινούριας καταιγίδος πάνω από το Ιόνιο πέλαγος: Η εχθρότης της Κορίνθου με την αποικία της Κέρκυρα κατέληξε σε κανονικό πόλεμο, κατά τον οποίο διακυβεύθηκε η κυριαρχία στην δυτική θάλασσα. Εσωτερικές διενέξεις στην κερκυραϊκή αποικία Επίδαμνο (το νεώτερο Durazzo) μεταξύ της ολιγαρχικής και της δημοκρατικής παρατάξεως επροκάλεσαν την ανάμειξη και των δύο δυνάμεων. Οι Κορίνθιοι, που απέρριψαν προηγηθείσα πρόταση των Κερκυραίων για διαιτησία, υπέστησαν κατά την ναυμαχία της Λευκίμμης (του ακρωτηρίου που βρίσκεται στη νότια άκρα της Κερκύρας) ολέθρια ήττα: η Επίδαμνος παραδόθηκε στους Κερκυραίους και η κορινθιακή φρουρά της πόλεως αιχμαλωτίσθηκε (435). Ενώ η Κόρινθος εν συνεχεία εξωπλιζόταν πυρετωδώς, έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη της Λευκάδος και της Αμβρακίας, η Κέρκυρα ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα και επέτυχε την σύναψη μιας αμυντικής συμμαχίας («επιμαχία»), αφού προηγουμένως όμως διακυμάνθηκε επί πολύ η γνώμη του αττικού δήμου στην εκκλησία, μέχρι να πάρει τούτος την σχετική απόφαση. Το καλοκαίρι του 433 βρέθηκαν αντιμέτωπες 150 κορινθιακές και 110 κερκυραϊκές τριήρεις κοντά στα Σύβοτα (τις νησίδες που εκτείνονται στον πορθμό μεταξύ Κερκύρας και της ηπειρωτικής παραλίας). Η επίθεση μιας μοίρας του αθηναϊκού στόλου, που είχε σταλεί σαν επικουρία και παρέμεινε αρχικά θεατής του αγώνος περιμένοντας να δη την έκβασή του, εμπόδισε τους Κορινθίους να ολοκληρώσουν την νίκη που απέσπασαν κατά την πρώτη φάση της συγκρούσεως.
Κατά τον χειμώνα του 432/1 έγιναν διάφορες φαινομενικές διαπραγματεύσεις. Και οι δύο παρατάξεις, προ πάντων όμως η Σπάρτη, προσπάθησαν διά της διπλωματικής οδού να εξασφαλίσουν μιαν ευνοϊκή θέση για την έναρξη του πολέμου και να πείσουν την κοινή γνώμη στην Ελλάδα ότι το δίκαιο ήταν με το μέρος τους. Αυτό δε το επέτυχαν στην εντέλεια οι Λακεδαιμόνιοι αντίθετα από τους Αθηναίους αντιπάλους των. Όταν τελικά η Σπάρτη απαίτησε από την Αθήνα την εξορία των επικατάρατων Αλκμαιωνιδών, δηλαδή του Περικλέους, και την αποκατάσταση της αυτονομίας των συμμάχων της, είχε πλέον με την ενέργεια τούτη προχωρήσει στο στάδιο της προπαγανδιστικής προετοιμασίας του πολέμου. Σαν βασικό τους σύνθημα επρόβαλλαν την αυτονομία για τους Έλληνες με την βεβαιότητα ότι τούτο δεν θα έμενε χωρίς απήχηση μεταξύ των μελών της Αθηναϊκής συμμαχίας. Ο Περικλής όμως στάθηκε άκαμπτος εμπρός στις πελοποννησιακές απαιτήσεις. Όταν δε οι αντίπαλοι απέρριψαν την προσφυγή σε διαιτησία, που επρότεινε ο Αθηναίος πολιτικός επί τη βάσει της συνθήκης για την ειρήνη του 446/5 π.Χ., έγινε φανερό σε όλο τον κόσμο ποιος ήθελε τον πόλεμο: Η Κόρινθος και οι σύμμαχοί της ήσαν εκείνοι που παρέσυραν την Σπάρτη απειλώντας την ότι θα μπορούσαν και από αλλού να βρουν βοήθεια· και υπονοούσαν μ’ αυτό το Άργος, που δεν ανήκε στην Πελοποννησιακή συμμαχία.
Οι αντίπαλοι, που επήραν μέρος στον ένοπλο αγώνα, ήσαν εντελώς διάφοροι ως προς την εσώτερη δομή της δυνάμεώς τους και ως προς τα πολεμικά τους μέσα. Η Αθήνα, αναμφισβήτητα η πιο μεγάλη ναυτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο, είχε στην διάθεσή της τους πλούσιους πόρους και τα εφόδια που αντλούσε από ολόκληρη την ηγεμονία της και ασκούσε επιρροή σε πολύ σημαντικές πόλεις που ήσαν σύμμαχοί της, όπως η Ζάκυνθος και η Κέρκυρα στο Ιόνιο πέλαγος, η Σεγέστη, οι Λεοντίνοι, το Ρήγιον στην Δύση — στην Σικελία και στην Κάτω Ιταλία· εξ άλλου στην κεντρική Ελλάδα οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου, οι Ακαρνάνες, οι Αμφιλοχείς και προ πάντων οι Θεσσαλοί ανήκαν επίσης στην αθηναϊκή παράταξη. Κατά ξηράν όμως η πόλη φαινόταν περικυκλωμένη παντού από εχθρούς: Τα Μέγαρα, η Κόρινθος, οι Βοιωτοί δεν περίμεναν παρά μια κατάλληλη στιγμή για να πλήξουν τον μισητό τους γείτονα. Στην Πελοπόννησο έμειναν ουδέτερες μόνο το Άργος και η Αχαΐα, ενώ όλα τα υπόλοιπα κράτη είχαν εντάξει τις δυνάμεις τους στον πελοποννησιακό συμμαχικό στρατό, ο οποίος ενισχυόταν ακόμη και από τα σώματα των Φωκέων και των ανατολικών Λοκρών. Έτσι κατά τον πόλεμο τούτον χωρίσθηκε ολόκληρος σχεδόν ο ελληνικός κόσμος, από την Ιωνία μέχρι την Σικελία, σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα.
Στον πεζικό στρατό της Πελοποννησιακής συμμαχίας, που έφθανε τους 40.000 άνδρες, η αθηναϊκή δημοκρατία μπορούσε να αντιπαρατάξει περίπου 13.000 οπλίτες και συμπληρωματικά 1200 ιππείς, ακόμη δε 1600 τοξότες, οι οποίοι όμως δεν είχαν σπουδαία μαχητική αξία. Το σώμα της αττικής «πολιτοφυλακής», αποτελούμενο από 16.000 άνδρες, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο για αμυντικούς σκοπούς και σαν φρουρά. Στην θάλασσα όμως η κατάσταση διαγραφόταν εντελώς διαφορετική. Ο κραταιός αττικός στόλος, που αριθμούσε 300 τριήρεις και ενισχυόταν επίσης από τις πολεμικές μοίρες της Χίου, της Λέσβου και της Κερκύρας, δεν είχε όμοιό του στην Μεσόγειο. Πληρώματα υπήρχαν άφθονα και αποτελούνταν από τους θήτες, τους μετοίκους και τους δούλους της Αθήνας, όπως επίσης και από άνδρες των συμμαχίδων πόλεων. Ενώ η Πελοποννησιακή συμμαχία δεν είχε στην διάθεσή της διόλου οικονομικά αποθέματα, δεν υπήρχε ούτε καν πολεμικό ταμείο και οι σύμμαχοι ήσαν υποχρεωμένοι να συνεισφέρουν χρήματα και εφόδια, η Αθήνα διέθετε άφθονα κεφάλαια που είχαν σχηματισθεί από τον τρέχοντα συμμαχικό φόρο και από την καθιερωθείσα με την πρόταση του Καλλία αποταμίευση· τούτα αποτελούσαν μια πάγια οικονομική βάση, έστω και αν το δημόσιο ταμείο της Αττικής είχεν υποστεί θανάσιμες αφαιμάξεις λόγω των μεγάλων δαπανών για τα περίκλεια οικοδομήματα.
Το πολεμικό σχέδιο του Περικλέους στηρίχθηκε στην διαφορά που είχαν οι δύο αντίπαλοι ως προς το μαχητικό δυναμικό τους κατά ξηράν και θάλασσα. Θυσιάζοντας την πεδινή χώρα της Αττικής — έπρεπε μόνο να κρατηθούν τα οχυρά που βρίσκονταν προς τα βοιωτικά σύνορα — επρόβλεπε την συγκέντρωση ολοκλήρου του αττικού πληθυσμού στον χώρο που εκτεινόταν ανάμεσα στα σκέλη των Μακρών τειχών. Η πολιορκία του τεραστίου, διδύμου οχυρού που σχηματιζόταν από την Αθήνα και τον Πειραιά θα έμενε στην ουσία χωρίς κανένα απολύτως θετικό αποτέλεσμα, όσο καιρό η αθηναϊκή σημαία θα κυμάτιζε κυρίαρχη στην θάλασσα. Σε αντιπερισπασμό οργανώθηκαν αποβάσεις του αττικού στρατού στα παράλια των Πελοποννησίων. Συνειδητά το πολεμικό σχέδιο του Περικλέους δεν επεδίωξεν εντυπωσιακές εξωτερικές επιτυχίες· γι’ αυτόν δε τον λόγο η εκτέλεσή του θα έβαζε το ηθικό και την πειθαρχία, ιδιαίτερα των αμάχων, σε μεγάλη δοκιμασία. Και φυσικά ένα τέτοιο σχέδιο δεν θα μπορούσε κατά κανένα τρόπο να προέλθει από έναν πολιτικό και στρατηγό που διάλεξε εκούσια τον πόλεμο, για να εξασφαλίσει μ’ αυτόν εύκολες δάφνες.
Ο πόλεμος άρχισε την άνοιξη του 431 με μια ξαφνική επίθεση των Θηβαίων κατά των Πλαταιών. Η πόλη τούτη είχε από παλιά στενούς δεσμούς με την Αθήνα· για την Θήβα, που βρισκόταν σε απόσταση τριών περίπου ωρών, αποτελούσε μόνιμη απειλή. Οι Θηβαίοι οπλίτες όμως που εισέβαλαν στις Πλαταιές αποκρούσθηκαν, εκατόν ογδόντα από αυτούς μάλιστα κατεσφάγησαν· η εντολή των Αθηνών να μη πειραχθούν ήλθε πολύ αργά. Μετά τον αιματηρό τούτον πρόλογο ακολούθησε, ύστερα από δυο μήνες, η εισβολή του πελοποννησιακού στρατού υπό τον Σπαρτιάτη βασιλέα Αρχίδαμο στην Αττική. Παρά την μεγάλη κατάπτωση του ηθικού που έπαθε ο στριμωγμένος μέσα στον περιορισμένο χώρο των Μακρών τειχών πληθυσμός της Αττικής, ο οποίος είχεν εγκατασταθεί μέσα στους ναούς και σε πρόχειρα κατασκευασμένα παραπήγματα, ο Περικλής επρόβαλε σθεναρή άμυνα και είχε την επιτυχία ότι οι Πελοποννήσιοι απεσύρθησαν ύστερα από ένα μήνα. Σαν αντίποινα η Αθήνα έστειλε μια μοίρα του στόλου της κατά της Πελοποννήσου. Αφού αποκρούσθηκε τούτη στην Μεθώνη από τον Βρασίδα, έπλευσε στο Ιόνιο πέλαγος και προσάρτησε την Κεφαλληνία στην Ηγεμονία, κατέλαβε δε και το Σόλλιον στην Ακαρνανία. Με τον εκπατρισμό των Αιγινητών — αντικατεστάθησαν με Αθηναίους κληρούχους — εξεκαθάρισε ο Περικλής τον Σαρωνικό κόλπο· η λεηλασία αντίθετα στην περιοχή των Μεγάρων δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια πράξη εκδικήσεως, που δεν έφερε καμμίαν απολύτως αλλαγή στην γενική κατάσταση του πολέμου.
Επίσης και η νέα εισβολή των Πελοποννησίων κατά την άνοιξη του 430, καίτοι επροκάλεσε ιδιαίτερα βαριές καταστροφές στην Αττική, δεν άλλαξε τα πράγματα. Και τότε, το καλοκαίρι του 430, ξέσπασε στην υπερπλήρη πόλη και στον αθηναϊκό στόλο μια φοβερή επιδημία, που ήλθε από την πρόσω Ασία: Ήταν ο λεγόμενος «λοιμός», του οποίου την πορεία μας έχει περιγράψει ο Θουκυδίδης (II 48 - 54) με τρόπο πραγματικά ανυπέρβλητο. Η φύση της αρρώστιας δεν έχει εξακριβωθεί ακόμη και σήμερα. Μέσα σε τέσσερα χρόνια αποδεκάτισε η φοβερή τούτη πληγή το ένα τουλάχιστον τρίτο του αθηναϊκού πληθυσμού. Μπρος στο φάσμα του θανάτου ο συνωστισμένος μέσα στο στενό χώρο κόσμος άρχισε να βασανίζεται από την μικροψυχία και τις αμφιβολίες, καταπνίγοντας μέσα του κάθε διάθεση για πολιτική φρόνηση και ψυχραιμία. Όλοι ζητούσαν τον ένοχο και τον βρήκαν στο πρόσωπο του Περικλέους. Με την κατηγορία ότι είχε καταχρασθεί δημόσια χρήματα του αφαίρεσαν κατά τρόπο προσβλητικό το αξίωμά του, την στρατηγία, την οποία κατείχε επί δεκαπέντε χρόνια χωρίς διακοπή (φθινόπωρο του 430).
Η δίκη και η καταδίκη του Περικλέους αντιπροσωπεύουν μια καινούρια φάση του πολέμου. Μέχρι τώρα ο αγών διεξαγόταν από την Αθήνα με μετριοπάθεια, ενώ απ’ εδώ κι εμπρός έπαιρνε την μορφή πάλης μέχρι θανάτου. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η αύξηση των βιαιοπραγιών. Οι Πελοποννήσιοι όμως σκότωναν κάθε Αθηναίο που θα έπεφτε στα χέρια τους, για να διατηρήσουν έτσι την πλήρη απομόνωσή τους από τον λοιμό.
Με την παράδοση της Ποτειδαίας, που αναγκάσθηκε να καταθέσει τα όπλα την άνοιξη του 429 ύστερα από δύο χρόνων ηρωική αντίσταση, τα πράγματα στον Βορρά βελτιώθηκαν αισθητά για την Αθήνα. Η συναφθείσα το 431 μεταξύ των Αθηνών και του ισχυρού βασιλέως των Θρακών συνθήκη αποτελούσε για την αθηναϊκή κυριαρχία στον Βορρά ένα πολύ σοβαρό στήριγμα, και μάλιστα απέναντι στην αμφιταλαντευομένη Μακεδονία. Παρά ταύτα οι μεγάλες ελπίδες που δημιουργήθηκαν στην Αθήνα σε σχέση με τον Σιτάλκη, δεν επαληθεύθηκαν. Οπωσδήποτε ο Θρακιώτης βασιλεύς ήταν ένας σημαντικός σύμμαχος· κυρίως η επικράτειά του απλωνόταν σ’ έναν ευρύ χώρο μεταξύ του Στρυμόνος, της Μαύρης θάλασσας και του κάτω Δουνάβεως και πρόσφερε έτσι στο αθηναϊκό εμπόριο τεράστιες δυνατότητες. Φυσικά, σημαντικές επιτυχίες δεν σημειώθηκαν στον Βορρά: ο στρατός που αποδεσμεύθηκε από την πολιορκία της Ποτειδαίας υπέστη μάλιστα μια σοβαρή ήττα στον Σπάρταλο πολεμώντας κατά των κατοίκων της Χαλκιδικής και των Βοττιαίων· από την άποψη της πολεμικής τακτικής αυτή έχει αρκετό ενδιαφέρον, γιατί εδώ για πρώτη φορά ελαφρά οπλισμένοι «πελταστές» και ιππείς κατατρόπωσαν οπλίτες: Οι αλλαγές που θα κάνη ο Ιφικράτης, ύστερα από μία γενεά, στην στρατιωτική τακτική δίνουν τώρα ένα μακρινό προμήνυμα.
Στην Δύση, αντίθετα, η ναυτική εκστρατεία του Φορμίωνος (φθινόπωρο του 429) είχε για τους Αθηναίους διπλή επιτυχία: οι Πελοποννήσιοι μάταια αγωνίζονταν να διασπάσουν τον αποπνιχτικό κλοιό στην θάλασσα της Ναυπάκτου. Ο αθηναϊκός στόλος εξακολουθούσε απτόητος τον αποκλεισμό της Πελοποννήσου, οι τιμές ανέβαιναν, δημητριακά από την Σικελία δεν μπορούσαν να έλθουν, έτσι ώστε όλοι οι Πελοποννήσιοι, όχι μόνο οι Κορίνθιοι, καταλάβαιναν τώρα τί εσήμαινε το να βρίσκονται σε πόλεμο με την Αθήνα.
Κατά τις εκλογές που έγιναν την άνοιξη του 429 ο Περικλής επανήλθε στην εξουσία, η δύναμή του όμως ήταν τώρα πια εξανεμισμένη: Είχε χάσει από τον λοιμό τους δύο γιους του, που ήσαν γνήσιοι Αθηναίοι πολίτες· δεν άργησε να προσβληθεί και ο ίδιος από την φοβερή αρρώστια και ύστερα από μερικούς μήνες πέθανε. Κανείς άλλος στην Αθήνα δεν είχε την δική του απέραντη πολιτική πείρα, μόνον αυτός μπορούσε να κρατήσει στα στιβαρά του χέρια τα περιπεπλεγμένα μεταξύ τους χαλινάρια της στρατηγίας, της διπλωματίας και της οικονομικής διαχειρίσεως. Σημαντικούς συνεργάτες δεν απέκτησε ποτέ ο Περικλής και δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητος ο Beloch που τον κατηγορεί ότι είχε συγκεντρωμένους γύρω του ανθρώπους, οι οποίοι από πνευματική άποψη ήσαν πραγματικά μηδενικά. Από την τάξη των βιοτεχνών —που ήσαν αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον πόλεμο με κάθε θυσία, αντίθετα από τον αγροτικό πληθυσμό, που είχε χάσει τα πάντα— προέρχονταν ο Εύκρατης, ο Λυσικλής — ένας φίλος του Περικλέους — και ο Κλέων ο «βυρσοδέψης», ένας δημαγωγός πρώτης ποιότητος. Αρχικά υπήρξε σφοδρός πολέμιος της πολιτικής του Περικλέους, ιδιαίτερα στα ζητήματα του πολέμου, όταν όμως εκείνος πέθανε έγινε ο πιο ένθερμος οπαδός των ιδεών του· ήταν ο τύπος του καιροσκόπου πολιτικού, ο τύπος που εμφανίζεται σχεδόν πάντοτε σε κάθε μακροχρόνιο και τραχύ πόλεμο της ιστορίας. Η κωμωδία — ιδίως ο Εύπολις και ο Αριστοφάνης — εξαπολύει εναντίον του φαρμακερά βέλη και ο Θουκυδίδης, μια γενιά αργότερα, τον χαρακτηρίζει με πολύ ειρωνικά σχόλια⸱ τούτος φαίνεται πραγματικά πως ήταν ο «νεκροθάφτης» του αθηναϊκού μεγαλείου — παρόλη την δυναμικότητα, την οποία κανείς δεν μπορεί να του αρνηθεί. Εκτός από τον Κλέωνα, έρχεται τώρα στο προσκήνιο και ο Νικίας του Νικηράτου, ως αντίπαλος εκείνου. Ο Νικίας είχε διακριθεί σαν στρατηγός· με τούτον, ύστερα από τον θάνατο του Περικλέους, διαχωρίζονται οριστικά οι δρόμοι των ειδικευμένων στρατιωτικών και των δημαγωγών, πράγμα που δεν ήταν διόλου επιζήμιο για την πολεμική δραστηριότητα.
Στην όξυνση των πολεμικών γεγονότων συνέβαλε σημαντικά η σύνδεση των εξωτερικών συγκρούσεων με ορισμένες εσωπολιτικές, κομματικές διενέξεις. Τούτο αποκαλύπτει λ.χ. η καταστολή μιας ολιγαρχικής επαναστάσεως στην Κέρκυρα με την βοήθεια των Αθηναίων (καλοκαίρι του 427). Για την θέση των Αθηνών στην Δύση είχε τότε ακριβώς μεγίστη σπουδαιότητα η κατοχή της νήσου στο Ιόνιο πέλαγος, γιατί τα γεγονότα στην Σικελία έπαιρναν μια τροπή, που φαινόταν να ευνοεί την άμεση αθηναϊκή επέμβαση. Η επιβλητική υπεροχή των Συρακουσών, που είχαν δημιουργήσει μιαν ισχυρή συμμαχία με τις δωρικές πόλεις Γέλα, Σελινούντα, Μεσσήνη, Ιμέρα και Λοκρούς Επιζεφυρίους, επροκάλεσε την σύμπηξη μιας αντίπαλης ενώσεως από ιωνικές - χαλκιδικές κοινότητες (Νάξος - Κατάνη - Λεοντίνοι - Ρήγιον - και μοναδική δωρική πόλη η Καμάρινα) και από τους Σικελούς, η οποία όμως δεν ήταν ισοδύναμη με την αντίθετη παράταξη. Έτσι οι Αθηναίοι βρήκαν την ευκαιρία να στείλουν, το φθινόπωρο του 427, ένα μικρό στόλο υπό τον Λάχη στην Σικελία (η λεγομένη 1η σικελική εκστρατεία των Αθηναίων).
Με το Ρήγιο και τους Λεοντίνους η Αθήνα ήταν συνδεδεμένη από χρόνια, η συμμαχία με την Σεγέστη ανανεώθηκε από τον Λάχη, φαίνεται δε ότι και η πόλη Αλικυες προσχώρησε στο αθηναϊκό στρατόπεδο (το 427/6 ή το αργότερο το 426/5).
Το 426 δεν είχε για τους Πελοποννησίους σημαντικά αποτελέσματα. Μόνο η ίδρυση και στρατιωτική κατοχή της Ηράκλειας Τραχίνος (στην βόρεια έξοδο των Θερμοπυλών) είχε στρατηγική σπουδαιότητα, γιατί έτσι είχε αποκτηθεί μια βάση, από την οποία μπορούσε κανείς να δράση κατά της κεντρικής Ελλάδος. Εν τω μεταξύ στην Αθήνα συνέβη μια αλλαγή που είχε πολύ σοβαρές συνέπειες: Κανείς από τους παλαιοτέρους στρατηγούς δεν πέτυχε καινούρια εκλογή· αντί για τούτους ανέλαβε την εξουσία ο Κλέων, που ήταν ήδη από το 427/6 ελληνοταμίας, και μαζί του η φιλοπόλεμη φατρία. Η τροπή αυτή των πραγμάτων είχε σαν αποτέλεσμα την δραστηριοποίηση της αττικής πολιτικής: Τώρα έστειλαν ένα δεύτερο, μεγαλύτερο στόλο στην Σικελία (Απρίλιος του 425)· μαζί του ήταν και ο Δημοσθένης, που είχεν εκλεγεί στρατηγός για το 425/4. Η στρατιωτική του εμπειρία έκανε τον άνδρα τούτον να αντιληφθεί ότι το λιμάνι της Πύλου στην δυτική πελοποννησιακή ακτή ήταν η θέση από την οποία μπορούσε κανείς να καταφέρη αποφασιστικό κατά του αντιπάλου πλήγμα: Γιατί από την Πύλο ήταν εύκολο να έλθει κανείς σε επαφή με τους Μεσσηνίους και με τον τρόπο αυτόν να τρομοκρατήσει την Σπάρτη με το φάσμα ενός νέου Μεσσηνιακού πολέμου. Η απόβαση στην Πύλο εσημείωσε καταπληκτική επιτυχία. Όλες οι επιθέσεις των Πελοποννησίων από την πλευρά της ξηράς και της θάλασσας απεκρούσθησαν, 420 Λακεδαιμόνιοι οπλίτες — ένα δέκατο δηλαδή του σπαρτιατικού στρατού — απεκλείσθησαν στην προκειμένη νήσο Σφακτηρία, όπου είχαν αποβιβασθεί. Υπό το κράτος του φόβου μιας ενδεχομένης καταστροφής η Σπάρτη δείχθηκε αμέσως πρόθυμη να διαπραγματευθεί για την ειρήνη, στην περιοχή της Πύλου κηρύχθηκε ανακωχή. Αυτό που οι Λακεδαιμόνιοι επρόσφεραν τότε δεν ήταν μόνο η αποκατάσταση της τριακονταετούς ειρήνης του 446/5 π.Χ., αλλά και κάτι περισσότερο, η σύμπηξη μιας συμμαχίας. Ο Κλέων όμως αδιαφόρησε για την πρόταση τούτη. Σε μια πολυτάραχη συνέλευση του δήμου — τα επεισόδιά της περιγράφονται κατά τρόπο αριστουργηματικό από τον Θουκυδίδη — υποχρεώθηκε ο Κλέων από τον Νικία να αναλάβει την διοίκηση στην Πύλο· τούτος βασίσθηκε ολοκληρωτικά πάνω στον Δημοσθένη και κατόρθωσε, μόλις κατά την δεύτερη ημέρα μετά την άφιξή του, να εξαναγκάσει τους αποκλεισμένους Λακεδαιμονίους — παρέμεναν πάντοτε στην Σφακτηρία σχεδόν 300 οπλίτες — σε παράδοση άνευ όρων (Αύγουστος του 425).
Ήταν αναμφισβήτητα προσωπικό επίτευγμα του Κλέωνος το ότι στηριζόμενος στις εντυπώσεις που επροκάλεσε η εκπληκτική επιτυχία του στην Σφακτηρία — εξ αιτίας της του απένειμαν εξαιρετικές τιμές, μεταξύ των οποίων ισόβια διατροφή στο Πρυτανείο και τιμητική θέση στο θέατρο — επέβαλε την αναθεώρηση των συμμαχικών φορολογικών καταλόγων. Με την λεγομένη κλεώνεια επαύξηση του 425/4 καθορίσθηκαν οι φόροι εκ νέου. Αντί για το ποσό των 460 ταλάντων, που είχε θεσπισθεί από τον Αριστείδη και καταβαλλόταν επί μισό και πλέον αιώνα, έφθασε τώρα ο συνολικός φόρος τα 1460 τάλαντα. Δεδομένου ότι τα οικονομικά αποθέματα των Αθηνών είχαν πια εξαντληθεί, δεν υπήρχε άλλη λύση. Για να πληρώνουν οι σύμμαχοι, έπρεπε ο αθηναϊκός στόλος, το πιο πολύτιμο όργανο της δυνάμεως του δήμου, να εξακολουθήσει την θαλασσοκρατορία του. Με την αύξηση του ημερησίου μισθού των ηλιαστών από δύο σε τρεις οβολούς κατόρθωσε ο Κλέων να προσεταιρισθεί το πλήθος των μικροαστών της Αττικής.
Με την κατάληψη της νήσου των Κυθήρων (424) από τον Νικίαν οι επιχειρήσεις πήραν μιαν εξαιρετικά ευνοϊκή για την Αθήνα τροπή, ο αποκλεισμός της Πελοποννήσου ύστερ’ απ’ αυτό ήταν πλήρης και συνεχής, ζήτημα χρόνου φαινόταν πλέον πώς ήταν το πότε θα αναγκαζόταν η Σπάρτη να υποκύψει. Κατά την κρίσιμη στιγμή σωτήρ των Λακεδαιμονίων αποδείχθηκε ο Βρασίδας, ο γιος του Τέλλιδος. Στην Μεθώνη ήδη, κατά τον πρώτο χρόνο του πολέμου, και πιο ύστερα στην Πύλο είχε διακριθεί για την διορατικότητα και την γενναιότητά του. Τώρα του ανέθεσαν την διοίκηση ενός μικρού στρατιωτικού σώματος, το οποίο απεστάλη από την Σπάρτη το 424 σαν επικουρία στους κατοίκους της Χαλκιδικής. Ύστερα από μιαν αξιοθαύμαστη πορεία μέσω του Ισθμού — κατ’ αυτήν αφαιρέθησαν από την Αθήνα τα Μέγαρα, εκτός από το λιμάνι τους, την Νίσαια —, της Βοιωτίας, της Ηρακλείας Τραχίνος και της Θεσσαλίας έφθασε ο Βρασίδας στα μακεδονικά σύνορα. Ο βασιλεύς Περδίκκας Β΄ είχε προετοιμάσει την επιχείρηση διπλωματικά. Ο Σπαρτιάτης στρατηγός είχε τώρα πλήξει την Αθηναϊκή ηγεμονία στην αχίλλειο πτέρνα της: Μαζί του συνενώθηκαν πρώτες από τις χαλκιδικές πόλεις η Άκανθος και τα Στάχειρα· με την κατάληψη της Αμφιπόλεως στην περιοχή του Στρυμόνος, την οποία δεν μπόρεσε να προφυλάξει ο Θουκυδίδης, ο κατοπινός ιστορικός του πολέμου, ως στρατηγός των Αθηναίων — μόνο το επίνειο Ηιών κατωρθώθηκε να διασωθεί — ο Βρασίδας καταρράκωσε την υπόληψη των Αθηνών στα βόρεια του Αιγαίου. Τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου περιήλθαν σ’ αυτόν και η αποστασία των πόλεων στο θρακικό τμήμα της ηγεμονίας εκδηλώθηκε σ’ ευρύτερη κλίμακα (φθινόπωρο του 424). Γενικώτερα ο χρόνος τούτος ήταν άτυχος για την Αθήνα. Μια μεγάλη εκστρατεία που σχεδιάσθηκε κατά της Βοιωτίας απέτυχε. Και κατά την επιστροφή τους οι Αθηναίοι χτυπήθηκαν στο Δήλιο· η αττική φάλαγξ συνετρίβη κυριολεκτικά από ένα αιφνιδιαστικό πλευροκόπημα των Βοιωτών, που είχαν παρατάξει στο δεξιό τους κέρας 25 άνδρες σε βάθος: Τούτη ήταν η μοναδική μεγάλη μάχη ολοκλήρου του δεκάχρονου Αρχιδαμείου πολέμου και κατ’ αυτήν κατατροπώθηκαν οι Αθηναίοι· εδώ έχομε μιαν ακόμη ένδειξη για το πόσο ορθό ήταν το περίκλειο πολεμικό σχέδιο. Στο Δήλιο οι Βοιωτοί εφήρμοσαν για πρώτη φορά την τακτική της «λοξής φάλαγγος», η οποία βελτιώθηκε αργότερα και χρησιμοποιήθηκε με τόση επιτυχία από τον Επαμεινώνδα, έφερε δε κατόπιν γενική αλλαγή στην πολεμική τέχνη των Ελλήνων.
Στην Δύση εξ άλλου, στην Σικελία, η αθηναϊκή επιρροή έχανε διαρκώς έδαφος. Εν όψει των ενισχύσεων που έφερε από την Πύλο στην Σικελία ο αττικός στόλος υπό τον Σοφοκλή και τον Ευρυμέδοντα, παραμέρισαν οι Σικελιώτες Έλληνες τις διαφορές τους κατά το συνέδριο της Γέλας (424), από την στιγμή που ο Συρακούσιος Ερμοκράτης είχε ρίξει μεταξύ των συνέδρων το πύρινο σύνθημα «Η Σικελία για τους Σικελιώτες». Κανείς τώρα πια δεν χρειαζόταν την αττική βοήθεια και ο αθηναϊκός στόλος γύρισε υποχρεωτικά πίσω στην πατρίδα. Κατά το 424/3 φαίνεται πως έγινε αναθεώρηση του αττικού δημοτολογίου, γιατί υπήρχε μια κάπως ευρύτερη ποσότης δημητριακών προς διανομή.
Πολυάριθμες δίκες εναντίον των Αθηναίων στρατηγών (του Λάχητος, του Ευρυμέδοντος, του Σοφοκλέους, του Θουκυδίδου) μας αποκαλύπτουν την νευρικότητα που κατείχε τον δήμο· οι πολίτες δεν ήσαν ικανοποιημένοι με την έκβαση του πολέμου, το φιλοπόλεμο κόμμα έχανε όλο και περισσότερο έδαφος και με την ανακωχή που πέτυχε ο Λάχης το 423 με διάρκεια ενός χρόνου διαγραφόταν ήδη σαν πραγματική η προοπτική της ειρήνης, που τόσο επιθυμούσε το πλήθος. Μετά τον θάνατο του Αρταξέρξη Α΄ οι Αθηναίοι είχαν ανανεώσει την συνθήκη του Καλλία με την Περσία (το 424 ή το αργότερο το 423), έτσι ώστε από τα ανατολικά ήσαν όλα εξασφαλισμένα. Η γρήγορη όμως εξέλιξη των πραγμάτων στην Χαλκιδική ανέτρεψε κάθε προοπτική για την ειρήνη.
Κατά τις ημέρες ακριβώς που υπογραφόταν η
ανακωχή δημιουργήθηκε θέμα για την Σκιώνη, που μόλις είχε αποστατήσει από την
Αθήνα· οι Αθηναίοι απαιτούσαν την επιστροφή της, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εδήλωναν
πως ήσαν πρόθυμοι να δεχθούν παραπομπή της όλης υποθέσεως σε ιδιαίτερη
διαιτησία. Έτσι λοιπόν συνεχίσθηκε ο πόλεμος και ο Κλέων, ο νέος ήρως της
αττικής δημοκρατίας, έδρεπε καινούριες επιτυχίες στον Βορρά: Ήδη το 423/2 ο
Νικίας είχε κατορθώσει να φέρει με το μέρος των Αθηνών τον αιώνια
αμφιταλαντευόμενο Μακεδόνα βασιλέα Περδίκκα Β΄ και επί πλέον είχε συνάψει μαζί
του συνθήκη που τον υποχρέωνε να παρέχει στο αθηναϊκό κράτος ναυπηγήσιμη ξυλεία
από τα δάση του βασιλείου του. Ο Κλέων απέτυχε να καταλάβει την Τορώνη και
άλλες θρακικές πόλεις, μεταξύ των οποίων και η Γαληψός· στην διάρκεια όμως μιας
εκκαθαριστικής κατά της Αμφιπόλεως επιχειρήσεως άφησε τον εαυτό του εντελώς
ακάλυπτο: Εξακόσιοι Αθηναίοι και ο ίδιος ο Κλέων έπεσαν στο πεδίο της μάχης,
ανάμεσα όμως στους λίγους νεκρούς του αντιπάλου ήταν και ο Βρασίδας. Οι
Αμφιπολίτες ίδρυσαν γι’ αυτόν μνημείο στην αγορά τους και του απένειμαν ηρωικές
τιμές.
Με τον θάνατο του Κλέωνος και του Βρασίδα εξουδετερώθηκε το βασικό εμπόδιο για μια ειρηνική διευθέτηση των πραγμάτων. Στην Αθήνα ανέλαβε τώρα την πρωτοβουλία φιλειρηνικό κόμμα υπό τον Νικία και στην Σπάρτη, όπου περίμεναν σύντομα την δημιουργία σοβαρών προβλημάτων με τον προαιώνιο εχθρό, το Άργος, γιατί πλησίαζε το τέλος της τριακονταετούς ειρήνης, ήσαν εξ ίσου πρόθυμοι να διαπραγματευθούν. Η Σπάρτη απαιτούσε την επιστροφή των αιχμαλώτων της Σφακτηρίας και την εκκένωση της Πύλου, των Κυθήρων και των Μεθάνων· από το άλλο μέρος ήταν πρόθυμη να δεχθεί την απόδοση στους Αθηναίους όλων εκείνων των πόλεων που κατά την διάρκεια του πολέμου είχαν αποχωρήσει από την αθηναϊκή ηγεμονία και είχαν μεταπηδήσει στο πελοποννησιακό στρατόπεδο. Παρά την αντίδραση των Αθηναίων ριζοσπαστικών, που είχαν επί κεφαλής τον Υπέρβολο — έναν κατασκευαστή λύχνων — και τον Πείσανδρο, κατορθώθηκε, αφού εν τω μεταξύ η Σπάρτη έδειξε μ’ ένα τελεσίγραφό της ότι παρέμενε σταθερή στις απόψεις της, να συναφθεί, τον Απρίλιο του 421, μια πεντηκονταετής ειρήνη (σπονδαί) μεταξύ Αθηναίων, Λακεδαιμονίων και των εκατέρωθεν συμμάχων.
Αναμφισβήτητα η «Νικίειος ειρήνη» ήταν μια σημαντική επιτυχία για την Αθήνα. Ο σκοπός, εξ αιτίας του οποίου ο Περικλής είχε δεχθεί τον πόλεμο, η υπεράσπιση δηλαδή των κτήσεων της ηγεμονίας, είχεν επιτευχθεί. Αντίθετα το σύνθημα για την ελευθερία και την αυτονομία των Ελλήνων, που είχε διακηρυχθεί από τους Πελοποννησίους, αποδεικνυόταν τώρα κενό σχήμα. Βέβαια η Αττική βρισκόταν ερημωμένη και οι βαρείες απώλειες του αθηναϊκού πληθυσμού από τον λοιμό δεν είχαν ακόμη καλυφθεί. Στην δομή εξ άλλου της Ηγεμονίας είχαν παρουσιασθεί, ιδιαίτερα στην περιφέρεια της Θράκης, επικίνδυνα ραγίσματα. Ο χρόνος θα έδειχνε αν η Αθήνα είχε τις δυνατότητες να εξουδετερώσει τις φυγόκεντρες τάσεις που εκδηλώνονταν σ’ ένα τμήμα των υπηκόων της, και μάλιστα όχι με την δύναμη των όπλων, αλλά περισσότερο με την παγίωση κάποιας νέας συνεκτικής ιδέας. Τούτη ακριβώς χρειαζόταν πιο πολύ από κάθε τι άλλο, γιατί προς το παρόν δεν είχε δοθεί ακόμη η αποφασιστική λύση στον δυαδικό ανταγωνισμό των ελληνικών δυνάμεων.
Hermann Bengtson, Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος, Εκδόσεις Μέλισσα
Με τον θάνατο του Κλέωνος και του Βρασίδα εξουδετερώθηκε το βασικό εμπόδιο για μια ειρηνική διευθέτηση των πραγμάτων. Στην Αθήνα ανέλαβε τώρα την πρωτοβουλία φιλειρηνικό κόμμα υπό τον Νικία και στην Σπάρτη, όπου περίμεναν σύντομα την δημιουργία σοβαρών προβλημάτων με τον προαιώνιο εχθρό, το Άργος, γιατί πλησίαζε το τέλος της τριακονταετούς ειρήνης, ήσαν εξ ίσου πρόθυμοι να διαπραγματευθούν. Η Σπάρτη απαιτούσε την επιστροφή των αιχμαλώτων της Σφακτηρίας και την εκκένωση της Πύλου, των Κυθήρων και των Μεθάνων· από το άλλο μέρος ήταν πρόθυμη να δεχθεί την απόδοση στους Αθηναίους όλων εκείνων των πόλεων που κατά την διάρκεια του πολέμου είχαν αποχωρήσει από την αθηναϊκή ηγεμονία και είχαν μεταπηδήσει στο πελοποννησιακό στρατόπεδο. Παρά την αντίδραση των Αθηναίων ριζοσπαστικών, που είχαν επί κεφαλής τον Υπέρβολο — έναν κατασκευαστή λύχνων — και τον Πείσανδρο, κατορθώθηκε, αφού εν τω μεταξύ η Σπάρτη έδειξε μ’ ένα τελεσίγραφό της ότι παρέμενε σταθερή στις απόψεις της, να συναφθεί, τον Απρίλιο του 421, μια πεντηκονταετής ειρήνη (σπονδαί) μεταξύ Αθηναίων, Λακεδαιμονίων και των εκατέρωθεν συμμάχων.
Αναμφισβήτητα η «Νικίειος ειρήνη» ήταν μια σημαντική επιτυχία για την Αθήνα. Ο σκοπός, εξ αιτίας του οποίου ο Περικλής είχε δεχθεί τον πόλεμο, η υπεράσπιση δηλαδή των κτήσεων της ηγεμονίας, είχεν επιτευχθεί. Αντίθετα το σύνθημα για την ελευθερία και την αυτονομία των Ελλήνων, που είχε διακηρυχθεί από τους Πελοποννησίους, αποδεικνυόταν τώρα κενό σχήμα. Βέβαια η Αττική βρισκόταν ερημωμένη και οι βαρείες απώλειες του αθηναϊκού πληθυσμού από τον λοιμό δεν είχαν ακόμη καλυφθεί. Στην δομή εξ άλλου της Ηγεμονίας είχαν παρουσιασθεί, ιδιαίτερα στην περιφέρεια της Θράκης, επικίνδυνα ραγίσματα. Ο χρόνος θα έδειχνε αν η Αθήνα είχε τις δυνατότητες να εξουδετερώσει τις φυγόκεντρες τάσεις που εκδηλώνονταν σ’ ένα τμήμα των υπηκόων της, και μάλιστα όχι με την δύναμη των όπλων, αλλά περισσότερο με την παγίωση κάποιας νέας συνεκτικής ιδέας. Τούτη ακριβώς χρειαζόταν πιο πολύ από κάθε τι άλλο, γιατί προς το παρόν δεν είχε δοθεί ακόμη η αποφασιστική λύση στον δυαδικό ανταγωνισμό των ελληνικών δυνάμεων.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου