Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑπισχνέομαι /ὑπισχνοῦμαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑπισχνέομαι /ὑπισχνοῦμαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Rebecca Jenkins
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑπισχνέομαι /ὑπισχνοῦμαι»   
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὑπισχνοῦμαι, ὑπισχνεῖ / ὑπισχνῇ, ὑπισχνεῖται, ὑπισχνούμεθα, ὑπισχνεῖσθαι, ὑπισχνοῦνται
Υποτακτική
ὑπισχνῶμαι, ὑπισχνῇ, ὑπισχνῆται, ὑπισχνώμεθα, ὑπισχνῆσθε, ὑπισχνῶνται
Ευκτική
ὑπισχνοίμην, ὑπισχνοῖο, ὑπισχνοῖτο, ὑπισχνοίμεθα, ὑπισχνοῖσθε, ὑπισχνοῖντο
Προστακτική
---, ὑπισχνοῦ, ὑπισχνείσθω, ---, ὑπισχνεῖσθε, ὑπισχνείσθων ή ὑπισχνείσθωσαν
Απαρέμφατο
ὑπισχνεῖσθαι
Μετοχή
ὑπισχνούμενος, ὑπισχνουμένη, ὑπισχνούμενον
 
Παρατατικός
ὑπισχνούμην, ὑπισχνοῦ, ὑπισχνεῖτο, ὑπισχνούμεθα, ὑπισχνεῖσθε, ὑπισχνοῦντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὑποσχήσομαι, ὑποσχήσῃ / ὑποσχήσει, ὑποσχήσεται, ὑποσχησόμεθα, ὑποσχήσεσθε, ἡγήσονται
Ευκτική
ὑποσχησοίμην, ὑποσχήσοιο, ὑποσχήσοιτο, ὑποσχησοίμεθα, ὑποσχήσοισθε, ὑποσχήσοιντο
Απαρέμφατο
ὑποσχήσεσθαι
Μετοχή
ὑποσχησόμενος
ὑποσχησομένη
ὑποσχησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ὑπεσχόμην, ὑπέσχου, ὑπέσχετο, ὑπεσχόμεθα, ὑπέσχεσθε, ὑπέσχοντο
Υποτακτική
ὑπόσχωμαι, ὑπόσχῃ, ὑπόσχηται, ὑποσχώμεθα, ὑπόσχησθε, ὑπόσχωνται
Ευκτική
ὑποσχοίμην, ὑπόσχοιο, ὑπόσχοιτο, ὑποσχοίμεθα, ὑπόσχοισθε, ὑπόσχοιντο
Προστακτική
---, ὑπόσχου, ὑποσχέσθω, ---, ὑπόσχεσθε, ὑποσχέσθων ή ὑποσχέσθωσαν
Απαρέμφατο
ὑποσχέσθαι
Μετοχή
ὑποσχόμενος
ὑποσχομένη
ὑποσχόμενον
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὑπέσχημαι, ὑπέσχησαι, ὑπέσχηται, ὑπεσχήμεθα, ὑπέσχησθε, ὑπέσχηνται  
 
Υποτακτική
ὑπεσχημένος- ὑπεσχημένη-ὑπεσχημένον ὦ
ὑπεσχημένος- ὑπεσχημένη-ὑπεσχημένον ᾖς
ὑπεσχημένος- ὑπεσχημένη-ὑπεσχημένον ᾖ
ὑπεσχημένοι- ὑπεσχημέναι-ὑπεσχημένα ὦμεν
ὑπεσχημένοι- ὑπεσχημέναι-ὑπεσχημένα ἦτε
ὑπεσχημένοι- ὑπεσχημέναι-ὑπεσχημένα ὦσι
 
Ευκτική
ὑπεσχημένος- ὑπεσχημένη-ὑπεσχημένον εἴην
ὑπεσχημένος- ὑπεσχημένη-ὑπεσχημένον εἴης
ὑπεσχημένος- ὑπεσχημένη-ὑπεσχημένον εἴη
ὑπεσχημένοι- ὑπεσχημέναι-ὑπεσχημένα εἴημεν (εἶμεν)
ὑπεσχημένοι- ὑπεσχημέναι-ὑπεσχημένα εἴητε (εἶτε)
ὑπεσχημένοι- ὑπεσχημέναι-ὑπεσχημένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ὑπέσχησο, ὑπεσχήσθω, --- ὑπέσχησθε, ὑπεσχήσθων ή ὑπεσχήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ὑπεσχῆσθαι
Μετοχή
ὑπεσχημένος,
ὑπεσχημένη,
ὑπεσχημένον
 
Υπερσυντέλικος
ὑπεσχήμην, ὑπέσχησο, ὑπέσχητο, ὑπεσχήμεθα, ὑπέσχησθε, ὑπέσχηντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου