Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φεύγω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φεύγω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Ata Alishahi 


Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φεύγω»   
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
φεύγω, φεύγεις, φεύγει, φεύγομεν, φεύγετε, φεύγουσι(ν)
Υποτακτική
φεύγω, φεύγῃς, φεύγῃ, φεύγωμεν, φεύγητε, φεύγωσι(ν)
Ευκτική
φεύγοιμι, φεύγοις, φεύγοι, φεύγοιμεν, φεύγοιτε, φεύγοιεν
Προστακτική
---, φεῦγε, φευγέτω, ---, φεύγετε, φευγόντων (ή φευγέτωσαν)
Απαρέμφατο
φεύγειν
Μετοχή
φεύγων, φεύγουσα, φεῦγον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔφευγον, ἔφευγες, ἔφευγε, ἐφεύγομεν, ἐφεύγετε, ἔφευγον
 
Μέλλοντας
Οριστική
φεύξομαι, φεύξῃ /φεύξει, φεύξεται, φευξόμεθα, φεύξεσθε, φεύξονται
Ευκτική
φευξοίμην, φεύξοιο, φεύξοιτο, φευξοίμεθα, φεύξοισθε, φεύξοιντο
Απαρέμφατο
φεύξεσθαι
Μετοχή
φευξόμενος, φευξομένη, φευξόμενον
 
& Μέλλοντας (δωρικός)
Οριστική
φευξοῦμαι, φευξῇ/φευξεῖ, φευξεῖται, φευξοῦμεθα, φευξεῖσθε, φευξοῦνται
Ευκτική
φευξοίμην, φευξοῖο, φευξοῖτο, φευξοίμεθα, φευξοῖσθε, φευξοῖντο
Απαρέμφατο
φευξεῖσθαι
Μετοχή
φευξούμενος
φευξουμένη
φευξούμενον
 
ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄
Οριστική
ἔφυγον, ἔφυγες, ἔφυγε(ν), ἐφύγομεν, ἐφύγετε, ἔφυγον
Υποτακτική
φύγω, φύγῃς, φύγῃ, φύγωμεν, φύγητε, φύγωσι(ν)
Ευκτική
φύγοιμι, φύγοις, φύγοι, φύγοιμεν, φύγοιτε, φύγοιεν
Προστακτική
---, φύγε, φυγέτω, ---, φύγετε, φυγόντων (ή φυγέτωσαν)
Απαρέμφατο
φυγεῖν
Μετοχή
φυγών, φυγοῦσα, φυγόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πέφευγα, πέφευγας, πέφευγε, πεφεύγαμεν, πεφεύγατε, πεφεύγασι(ν)
 
Υποτακτική
πεφευγώς- πεφευγυῖα- πεφευγός ὦ
πεφευγώς- πεφευγυῖα- πεφευγός ᾖς
πεφευγώς- πεφευγυῖα- πεφευγός ᾖ
πεφευγότες- πεφευγυῖαι- πεφευγότα ὦμεν
πεφευγότες- πεφευγυῖαι- πεφευγότα ἦτε
πεφευγότες- πεφευγυῖαι- πεφευγότα ὦσι
 
Ευκτική
πεφευγώς- πεφευγυῖα- πεφευγός εἴην
πεφευγώς- πεφευγυῖα- πεφευγός εἴης
πεφευγώς- πεφευγυῖα- πεφευγός εἴη
πεφευγότες- πεφευγυῖαι- πεφευγότα εἴημεν (εἶμεν)
πεφευγότες- πεφευγυῖαι- πεφευγότα εἴητε (εἶτε)
πεφευγότες- πεφευγυῖαι- πεφευγότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
πεφευγώς- πεφευγυῖα- πεφευγός ἴσθι
πεφευγώς- πεφευγυῖα- πεφευγός ἔστω
---
πεφευγότες- πεφευγυῖαι- πεφευγότα ἔστε
πεφευγότες- πεφευγυῖαι- πεφευγότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
πεφευγέναι
Μετοχή
πεφευγώς- πεφευγυῖα- πεφευγός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐπεφεύγειν, ἐπεφεύγεις, ἐπεφεύγει, ἐπεφεύγεμεν, ἐπεφεύγετε, ἐπεφεύγεσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου