Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τρέχω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τρέχω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Neil McBride

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τρέχω»
 
Ενεστώτας
Οριστική
τρέχω, τρέχεις, τρέχει, τρέχομεν, τρέχετε, τρέχουσι(ν)
Υποτακτική
τρέχω, τρέχῃς, τρέχῃ, τρέχωμεν, τρέχητε, τρέχωσι(ν)
Ευκτική
τρέχοιμι, τρέχοις, τρέχοι, τρέχοιμεν, τρέχοιτε, τρέχοιεν
Προστακτική
---, τρέχε, τρεχέτω, ---, τρέχετε, τρεχόντων (ή τρεχέτωσαν)
Απαρέμφατο
τρέχειν
Μετοχή
τρέχων, τρέχουσα, τρέχον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔτρεχον, ἔτρεχες, ἔτρεχε, ἐτρέχομεν, ἐτρέχετε, ἔτρεχον
 
Μέλλοντας
Οριστική
δραμοῦμαι, δραμῇ/δραμεῖ, δραμεῖται, δραμοῦμεθα, δραμεῖσθε, δραμοῦνται
Ευκτική
δραμοίμην, δραμοῖο, δραμοῖτο, δραμοίμεθα, δραμοῖσθε, δραμοῖντο
Απαρέμφατο
δραμεῖσθαι
Μετοχή
δραμούμενος
δραμουμένη
δραμούμενον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἔδραμον, ἔδραμες, ἔδραμε(ν), ἐδράμομεν, ἐδράμετε, ἔδραμον
Υποτακτική
δράμω, δράμῃς, δράμῃ, δράμωμεν, δράμητε, δράμωσι(ν)
Ευκτική
δράμοιμι, δράμοις, δράμοι, δράμοιμεν, δράμοιτε, δράμοιεν
Προστακτική
---, δράμε, δραμέτω, ---, δράμετε, δραμόντων (ή δραμέτωσαν)
Απαρέμφατο
δραμεῖν
Μετοχή
δραμών, δραμοῦσα, δραμόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδράμηκα, δεδράμηκας, δεδράμηκε, δεδραμήκαμεν, δεδραμήκατε, δεδραμήκασι(ν)
 
Υποτακτική
δεδραμηκώς- δεδραμηκυῖα- δεδραμηκός ὦ
δεδραμηκώς- δεδραμηκυῖα- δεδραμηκός ᾖς
δεδραμηκώς- δεδραμηκυῖα- δεδραμηκός ᾖ
δεδραμηκότες- δεδραμηκυῖαι- δεδραμηκότα ὦμεν
δεδραμηκότες- δεδραμηκυῖαι- δεδραμηκότα ἦτε
δεδραμηκότες- δεδραμηκυῖαι- δεδραμηκότα ὦσι
 
Ευκτική
δεδραμηκώς- δεδραμηκυῖα- δεδραμηκός εἴην
δεδραμηκώς- δεδραμηκυῖα- δεδραμηκός εἴης
δεδραμηκώς- δεδραμηκυῖα- δεδραμηκός εἴη
δεδραμηκότες- δεδραμηκυῖαι- δεδραμηκότα εἴημεν (εἶμεν)
δεδραμηκότες- δεδραμηκυῖαι- δεδραμηκότα εἴητε (εἶτε)
δεδραμηκότες- δεδραμηκυῖαι- δεδραμηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
δεδραμηκώς- δεδραμηκυῖα- δεδραμηκός ἴσθι
δεδραμηκώς- δεδραμηκυῖα- δεδραμηκός ἔστω
---
δεδραμηκότες- δεδραμηκυῖαι- δεδραμηκότα ἔστε
δεδραμηκότες- δεδραμηκυῖαι- δεδραμηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
δεδραμηκέναι
Μετοχή
δεδραμηκώς- δεδραμηκυῖα- δεδραμηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδραμήκειν, ἐδεδραμήκεις, ἐδεδραμήκει, ἐδεδραμήκεμεν, ἐδεδραμήκετε, ἐδεδραμήκεσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου