Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀκούω / ἀκούομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀκούω / ἀκούομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

David Ridley 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀκούω / ἀκούομαι»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀκούω, ἀκούεις, ἀκούει, ἀκούομεν, ἀκούετε, ἀκούουσι(ν)
Υποτακτική
ἀκούω, ἀκούῃς, ἀκούῃ, ἀκούωμεν, ἀκούητε, ἀκούωσι(ν)
Ευκτική
ἀκούοιμι, ἀκούοις, ἀκούοι, ἀκούοιμεν, ἀκούοιτε, ἀκούοιεν
Προστακτική
---, ἄκουε, ἀκουέτω, ---, ἀκούετε, ἀκουόντων (ή ἀκουέτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀκούειν
Μετοχή
ἀκούων, ἀκούουσα, ἀκούον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἤκουον, ἤκουες, ἤκουε, ἠκούομεν, ἠκούετε, ἤκουον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀκούσομαι, ἀκούσῃ/ἀκούσει, ἀκούσεται, ἀκουσόμεθα, ἀκούσεσθε, ἀκούσονται
Ευκτική
ἀκουσοίμην, ἀκούσοιο, ἀκούσοιτο, ἀκουσοίμεθα, ἀκούσοισθε, ἀκούσοιντο
Απαρέμφατο
ἀκούσεσθαι
Μετοχή
ἀκουσόμενος
ἀκουσομένη
ἀκουσόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἤκουσα, ἤκουσας, ἤκουσε(ν), ἠκούσαμεν, ἠκούσατε, ἤκουσαν
Υποτακτική
ἀκούσω, ἀκούσῃς, ἀκούσῃ, ἀκούσωμεν, ἀκούσητε, ἀκούσωσι(ν)
Ευκτική
ἀκούσαιμι, ἀκούσαις / ἀκούσειας, ἀκοῦσαι / ἀκούσειε(ν), ἀκούσαιμεν, ἀκούσαιτε, ἀκούσαιεν / ἀκούσειαν
Προστακτική
---, ἄκουσον, ἀκουσάτω, ---, ἀκούσατε, ἀκουσάντων (ή ἀκουσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀκοῦσαι
Μετοχή
ἀκούσας, ἀκούσασα, ἀκοῦσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἀκήκοα, ἀκήκοας, ἀκήκοε, ἀκηκόαμεν, ἀκηκόατε, ἀκηκόασι(ν)
 
Υποτακτική
ἀκηκοώς- ἀκηκουῖα- ἀκηκοός ὦ
ἀκηκοώς- ἀκηκουῖα- ἀκηκοός ᾖς
ἀκηκοώς- ἀκηκουῖα- ἀκηκοός ᾖ
ἀκηκοότες- ἀκηκουῖαι- ἀκηκοότα ὦμεν
ἀκηκοότες- ἀκηκουῖαι- ἀκηκοότα ἦτε
ἀκηκοότες- ἀκηκουῖαι- ἀκηκοότα ὦσι
 
Ευκτική
ἀκηκοώς- ἀκηκουῖα- ἀκηκοός εἴην
ἀκηκοώς- ἀκηκουῖα- ἀκηκοός εἴης
ἀκηκοώς- ἀκηκουῖα- ἀκηκοός εἴη
ἀκηκοότες- ἀκηκουῖαι- ἀκηκοότα εἴημεν (εἶμεν)
ἀκηκοότες- ἀκηκουῖαι- ἀκηκοότα εἴητε (εἶτε)
ἀκηκοότες- ἀκηκουῖαι- ἀκηκοότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἀκηκοώς- ἀκηκουῖα- ἀκηκοός ἴσθι
ἀκηκοώς- ἀκηκουῖα- ἀκηκοός ἔστω
---
ἀκηκοότες- ἀκηκουῖαι- ἀκηκοότα ἔστε
ἀκηκοότες- ἀκηκουῖαι- ἀκηκοότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἀκηκοέναι
Μετοχή
ἀκηκοώς- ἀκηκουῖα- ἀκηκοός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἠκηκόειν, ἠκηκόεις, ἠκηκόει, ἠκηκόεμεν, ἠκηκόετε, ἠκηκόεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀκούομαι, ἀκούῃ/ἀκούει, ἀκούεται, ἀκουόμεθα, ἀκούεσθε, ἀκούονται
Υποτακτική
ἀκούωμαι, ἀκούῃ, ἀκούηται, ἀκουώμεθα, ἀκούησθε, ἀκούωνται
Ευκτική
ἀκουοίμην, ἀκούοιο, ἀκούοιτο, ἀκουοίμεθα, ἀκούοισθε, ἀκούοιντο
Προστακτική
---, ἀκούου, ἀκουέσθω, ---, ἀκούεσθε, ἀκουέσθων ή ἀκουέσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀκούεσθαι
Μετοχή
ἀκουόμενος
ἀκουομένη
ἀκουόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἠκουόμην, ἠκούου, ἠκούετο, ἠκουόμεθα, ἠκούεσθε, ἠκούοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ἀκουσθήσομαι, ἀκουσθήσῃ / ἀκουσθήσει, ἀκουσθήσεται, ἀκουσθησόμεθα, ἀκουσθήσεσθε, ἀκουσθήσονται
Ευκτική
ἀκουσθησοίμην, ἀκουσθήσοιο, ἀκουσθήσοιτο, ἀκουσθησοίμεθα, ἀκουσθήσοισθε, ἀκουσθήσοιντο
Απαρέμφατο
ἀκουσθήσεσθαι
Μετοχή
ἀκουσθησόμενος
ἀκουσθησομένη
ἀκουσθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἠκουσάμην, ἠκούσω, ἠκούσατο, ἠκουσάμεθα, ἠκούσασθε, ἠκούσαντο
Υποτακτική
ἀκούσωμαι, ἀκούσῃ, ἀκούσηται, ἀκουσώμεθα, ἀκούσησθε, ἀκούσωνται
Ευκτική
ἀκουσαίμην, ἀκούσαιο, ἀκούσαιτο, ἀκουσαίμεθα, ἀκούσαισθε, ἀκούσαιντο
Προστακτική
---, ἄκουσαι, ἀκουσάσθω, ---, ἀκούσασθε, ἀκουσάσθων ή ἀκουσάσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀκούσασθαι
Μετοχή
ἀκουσάμενος
ἀκουσαμένη
ἀκουσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἠκούσθην, ἠκούσθης, ἠκούσθη, ἠκούσθημεν, ἠκούσθητε, ἠκούσθησαν
Υποτακτική
ἀκουσθῶ, ἀκουσθῇς, ἀκουσθῇ, ἀκουσθῶμεν, ἀκουσθῆτε, ἀκουσθῶσι(ν)
Ευκτική
ἀκουσθείην, ἀκουσθείης, ἀκουσθείη, ἀκουσθείημεν ή ἀκουσθεῖμεν, ἀκουσθείητε ή ἀκουσθεῖτε, ἀκουσθείησαν ή ἀκουσθεῖεν
Προστακτική
---, ἀκούσθητι, ἀκουσθήτω, ---, ἀκούσθητε, ἀκουσθέντων ή ἀκουσθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἀκουσθῆναι
Μετοχή
ἀκουσθείς
ἀκουσθεῖσα
ἀκουσθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἤκουσμαι, ἤκουσαι, ἤκουσται, ἠκούσμεθα, ἤκουσθε, ἠκουσμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ἠκουσμένος- ἠκουσμένη-ἠκουσμένον ὦ
ἠκουσμένος- ἠκουσμένη-ἠκουσμένον ᾖς
ἠκουσμένος- ἠκουσμένη-ἠκουσμένον ᾖ
ἠκουσμένοι- ἠκουσμέναι-ἠκουσμένα ὦμεν
ἠκουσμένοι- ἠκουσμέναι-ἠκουσμένα ἦτε
ἠκουσμένοι- ἠκουσμέναι-ἠκουσμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἠκουσμένος- ἠκουσμένη-ἠκουσμένον εἴην
ἠκουσμένος- ἠκουσμένη-ἠκουσμένον εἴης
ἠκουσμένος- ἠκουσμένη-ἠκουσμένον εἴη
ἠκουσμένοι- ἠκουσμέναι-ἠκουσμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἠκουσμένοι- ἠκουσμέναι-ἠκουσμένα εἴητε (εἶτε)
ἠκουσμένοι- ἠκουσμέναι-ἠκουσμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἤκουσο, ἠκούσθω, --- ἤκουσθε, ἠκούσθων ή ἠκούσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἠκοῦσθαι
Μετοχή
ἠκουσμένος,
ἠκουσμένη,
ἠκουσμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἠκούσμην, ἤκουσο, ἤκουστο, ἠκούσμεθα, ἤκουσθε, ἠκουσμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου