Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κατάγνυμι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κατάγνυμι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Dina Belenko 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κατάγνυμι»
 
κατάγνυμι = σπάω, τσακίζω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κατάγνυμι, κατάγνυς, κατάγνυσι, κατάγνυμεν, κατάγνυτε, καταγνύασι(ν)
Υποτακτική
καταγνύω, καταγνύῃς, καταγνύῃ, καταγνύωμεν, καταγνύητε, καταγνύωσι(ν)
Ευκτική
καταγνύοιμι, καταγνύοις, καταγνύοι, καταγνύοιμεν, καταγνύοιτε, καταγνύοιεν
Προστακτική
---, κατάγνυ, καταγνύτω, ---, κατάγνυτε, καταγνύντων (ή καταγνύτωσαν)
Απαρέμφατο
καταγνύναι
Μετοχή
καταγνύς, καταγνῦσα, καταγνύν
 
Μέλλοντας
Οριστική
κατάξω, κατάξεις, κατάξει, κατάξομεν, κατάξετε, κατάξουσι(ν)
Ευκτική
κατάξοιμι, κατάξοις, κατάξοι, κατάξοιμεν, κατάξοιτε, κατάξοιεν
Απαρέμφατο
κατάξειν
Μετοχή
κατάξων, κατάξουσα, κατᾶξον
 
Αόριστος
Οριστική
κατέαξα, κατέαξας, κατέαξε(ν), κατεάξαμεν, κατεάξατε, κατέαξαν
Υποτακτική
κατάξω, κατάξῃς, κατάξῃ, κατάξωμεν, κατάξητε, κατάξωσι(ν)
Ευκτική
κατάξαιμι, κατάξαις ή κατάξειας, κατάξαι ή κατάξειε, κατάξαιμεν, κατάξαιτε, κατάξαιεν ή κατάξειαν
Προστακτική
---, κάταξον, καταξάτω, ---, κατάξατε, καταξάντων (ή καταξάτωσαν)
Απαρέμφατο
κατάξαι
Μετοχή
κατάξας, κατάξασα, κατᾶξαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κατάγνυμαι, κατάγνυσαι, κατάγνυται, καταγνύμεθα, κατάγνυσθε, κατάγνυνται
Υποτακτική
καταγνύωμαι, καταγνύῃ, καταγνύηται, καταγνυώμεθα, καταγνύησθε, καταγνύωνται
Ευκτική
καταγνυοίμην, καταγνύοιο, καταγνύοιτο, καταγνυοίμεθα, καταγνύοισθε, καταγνύοιντο
Προστακτική
---, κατάγνυσο, καταγνύσθω, ---, κατάγνυσθε, καταγνύσθων ή καταγνύσθωσαν
Απαρέμφατο
κατάγνυσθαι
Μετοχή
καταγνύμενος
καταγνυμένη
καταγνύμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
κατεάγην, κατεάγης, κατεάγη, κατεάγημεν, κατεάγητε, κατεάγησαν
Υποτακτική
καταγῶ, καταγῇς, καταγῇ, καταγῶμεν, καταγῆτε, καταγῶσι(ν)
Ευκτική
καταγείην, καταγείης, καταγείη, καταγείημεν ή καταγεῖμεν, καταγείητε ή καταγεῖτε, καταγείησαν ή καταγεῖεν
Προστακτική
---, κατάγηθι, καταγήτω, ---, κατάγητε, καταγέντων ή καταγήτωσαν
Απαρέμφατο
καταγῆναι
Μετοχή
καταγείς
καταγεῖσα
καταγέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κατέαγα, κατέαγας, κατέαγε(ν), κατεάγαμεν, κατεάγατε, κατεάγασι(ν)
 
Υποτακτική
κατεαγώς- κατεαγυῖα- κατεαγός ὦ
κατεαγώς- κατεαγυῖα- κατεαγός ᾖς
κατεαγώς- κατεαγυῖα- κατεαγός ᾖ
κατεαγότες- κατεαγιυῖαι- κατεαγότα ὦμεν
κατεαγότες- κατεαγιυῖαι- κατεαγότα ἦτε
κατεαγότες- κατεαγιυῖαι- κατεαγότα ὦσι
 
Ευκτική
κατεαγώς- κατεαγυῖα- κατεαγός εἴην
κατεαγώς- κατεαγυῖα- κατεαγός εἴης
κατεαγώς- κατεαγυῖα- κατεαγός εἴη
κατεαγότες- κατεαγιυῖαι- κατεαγότα εἴημεν (εἶμεν)
κατεαγότες- κατεαγιυῖαι- κατεαγότα εἴητε (εἶτε)
κατεαγότες- κατεαγιυῖαι- κατεαγότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
κατεαγώς- κατεαγυῖα- κατεαγός ἴσθι
κατεαγώς- κατεαγυῖα- κατεαγός ἔστω
---
κατεαγότες- κατεαγιυῖαι- κατεαγότα ἔστε
κατεαγότες- κατεαγιυῖαι- κατεαγότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
κατεαγέναι
Μετοχή
κατεαγώς- κατεαγυῖα- κατεαγός

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου