Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁρκίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁρκίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁρκίζω»
 
ὁρκίζω: βάζω κάποιον να ορκιστεί
Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο.
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὁρκίζω, ὁρκίζεις, ὁρκίζει, ὁρκίζομεν, ὁρκίζετε, ὁρκίζουσι(ν)
Υποτακτική
ὁρκίζω, ὁρκίζῃς, ὁρκίζῃ, ὁρκίζωμεν, ὁρκίζητε, ὁρκίζωσι(ν)
Ευκτική
ὁρκίζοιμι, ὁρκίζοις, ὁρκίζοι, ὁρκίζοιμεν, ὁρκίζοιτε, ὁρκίζοιεν
Προστακτική
---, ὅρκιζε, ὁρκιζέτω, ---, ὁρκίζετε, ὁρκιζόντων ή ὁρκιζέτωσαν
Απαρέμφατο
ὁρκίζειν
Μετοχή
ὁρκίζων, ὁρκίζουσα, ὁρκίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
ὥρκιζον, ὥρκιζες, ὥρκιζε, ὡρκίζομεν, ὡρκίζετε, ὥρκιζον
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὁρκίζομαι, ὁρκίζῃ ή ὁρκίζει, ὁρκίζεται, ὁρκιζόμεθα, ὁρκίζεσθε, ὁρκίζονται
Υποτακτική
ὁρκίζωμαι, ὁρκίζῃ, ὁρκίζηται, ὁρκιζώμεθα, ὁρκίζησθε, ὁρκίζωνται
Ευκτική
ὁρκιζοίμην, ὁρκίζοιο, ὁρκίζοιτο, ὁρκιζοίμεθα, ὁρκίζοισθε, ὁρκίζοιντο
Προστακτική
---, ὁρκίζου, ὁρκιζέσθω, ---, ὁρκίζεσθε, ὁρκιζέσθων ή ὁρκιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
ὁρκίζεσθαι
Μετοχή
ὁρκιζόμενος
ὁρκιζομένη
ὁρκιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ὡρκιζόμην, ὡρκίζου, ὡρκίζετο, ὡρκιζόμεθα, ὡρκίζεσθε, ὡρκίζοντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ὡρκίσθην, ὡρκίσθης, ὡρκίσθη, ὡρκίσθημεν, ὡρκίσθητε, ὡρκίσθησαν
Υποτακτική
ὁρκισθῶ, ὁρκισθῇς, ὁρκισθῇ, ὁρκισθῶμεν, ὁρκισθῆτε, ὁρκισθῶσι(ν)
Ευκτική
ὁρκισθείην, ὁρκισθείης, ὁρκισθείη, ὁρκισθείημεν ή ὁρκισθεῖμεν, ὁρκισθείητε ή ὁρκισθεῖτε, ὁρκισθείησαν ή ὁρκισθεῖεν
Προστακτική
---, ὁρκίσθητι, ὁρκισθήτω, ---, ὁρκίσθητε, ὁρκισθέντων ή ὁρκισθήτωσαν
Απαρέμφατο
ὁρκισθῆναι
Μετοχή
ὁρκισθείς
ὁρκισθεῖσα
ὁρκισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὥρκισμαι, ὥρκισαι, ὥρκισται, ὡρκίσμεθα, ὥρκισθε, ὡρκισμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ὡρκισμένος- ὡρκισμένη- ὡρκισμένον ὦ
ὡρκισμένος- ὡρκισμένη- ὡρκισμένον ᾖς
ὡρκισμένος- ὡρκισμένη- ὡρκισμένον ᾖ
ὡρκισμένοι- ὡρκισμέναι- ὡρκισμένα ὦμεν
ὡρκισμένοι- ὡρκισμέναι- ὡρκισμένα ἦτε
ὡρκισμένοι- ὡρκισμέναι- ὡρκισμένα ὦσι
 
Ευκτική
ὡρκισμένος- ὡρκισμένη- ὡρκισμένον εἴην
ὡρκισμένος- ὡρκισμένη- ὡρκισμένον εἴης
ὡρκισμένος- ὡρκισμένη- ὡρκισμένον εἴη
ὡρκισμένοι- ὡρκισμέναι- ὡρκισμένα εἴημεν (εἶμεν)
ὡρκισμένοι- ὡρκισμέναι- ὡρκισμένα εἴητε (εἶτε)
ὡρκισμένοι- ὡρκισμέναι- ὡρκισμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ὥρκισο, ὡρκίσθω, --- ὥρκισθε, ὡρκίσθων ή ὡρκίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ὡρκίσθαι
Μετοχή
ὡρκισμένος,
ὡρκισμένη,
ὡρκισμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου