Φρίντριχ Νίτσε «Η γέννηση της τραγωδίας» [απόσπασμα]
Η οδυνηρότερη μορφή του ελληνικού θεάτρου, ο δυστυχισμένος Οιδίποδας, ερμηνεύεται απ’ το Σοφοκλή, σα μια ευγενική και γενναιόδωρη μορφή, πού ‘ναι καταδικασμένη, παρά τη σοφία της, στην πλάνη και στην αθλιότητα, μα που τελικά, χάρη ακριβώς στα φρικαλέα του μαρτύρια, ασκεί γύρω του μια μαγική ευεργετική δύναμη, που η ενέργειά της συνεχίζεται ακόμα και μετά το θάνατό του. «Ο ευγενικός άνθρωπος δεν αμαρτάνει» να τί θέλει να μας πει ο βαθυστόχαστος ποιητής. Οι πράξεις του μπορεί να εκμηδενίζουν τους νόμους, τη φυσική τάξη κι ακόμα τον ηθικό νόμο, ωστόσο χαράσσουν γύρω τους ένα μαγικό κύκλο μ’ ανώτερες συνέπειες, που θεμελιώνουν έναν καινούργιο κόσμο πάνω στα ερείπια του παλιού, που κατάρρευσε. Να τι θέλει να μας πει ο ποιητής, πού ‘ναι σύγχρονα κι ένας θρησκευτικός διανοητής: Σαν ποιητής, μας δείχνει στην αρχή τον κόμπο ενός ξεχωριστά πολύπλοκου αινίγματος, που ο δικαιοκριτής τον λύνει λίγο - λίγο, κρίκο - κρίκο, προκαλώντας την ίδια την καταστροφή του. Η ελληνική απόλαυση, που προκαλείται απ’ αυτή τη διαλεχτική λύση, είναι τόσο μεγάλη, που διαχέει μια πνοή ανώτερης γαλήνης πάνω σ’ ολόκληρο το έργο, και συντρίβει παντού τις αιχμές των τρομακτικών γεγονότων αυτής της εξέλιξης. Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ συναντάμε την ίδια αυτή γαλήνη, που την καταυγάζει όμως μια ασύγκριτη αίγλη. Απέναντι στο γέροντα που τον έχει γκρεμοτσακίσει η φριχτότερη δυστυχία, πού ‘ναι καταδικασμένος από το κάθε τι που τον αφορά και πού ‘χει παραδοθεί π α θ η τ ι κ ά σ’ ό,τι του συμβαίνει, — ορθώνεται μια υπεργήινη γαλήνη, που κατέρχεται από μια θεία σφαίρα και που μας δείχνει ότι ο ήρωας, σ’ αυτή την κατάσταση την καθαρά παθητική, μπορεί και καταχτά μιαν υπέρτατη ενεργητικότητα, που οι συνέπειές της, θα διαρκέσουν πολύ καιρό μετά το θάνατό του, ενώ, στην περασμένη του ζωή, όλες του οι προσπάθειες κι όλες οι συνειδητές του πράξεις τον οδηγούσαν σ’ αυτή μονάχα την παθητικότητα. Έτσι ο μπερδεμένος κόμπος του μύθου του Οιδίποδα, που φαίνεται άλυτος στα βλέμματα των θνητών, λύνεται αργά - αργά και μας συναρπάζει μια βαθύτερη ανθρώπινη χαρά μπροστά σ’ αυτή τη θεϊκή αντίθεση της διαλεχτικής. Αν η εξήγηση που δώσαμε δικαιώνει τον ποιητή, χρειάζεται ίσως ν’ αναρωτηθούμε ακόμα αν, μ’ αυτήν, εξαντλείται το περιεχόμενο του μύθου. Και τότε ανακαλύπτουμε πως η δημιουργία του ποιητή δεν είναι παρά η φωτεινή εικόνα, που μας προσφέρει η φύση, για να μας γιατρέψει έπειτα απ’ τη στιγμιαία ματιά μας στην άβυσσο. Ο Οιδίποδας, ο φονιάς του πατέρα του, ο σύζυγος της μητέρας του, ο Οιδίποδας ο νικητής της Σφίγγας! Τί να μας λέει άραγε η μυστηριώδικια τριλογία των μοιραίων τούτων πράξεων; Υπάρχει μια πανάρχαια, κυρίως περσική, λαϊκή παράδοση που αναφέρει ότι ένας σοφός μάγος μπορεί να γεννηθεί μονάχα από αιμομιξία. Έτσι στην περίπτωση του Οιδίποδα, — ερμηνευτή των αινιγμάτων και σύζυγο της μητέρας του, — μπορούμε να δώσουμε την ακόλουθη εξήγηση: όταν οι θεϊκές και μαγικές δυνάμεις ξεσκίζουν το πέπλο του χωρίζει το παρόν απ’ το μέλλον, συντρίβοντας τον άτεγκτο νόμο της ατομικότητας και το συνυφασμένο με τη φύση μυστήριο, πρέπει σαν αρχική αιτία να υπήρξε, στην πηγή όλων αυτών, κάποια καταπληκτική τερατωδία, — και στην περίπτωση του Οιδίποδα η αιμομιξία. Γιατί με ποιόν άλλο τρόπο θα μπορούσαμε να εξαναγκάσουμε τη φύση να μας αποκαλύψει τα μυστικά της, έξον απ’ τη νικηφόρα μας αντίσταση, δηλαδή με πράξεις παρά φύση. Στη φρικαλέα αυτή τριλογία των πεπρωμένων του Οιδίποδα ανακαλύπτω αναγραμμένη την ακόλουθη αλήθεια: ο ίδιος ο άνθρωπος που λύνει το αίνιγμα της φύσης, αυτής της δυσυπόστατης σφίγγας, θα συντρίψει επίσης τους ιερότερους νόμους της φύσης, γιατί θα γίνει ο φονιάς του πατέρα του και ο σύζυγος της μητέρας του. Ακόμα καλύτερα: ο μύθος αυτός φαίνεται σα να θέλει να μας υποβάλλει ότι η σοφία, και ακριβέστερα η διονυσιακή σοφία, αποτελεί παρά φύση τερατωδία, κι ότι εκείνος που με τη σοφία του γκρεμίζει τη φύση στην άβυσσο του μηδενός, αξίζει να συντριβεί απ’ τη φύση. «Η αιχμή της σοφίας στρέφεται κατά του σοφού, η σοφία αποτελεί έγκλημα ενάντια στη φύση». Αυτές είναι οι τρομαχτικές υποθήκες που μας προσφέρει ο μύθος. Μόλις όμως ο Έλληνας ποιητής αγγίζει, σαν ηλιαχτίδα, τον υπέροχο και τρομερό αυτό μύθο, ο μύθος αυτός, όμοιος με στήλη του Μέμνονα, αρχίζει ν’ αντηχεί με μελωδίες του Σοφοκλή.
Στη δόξα της παθητικότητας αντιπαρατάσσω τώρα τη δόξα της ενεργητικότητας, που φωτοστεφανώνει τον Προμηθέα του Αισχύλου. Εκείνο που ο στοχαστής Αισχύλος είχε να μας πει, μα που σαν ποιητής μας το υπέβαλλε μονάχα με μια συμβολική εικόνα, ο νεαρός Γκαίτε βρήκε τον τρόπο να μας το αποκαλύψει με τα τολμηρότερα λόγια του Προμηθέα που ακολουθούν:
«Κάθομαι εδώ πλάθοντας
ανθρώπους
Κατά τη μορφή μου,
Μια γενιά σαν και μένα
Που πονάει, που κλαίει,
Που απολαμβάνει και χαίρεται,
Και που σε περιφρονεί
Όπως εγώ!».
Κατά τη μορφή μου,
Μια γενιά σαν και μένα
Που πονάει, που κλαίει,
Που απολαμβάνει και χαίρεται,
Και που σε περιφρονεί
Όπως εγώ!».
Ο άνθρωπος που
υψώνεται σαν τιτανική ύπαρξη, καταχτά μόνος του τον πολιτισμό του κι αναγκάζει
τους θεούς να συμμαχήσουν μαζί του, γιατί, χάρη σ’ αυτή τη σοφία που τη χρωστά στον εαυτό
του μονάχα, κρατά στα χέρια του την ύπαρξη των θεών και τα όρια της εξουσίας
τους. Μα ό,τι το πιο θαυμαστό υπάρχει στο ποίημα αυτό του Προμηθέα, και που
αποτελεί, χάρη στο γενεσιουργό του πνεύμα, ύμνο στην ασέβεια, είναι η βαθιά
εκείνη έφεση του Αισχύλου προς τη δικαιοσύνη: απ’ τη μια ο απροσμέτρητος πόνος
του τολμηρού «ερημίτη», κι απ’ την άλλη η θεία απόγνωση, το προαίσθημα ενός
λυκαυγούς των θεών, η δύναμη που επιβάλλει στους δυο αυτούς κόσμους της οδύνης,
τη συμφιλίωση και τη μεταφυσική συγχώνευση. Κι’ όλ’ αυτά θυμίζουν με τη
μεγαλύτερη ένταση τον πυρήνα και τη βασική αρχή της κοσμογονίας του
Αισχύλου, που, πάνω από θεούς και ανθρώπους, έχει θρονιάσει τη Μοίρα, σαν
αιώνια δικαιοσύνη. Η καταπληκτική αυτή τόλμη, με την οποία ο Αισχύλος
ζυγίζει τον ολύμπιο κόσμο στους δίσκους της ζυγαριάς της δικαιοσύνης του, μας
επιβάλλει να θυμηθούμε, ότι ο βαθυστόχαστος Έλληνας εύρισκε στα Μυστήριά του
την ακλόνητη και σταθερή βάση της μεταφυσικής του σκέψης, κι ότι όλες αυτές οι εκρήξεις
του σκεπτικισμού του μπορούσαν να ικανοποιηθούν σε βάρος των Ολυμπίων.
Ιδιαίτερα, ο Έλληνας καλλιτέχνης, έτρεφε απέναντι σ’ αυτές τις θεότητες το
αίσθημα μιας σκοτεινής αμοιβαίας εξάρτησης, κι ο Προμηθέας του Αισχύλου
συμβολίζει ακριβώς αυτό το αίσθημα. Ο τιτάνιος καλλιτέχνης εύρισκε, μέσα του,
την περήφανη έπαρση πως μπορούσε να δημιουργήσει ανθρώπους χάρη στην ανώτερη
σοφία του, που όφειλε, για να πούμε την αλήθεια, να την αποπλύνει μ’ ένα αιώνιο
μαρτύριο, — τέτοιο είναι το περιεχόμενο και η ψυχή του ποιήματος του Αισχύλου,
ενώ ο Σοφοκλής, στον Οιδίποδά του, προανακρούει το νικηφόρο ύμνο του αγίου.
Ακόμα όμως και η ερμηνεία που ο Αισχύλος έδωσε στο μύθο, δεν εξαντλεί την
καταπληκτική άβυσσο του τρόμου. Ολότελα αντίθετα, η χαρά που προσφέρει στον
καλλιτέχνη η δημιουργία, η γαλήνη της καλλιτεχνικής δημιουργίας που αψηφά όλες
τις συμφορές, δεν είναι παρά ένα αέρινο οικοδόμημα από ουράνια σύννεφα που
αντανακλιούνται σε μια ζοφερή λίμνη θλίψης. Ο μύθος του Προμηθέα είναι κοινό
απόχτημα του συνόλου των αριανών φυλών και απόδειξη της ικανότητάς τους ν’
αντιλαμβάνονται το βαθύ και το τραγικό, και ποιος ξέρει αν, ο μύθος αυτός, δεν
έχει για την αριανή ψυχή την ίδια σημασία πού ‘χει, για τη σημιτική φυλή, ο
μύθος του προπατορικού αμαρτήματος; Και ποιος ξέρει αν δεν υπάρχει ανάμεσα σ’
αυτούς τους δυο μύθους, ένας βαθμός συγγένειας παρόμοιος με το βαθμό που
υπάρχει ανάμεσα στον αδερφό και την αδερφή. Ο μύθος του Προμηθέα γεννήθηκε απ’
την υπερβολική αξία, που, μια απλοϊκή ανθρωπότητα αποδίνει στη φωτιά, που τη
θεωρεί σαν το αληθινό παλλάδιο του πολιτισμού που γεννιέται. Τ’ ότι όμως ο
άνθρωπος μπόρεσε λεύτερα να διαθέτει τη φωτιά αντί απλώς να τη δεχτεί σα δώρο
απ’ το θεό, με τη μορφή αστραπής που πυρπολεί ή ακτίνας του ήλιου που
ζεσταίνει, θεωρήθηκε απ’ το παρατηρητικό πνεύμα των πρωτόγονων αυτών ανθρώπων
σαν ιεροσυλία, σαν κλοπή σε βάρος της θεϊκής φύσης. Έτσι, το πρώτο απ’ όλα τα
φιλοσοφικά προβλήματα, καθιερώνει αμέσως μιαν επώδυνη κι ασυμφιλίωτη
αντίθεση ανάμεσα στον άνθρωπο και το θεό, και κυλάει αυτήν την αντίθεση,
σαν πέτρινο βράχο, στο κατώφλι κάθε πολιτισμού. Το καλύτερο και υψηλότερο
απόχτημα που μπορούσε να λάχει στην ανθρωπότητα, το αποχτά μονάχα μ’ ένα
έγκλημα, που τις συνέπειές του πρέπει να τις αναλάβει, συνέπειες που
εκφράζονται απ’ όλον αυτόν το χείμαρρο των πόνων και των θλίψεων, που οι
εξοργισμένοι αθάνατοι επιβάλλουν — και πρέπει να επιβάλλουν — στην ανθρώπινη
φυλή για την ευγενική της ανάταση. Τραχιά σκέψη που με την αξιοπρέπεια που
προσδίνει στο έγκλημα, αντιτίθεται παράξενα στο προπατορικό αμάρτημα των
Σημιτών, στο οποίο η περιέργεια, οι ψευτιές, η έλξη, η φιληδονία, μ’ ένα λόγο
μια σειρά από γυναικεία ελαττώματα, θεωρούνται σαν η αρχή του κακού. Εκείνο που
ξεχωρίζει την αρειανή σύλληψη είναι αυτή η υπέροχη ιδέα, ότι, το ενεργό
αμάρτημα αποτελεί την κατ’ εξοχήν προμηθεακή αρετή, κι αυτό μας αποκαλύπτει
αμέσως το ηθικό βάθρο της απαισιόδοξης τραγωδίας, τη δικαίωση δηλαδή της
ανθρώπινης οδύνης, τη δικαίωση τόσο του ανθρώπινου παραπτώματος όσο και των
συμφορών που πηγάζουν απ’ αυτό. Η συμφορά πού ‘ναι συμφυής με τα πράγματα και
που ο στοχαστικός Άρειος δεν έχει την τάση να την αρνιέται, η αντίθεση που
βρίσκεται στην καρδιά του κόσμου, αποκαλύπτεται σ’ αυτόν σαν το λαβυρινθώδες
μίγμα δύο διαφορετικών κόσμων, π.χ. ενός ανθρώπινου κι ενός θείου κόσμου, που ο
καθένας τους χωριστά παρμένος, βρίσκεται «εν δικαίω», μα, συνυπάρχοντας με τον
άλλον, υποφέρει απ’ την εξατομίκευσή του. Το άτομο, με την ηρωική του
προσπάθεια ν’ ανυψωθεί στο καθολικό, με την επιδίωξή του ν’ αποσπαστεί απ' τα
δεσμά της εξατομίκευσης και να μετατραπεί το ίδιο στη μοναδική ουσία του
σύμπαντος, συναισθάνεται βαθύτατα την αρχέγονη σύγκρουση που κρύβεται στην
ουσία των πραγμάτων, γίνεται εγκληματικό και υποφέρει. Έτσι, ο αρειανός
συμβολίζει το έγκλημα με τον άντρα, ενώ ο σημίτης προσωποποιεί το αμάρτημα με
τη γυναίκα. Κατά τον ίδιο τρόπο το προπατορικό έγκλημα διαπράχτηκε από έναν
άντρα, και το προπατορικό αμάρτημα από μια γυναίκα. Αυτό άλλωστε είναι εκείνο
που τραγουδά ο χορός των μαγισσών:
Εμείς
αυτό δεν το παίρνουμε τόσο ακριβολόγα:
Κι αν θέλει η
γυναίκα χίλια βήματα
για να πετύχει, όσο κι αν είναι βιαστική.
ο άντρας μ’ ένα πήδημα το ίδιο κατορθώνει.
για να πετύχει, όσο κι αν είναι βιαστική.
ο άντρας μ’ ένα πήδημα το ίδιο κατορθώνει.
[Απόσπασμα απ’ τον
Φάουστ του Γκαίτε. Η σημασία του είναι η ακόλουθη: Οι γυναίκες φτάνουν στο
σπίτι του διαβόλου — φτάνουν για να κολαστούν — με χίλια βηματάκια. Οι άντρες
πάν πιο παρρήσια.]
Αν συλλάβουμε τη
βαθύτερη έννοια του μύθου του Προμηθέα —εννοώ την ανάγκη του εγκλήματος που
επιβάλλεται στο άτομο-Τιτάνα, — θα νιώσουμε επίσης σε ποιο βαθμό η
απαισιόδοξη αυτή σύλληψη είναι αντιαπολλώνεια. Γιατί ο Απόλλωνας επιζητά
ακριβώς να ηρεμήσει τα ατομικά όντα, χαράζοντας γύρω τους σύνορα που τους τα
θυμίζει σε συνέχεια ακατάπαυστα, γιατί αποτελούν τους ιερότερους νόμους του
σύμπαντος, κι απαιτεί απ’ αυτά τα ατομικά όντα το «γνώθι σ’ αυτόν» και την
τήρηση του μέτρου. Όμως, για να μην ακινητοποιηθεί, κάτω απ’ την απολλώνεια
επίδραση, η μορφή σ’ αιγυπτιακή ακαμψία και ψυχρότητα, και για να μη καταλήξει
σε απονέκρωση κάθε κίνησης, σ’ όλη την έκταση της λίμνης, αυτή η προσπάθεια να
διαγραφτεί σε κάθε κύμα ο δρόμος του και το πεδίο της δράσης του, χρειάστηκε,
από καιρό σε καιρό, η μεγάλη αυτή διονυσιακή πλημμύρα που αναστατώνει τον καθ’
ένα απ’ αυτούς τους μικρούς κύκλους, στους οποίους, η αποκλειστική
απολλώνεια «βούληση», επιζητούσε να περικλείσει τον ελληνισμό. Η πλημμύρα αυτή
του διονυσιασμού, που συνεχώς ανέβαινε, παράσερνε τότε και φόρτωνε στις πλάτες
της τα χωριστά ατομικά κυματάκια, όπως ο αδερφός του Προμηθέα, ο Τιτάνας Άτλας,
σήκωνε στους ώμους του τη Γη. Η τιτάνια αυτή ανάγκη να γίνει κατά κάποιο τρόπο
ο Άτλας όλων των άλλων ατομικοτήτων, να τις ανεβάζει, καθίζοντάς τες στους
ολόφαρδους ώμους του, όλο και ψηλότερα και να τις πηγαίνει όλο και μακρύτερα,
αποτελεί το κοινό χαρακτηριστικό στο προμηθεϊκό και διονυσιακό πνεύμα. Απ’
αυτή την άποψη, ο Προμηθέας του Αισχύλου είναι μια διονυσιακή προσωπίδα,
ενώ, μ’ εκείνο το βαθύ αίσθημα για δικαιοσύνη που σημειώσαμε πιο πάνω, ο
Αισχύλος προδίνει την καταγωγή του απ’ τον Απόλλωνα, το θεό της εξατομίκευσης,
των ορίων της δικαιοσύνης, των νουνεχών αναλογιών. Κι’ έτσι η διπλή φύση του
αισχύλειου Προμηθέα, η ταυτόχρονα διονυσιακή και απολλώνεια ουσία του, θα
μπορούσε να εκφραστεί με την ακόλουθη αφηρημένη διατύπωση: «Κάθε τι που
υπάρχει είναι δίκαιο κι’ άδικο, και στις δυο περιπτώσεις, εξ ίσου
δικαιολογημένο». Αυτός είναι ο κόσμος σου! Αυτό ονομάζεται κόσμος!
Φρίντριχ Νίτσε «Η
γέννηση της τραγωδίας», Εκδόσεις Γκοβόστη

