Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀλισθαίνω & ὀλισθάνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀλισθαίνω & ὀλισθάνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀλισθαίνω & ὀλισθάνω»
 
ὀλισθαίνω = γλιστρώ, αμαρτάνω  
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὀλισθαίνω, ὀλισθαίνεις, ὀλισθαίνει, ὀλισθαίνομεν, ὀλισθαίνετε, ὀλισθαίνουσι(ν)
& ὀλισθάνω, ὀλισθάνεις, ὀλισθάνει, ὀλισθάνομεν, ὀλισθάνετε, ὀλισθάνουσι(ν)
Υποτακτική
ὀλισθάνω, ὀλισθάνῃς, ὀλισθάνῃ, ὀλισθάνωμεν, ὀλισθάνητε, ὀλισθάνωσι(ν)
Ευκτική
ὀλισθάνοιμι, ὀλισθάνοις, ὀλισθάνοι, ὀλισθάνοιμεν, ὀλισθάνοιτε, ὀλισθάνοιεν
Προστακτική
---, ὀλίσθανε, ὀλισθανέτω, ---, ὀλισθάνετε, ὀλισθανόντων (ή ὀλισθανέτωσαν)
Απαρέμφατο
ὀλισθάνειν
Μετοχή
ὀλισθάνων, ὀλισθάνουσα, ὀλισθάνον
 
Παρατατικός
Οριστική
ὠλίσθανον, ὠλίσθανες, ὠλίσθανε, ὠλισθάνομεν, ὠλισθάνετε, ὠλίσθανον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὀλισθήσω, ὀλισθήσεις, ὀλισθήσει, ὀλισθήσομεν, ὀλισθήσετε, ὀλισθήσουσι(ν)
Ευκτική
ὀλισθήσοιμι, ὀλισθήσοις, ὀλισθήσοι, ὀλισθήσοιμεν, ὀλισθήσοιτε, ὀλισθήσοιεν
Απαρέμφατο
ὀλισθήσειν
Μετοχή
ὀλισθήσων, ὀλισθήσουσα, ὀλισθῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ὠλίσθησα, ὠλίσθησας, ὠλίσθησε(ν), ὠλισθήσαμεν, ὠλισθήσατε, ὠλίσθησαν
Υποτακτική
ὀλισθήσω, ὀλισθήσῃς, ὀλισθήσῃ, ὀλισθήσωμεν, ὀλισθήσητε, ὀλισθήσωσι(ν)
Ευκτική
ὀλισθήσαιμι, ὀλισθήσαις / ὀλισθήσειας, ὀλισθήσαι / ὀλισθήσειε(ν), ὀλισθήσαιμεν, ὀλισθήσαιτε, ὀλισθήσαιεν / ὀλισθήσειαν
Προστακτική
---, ὀλίσθησον, ὀλισθησάτω, ---, ὀλισθήσατε, ὀλισθησάντων (ή ὀλισθησάτωσαν)
Απαρέμφατο
ὀλισθῆσαι
Μετοχή
ὀλισθήσας, ὀλισθήσασα, ὀλισθῆσαν
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ὤλισθον, ὤλισθες, ὤλισθε(ν), ὠλίσθομεν, ὠλίσθετε, ὤλισθον
Υποτακτική
ὀλίσθω, ὀλίσθῃς, ὀλίσθῃ, ὀλίσθωμεν, ὀλίσθητε, ὀλίσθωσι(ν)
Ευκτική
ὀλίσθοιμι, ὀλίσθοις, ὀλίσθοι, ὀλίσθοιμεν, ὀλίσθοιτε, ὀλίσθοιεν
Προστακτική
---, ὄλισθε, ὀλισθέτω, ---, ὀλίσθετε, ὀλισθόντων (ή ὀλισθέτωσαν)
Απαρέμφατο
ὀλισθεῖν
Μετοχή
ὀλισθών, ὀλισθοῦσα, ὀλισθόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὠλίσθηκα, ὠλίσθηκας, ὠλίσθηκε, ὠλισθήκαμεν, ὠλισθήκατε, ὠλισθήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ὠλισθηκώς- ὠλισθηκυῖα- ὠλισθηκός ὦ
ὠλισθηκώς- ὠλισθηκυῖα- ὠλισθηκός ᾖς
ὠλισθηκώς- ὠλισθηκυῖα- ὠλισθηκός ᾖ
ὠλισθηκότες- ὠλισθηκυῖαι- ὠλισθηκότα ὦμεν
ὠλισθηκότες- ὠλισθηκυῖαι- ὠλισθηκότα ἦτε
ὠλισθηκότες- ὠλισθηκυῖαι- ὠλισθηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ὠλισθηκώς- ὠλισθηκυῖα- ὠλισθηκός εἴην
ὠλισθηκώς- ὠλισθηκυῖα- ὠλισθηκός εἴης
ὠλισθηκώς- ὠλισθηκυῖα- ὠλισθηκός εἴη
ὠλισθηκότες- ὠλισθηκυῖαι- ὠλισθηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ὠλισθηκότες- ὠλισθηκυῖαι- ὠλισθηκότα εἴητε (εἶτε)
ὠλισθηκότες- ὠλισθηκυῖαι- ὠλισθηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ὠλισθηκώς- ὠλισθηκυῖα- ὠλισθηκός ἴσθι
ὠλισθηκώς- ὠλισθηκυῖα- ὠλισθηκός ἔστω
---
ὠλισθηκότες- ὠλισθηκυῖαι- ὠλισθηκότα ἔστε
ὠλισθηκότες- ὠλισθηκυῖαι- ὠλισθηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ὠλισθηκέναι
Μετοχή
ὠλισθηκώς- ὠλισθηκυῖα- ὠλισθηκός
 
Υπερσυντέλικος
ὠλισθήκειν, ὠλισθήκεις, ὠλισθήκει, ὠλισθήκεμεν, ὠλισθήκετε, ὠλισθήκεσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου