Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 18: Η αρχή της πλειοψηφίας
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Πολιτικά, Γ 6.3-4, 1281a39-b10
Περί μέν οὖν τῶν ἄλλων ἔστω τις ἕτερος λόγος· ὅτι δέ δεῖ κύριον εἶναι μᾶλλον τό πλῆθος ἤ τούς ἀρίστους μέν ὀλίγους δέ, δόξειεν ἄν λέγεσθαι καί τιν’ ἔχειν ἀπορίαν τάχα δέ κἄν ἀλήθειαν. Τούς γάρ πολλούς, ὧν ἕκαστός ἐστιν οὐ σπουδαῖος ἀνήρ, ὅμως ἐνδέχεται συνελθόντας εἶναι βελτίους ἐκείνων, οὐχ ὡς ἕκαστον ἀλλ’ ὡς σύμπαντας, οἷον τά συμφορητά δεῖπνα τῶν ἐκ μιᾶς δαπάνης χορηγηθέντων· πολλῶν γάρ ὄντων ἕκαστον μόριον ἔχειν ἀρετῆς καί φρονήσεως, καί γίνεσθαι συνελθόντων, ὥσπερ ἕνα ἄνθρωπον τό πλῆθος, πολύποδα καί πολύχειρα καί πολλάς ἔχοντ’ αἰσθήσεις, οὕτω καί περί τά ἤθη καί τήν διάνοιαν. Διό καί κρίνουσιν ἄμεινον οἱ πολλοί καί τά τῆς μουσικῆς ἔργα καί τά τῶν ποιητῶν· ἄλλοι γάρ ἄλλο τι μόριον, πάντα δέ πάντες.
Για τα υπόλοιπα θα υπάρξει χωριστή ανάπτυξη. Η άποψη ότι την εξουσία στην πόλη πρέπει μάλλον να την ασκεί το πλήθος παρά οι «άριστοι» που είναι λίγοι, νομίζω ότι μπορεί να συζητηθεί -με το νόημα ότι είναι μια άποψη που παρουσιάζει, βέβαια, κάποιες δυσκολίες, που περιέχει όμως ίσως και κάποια αλήθεια. Για το πλήθος μπορεί κανείς να πει τούτο: το κάθε επιμέρους άτομο μπορεί να μην είναι τίποτε το αξιόλογο, ενωμένοι όμως όλοι μαζί είναι ενδεχόμενο να είναι, όχι σαν άτομα αλλά σαν σύνολο, καλύτεροι από εκείνους -όπως ακριβώς τα δείπνα που γίνονται με τη συνεισφορά πολλών είναι καλύτερα από εκείνα που γίνονται με έξοδα ενός μόνο ανθρώπου. Πολλοί καθώς είναι, ο καθένας διαθέτει ένα μόριο αρετής και φρόνησης, και έτσι, ενωμένοι οι πολλοί γίνονται, κατά κάποιο τρόπο, ένας άνθρωπος με πολλά πόδια, με πολλά χέρια και με πολλές αισθήσεις -και με ανάλογη, βέβαια, αρετή και εξυπνάδα. Γι’ αυτό και οι πολλοί είναι σε θέση να κρίνουν καλύτερα τα έργα της μουσικής και των ποιητών: ο ένας κρίνει ένα μέρος, ο άλλος ένα άλλο, και όλοι μαζί το σύνολο.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
(μετάφραση Π. Τζιώκα-Ευαγγέλου)
1. Ποια είναι η βασική θέση την οποία υποστηρίζει ο φιλόσοφος;
1. Ο Αριστοτέλης τεκμηριώνει τη βασική του θέση αφενός με ένα παράδειγμα (οἷον…), αφετέρου με μια αναλογία (πολλῶν γάρ […] διάνοιαν). Μπορείτε να τα αποδώσετε με δικά σας λόγια, έτσι ώστε να τονίζεται η βασική φιλοσοφική-πολιτική ιδέα; Να εντοπίσετε τις δύο λέξεις που εισάγουν τα αντιστοιχιζόμενα μέλη της αναλογίας.
1. Με ποια έγκλιση διατυπώνει ο Αριστοτέλης τη βασική του θέση; Γιατί επέλεξε τη συγκεκριμένη έγκλιση;
1. «δεῖ κύριον εἶναι μᾶλλον τό πλῆθος ἤ τούς ἀρίστους μέν ὀλίγους δέ». Η σύγκριση δηλώνεται με το συγκριτικό επίρρημα «μᾶλλον» και τον β΄ όρο σύγκρισης που εισάγεται με το «ἤ». Ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι την κυρίαρχη εξουσία πρέπει να την ασκεί περισσότερο -δηλαδή κατά προτίμηση- το πλήθος παρά οι λίγοι άριστοι.
2. «ἐνδέχεται συνελθόντας εἶναι βελτίους ἐκείνων». Εδώ η σύγκριση εκφράζεται με τον συγκριτικό βαθμό «βελτίους» και με τη γενική συγκριτική «ἐκείνων», η οποία αναφέρεται στους λίγους αρίστους. Οι πολλοί, όταν συνενωθούν και κριθούν ως σύνολο, ενδέχεται να είναι καλύτεροι από εκείνους.
3. «οὐχ ὡς ἕκαστον ἀλλ’ ὡς σύμπαντας». Με το αντιθετικό σχήμα «οὐχ… ἀλλά» διευκρινίζεται η βάση της αξιολογικής υπεροχής: οι πολλοί δεν θεωρούνται καλύτεροι ως μεμονωμένα άτομα, αλλά ως ενιαίο σύνολο. Πρόκειται για εσωτερική αντιπαραβολή ανάμεσα στην ατομική και στη συλλογική υπόστασή τους, η οποία αποσαφηνίζει τον προηγούμενο συγκριτικό χαρακτηρισμό «βελτίους».
4. «οἷον τά συμφορητά δεῖπνα τῶν ἐκ μιᾶς δαπάνης χορηγηθέντων». Η σύγκριση αποδίδεται με το παράδειγμα που εισάγει το «οἷον» και με τη γενική συγκριτική «τῶν… χορηγηθέντων». Τα δείπνα στα οποία συνεισφέρουν πολλοί παρουσιάζονται ως καλύτερα από όσα χρηματοδοτούνται από μία μόνο δαπάνη· ανάλογα, η κοινή συμβολή του πλήθους μπορεί να υπερέχει από τη συμβολή των λίγων.
5. «κρίνουσιν ἄμεινον οἱ πολλοί». Με το συγκριτικό επίρρημα «ἄμεινον» δηλώνεται ότι οι πολλοί κρίνουν καλύτερα τα μουσικά και ποιητικά έργα. Ο β΄ όρος της σύγκρισης παραλείπεται, αλλά νοείται από τα συμφραζόμενα: κρίνουν καλύτερα από έναν μεμονωμένο άνθρωπο ή από τους λίγους.
Συνολικά, οι διατυπώσεις αυτές οργανώνουν μια σταδιακή επιχειρηματολογία: αρχικά διατυπώνεται η προτίμηση της κυριαρχίας του πλήθους, έπειτα δηλώνεται η ενδεχόμενη υπεροχή του ως συνόλου, ακολουθεί το παράδειγμα των κοινών δείπνων και, τέλος, η υπεροχή επιβεβαιώνεται στο πεδίο της συλλογικής κρίσης.
Ο Πλάτων και ο Ξενοφών υπήρξαν μαθητές του Σωκράτη. Στα ακόλουθα δύο αποσπάσματα διαφαίνεται η δυσπιστία την οποία είχε ο Σωκράτης για τη γνώμη των πολλών και αμόρφωτων (έναντι των ειδικών).
Κρίτων: Δε θα πεισθούν οι πολλοί ότι εσύ ο ίδιος δε θέλησες να αποδράσεις από εδώ, ενώ εμείς είμασταν πρόθυμοι να σε βοηθήσουμε.
Σωκράτης: Αλλά γιατί, ευλογημένε Κρίτωνα, σε νοιάζει τόσο πολύ η γνώμη των πολλών; Οι πιο συνετοί, που περισσότερο αξίζει να προσέχουμε τη γνώμη τους, θα καταλάβουν ότι αυτά έγιναν έτσι όπως πραγματικά έγιναν.
Κρ.: Βλέπεις όμως, Σωκράτη, ότι είναι ανάγκη να ενδιαφέρεται κανείς και για τη γνώμη των πολλών. Η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε τώρα δείχνει ότι οι πολλοί είναι ικανοί να προξενήσουν όχι τα πιο μικρά δεινά, αλλά σχεδόν τα μεγαλύτερα, αν κανέναν τον συκοφαντήσουν σε αυτούς.
Σωκρ.: Μακάρι, Κρίτωνα, να ήταν ικανοί οι πολλοί να προξενήσουν τα μεγαλύτερα δεινά -θα ήταν τότε σε θέση να προξενήσουν και τα μεγαλύτερα αγαθά, και τα πράγματα θα ήταν καλά. Τώρα όμως δεν είναι ικανοί για τίποτε από τα δύο⸱ γιατί ούτε σώφρονα έχουν τη δύναμη να κάνουν κανένα ούτε άφρονα, αλλά κάνουν ό,τι τους έρθει στο μυαλό.
(μετάφραση Κ. Βάρναλης)
1. Να συλλέξετε στα δύο Παράλληλα Κείμενα διατυπώσεις του Σωκράτη που δείχνουν ότι δεν υπολόγιζε τη γνώμη των πολλών. Να μελετήσετε και όσα λέγονται για την παιδεία του λαού. Θεωρείτε ότι μπορεί η περιφρονητική στάση του Σωκράτη να στάθηκε καθοριστική για την καταδίκη του από την πλειοψηφία των Αθηναίων δικαστών;
Ως προς την παιδεία του λαού, τα αποσπάσματα υποδηλώνουν ότι οι πολλοί είναι σε μεγάλο βαθμό αμόρφωτοι ή ανεπαρκώς καταρτισμένοι. Δεν διαθέτουν την επιστημονική γνώση που απαιτείται για ορθή κρίση και γι’ αυτό μπορούν να παρασύρονται από εντυπώσεις, συκοφαντίες ή παρορμήσεις. Ο Σωκράτης υιοθετεί έτσι μια γνωσιοκρατική και αξιοκρατική αντίληψη: όπως σε κάθε τέχνη εμπιστευόμαστε τον ειδικό, έτσι και στα σημαντικά ζητήματα πρέπει να ακούμε τον γνώστη και όχι άκριτα την πλειοψηφία. Η μόρφωση, η αυτογνωσία και η άσκηση της λογικής αποτελούν για αυτόν προϋποθέσεις υπεύθυνης πολιτικής και ηθικής κρίσης· η αριθμητική υπεροχή από μόνη της δεν εγγυάται ορθότητα.
Η στάση αυτή είναι πιθανό να συνέβαλε αρνητικά στην εικόνα του Σωκράτη και, επομένως, να επηρέασε την καταδίκη του, δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ο μοναδικός ή απολύτως καθοριστικός παράγοντας. Η συστηματική αμφισβήτηση της κρίσης των πολλών μπορούσε να εκληφθεί από τους Αθηναίους δικαστές ως περιφρόνηση του δήμου και των δημοκρατικών θεσμών, ιδίως επειδή οι αποφάσεις στην αθηναϊκή δημοκρατία λαμβάνονταν από τους πολίτες κατά πλειοψηφία. Επιπλέον, ο ελεγκτικός τρόπος της σωκρατικής διδασκαλίας εξέθετε συχνά την άγνοια όσων θεωρούσαν τον εαυτό τους σοφό και μπορούσε να δημιουργήσει αντιπάθειες. Ωστόσο, η καταδίκη συνδέθηκε άμεσα με τις συγκεκριμένες κατηγορίες που του αποδόθηκαν και με το ευρύτερο κλίμα καχυποψίας απέναντί του. Συνεπώς, η απαξιωτική του στάση προς την άκριτη γνώμη των πολλών πρέπει να θεωρηθεί επιβαρυντικός παράγοντας: όξυνε την απόσταση ανάμεσα στον ίδιο και στο δικαστικό σώμα και πιθανόν έκανε λιγότερο πειστική την υπεράσπισή του, αλλά η ετυμηγορία προέκυψε από συνδυασμό αιτίων και όχι μόνο από αυτήν.
Αντίθετα, ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει θετικότερα τη συλλογική δύναμη των πολλών. Αναγνωρίζει ότι κάθε μέλος του πλήθους, εξεταζόμενο χωριστά, μπορεί να μην είναι σπουδαίο· όταν όμως οι πολίτες συνενωθούν, ο καθένας συνεισφέρει ένα «μόριον ἀρετῆς καί φρονήσεως» και όλοι μαζί μπορούν να σχηματίσουν ένα σύνολο ανώτερο από τους λίγους αρίστους. Η υπεροχή τους δεν βασίζεται στην ατομική σοφία κάθε πολίτη, αλλά στη σύνθεση διαφορετικών γνώσεων, εμπειριών, αρετών και οπτικών. Έτσι, ενώ ο Σωκράτης αντιπαραθέτει την άκριτη γνώμη των αμαθών πολλών στην τεκμηριωμένη γνώση των ειδικών, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει -με επιφύλαξη και όχι απόλυτα- ότι υπό κατάλληλες προϋποθέσεις η συλλογική κρίση του πλήθους μπορεί να είναι ορθότερη και πληρέστερη. Κοινό σημείο των δύο φιλοσόφων είναι ότι δεν εμπιστεύονται αυτομάτως κάθε αριθμητική πλειοψηφία: ο Σωκράτης απαιτεί γνώση, ενώ ο Αριστοτέλης προϋποθέτει τη συνένωση και τη συμπληρωματική συμβολή των πολιτών.
Το πεδίο στο οποίο δραστηριοποιούνται και εκφράζονται οι πολλοί δεν είναι ακριβώς το ίδιο στα τρία κείμενα. Στον Κρίτωνα το πλαίσιο είναι κυρίως κοινωνικό, ηθικό και συγχρόνως δικαστικό-πολιτικό: εξετάζεται η δύναμη της κοινής γνώμης, η επίδραση της συκοφαντίας και η στάση της πλειοψηφίας απέναντι στον Σωκράτη. Στα Απομνημονεύματα το πεδίο είναι περισσότερο γνωστικό, πρακτικό και επαγγελματικό: το ζητούμενο είναι ποιοι αξίζουν υπόληψη και μπορούν να ενεργούν αποτελεσματικά, με κριτήριο την επιστημονική γνώση και την ικανότητά τους. Στα Πολιτικά, τέλος, το κύριο πεδίο είναι θεσμικό και πολιτειακό, αφού ο Αριστοτέλης εξετάζει αν το πλήθος μπορεί να ασκεί την κυρίαρχη εξουσία στην πόλη· χρησιμοποιεί όμως και την κρίση μουσικών και ποιητικών έργων ως παράδειγμα της συλλογικής του ικανότητας. Συνεπώς, τα πεδία παρουσιάζουν επιμέρους συγγένειες, επειδή και στα τρία τίθεται το ζήτημα της εγκυρότητας της κρίσης των πολλών, αλλά διαφέρουν ως προς την ειδικότερη εφαρμογή τους: κοινή γνώμη και δικαστική ισχύς στον Κρίτωνα, γνώση και πρακτική επάρκεια στα Απομνημονεύματα, πολιτική κυριαρχία και συλλογική αξιολόγηση στα Πολιτικά.
Ο Μακιαβέλι έγραψε τον Ηγεμόνα το 1513. Στο παρακάτω απόσπασμα από το συμβουλευτικό αυτό κείμενο, που απευθύνεται ουσιαστικά σε όποιον ασκεί εξουσία, ανεξαρτήτως τόπου, χρόνου και τρόπου, εξετάζεται ένα σημαντικό ζήτημα πρακτικής πολιτικής: με ποιον τρόπο πρέπει οι ηγεμόνες να τηρούν τις υποσχέσεις τους.
Ο ηγεμόνας να φαίνεται πονετικός, έντιμος, καταδεκτικός, ειλικρινής, ευσεβής. και να είναι. Αλλά να είναι προδιατεθειμένος, όταν χρειάζεται να μην είναι, να μπορεί και να ξέρει ν’ αλλάξει στο αντίθετο. Πρέπει να είναι ψυχικά προετοιμασμένος να στρέφεται κατά κει που τον προστάζουν οι άνεμοι της τύχης και οι μεταβολές των πραγμάτων. [...] Οι άνθρωποι, εν γένει, κρίνουν περισσότερο με βάση τα μάτια τους παρά με βάση τα έργα. γιατί όλοι μπορούν να δουν, λίγοι όμως καταλαβαίνουν. Ο καθένας βλέπει αυτό που φαίνεται, λίγοι όμως καταλαβαίνουν αυτό που πραγματικά είσαι.
(μετάφραση Ζ. Ζωγραφίδου)
Ο κυνισμός του διακρίνεται ακόμη καθαρότερα στη θέση ότι ένας συνετός ηγεμόνας «δεν μπορεί ούτε πρέπει να τηρεί τον λόγο του», όταν η τήρηση της υπόσχεσης στρέφεται εναντίον του ή όταν έχουν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους την έδωσε. Η αθέτηση του λόγου παρουσιάζεται όχι απλώς ως επιτρεπτή αλλά ως αναγκαία πολιτική επιλογή. Ο Μακιαβέλι τη δικαιολογεί με την απαισιόδοξη αντίληψή του για την ανθρώπινη φύση: επειδή οι άνθρωποι είναι «μοχθηροί» και δεν θα τηρούσαν τις υποσχέσεις τους απέναντι στον ηγεμόνα, ούτε εκείνος δεσμεύεται να είναι συνεπής προς αυτούς. Πρόκειται για μια λογική αμοιβαίας δυσπιστίας, μέσα στην οποία η ηθική υποχωρεί μπροστά στην αυτοσυντήρηση και στο πολιτικό συμφέρον.
Εξίσου κυνική είναι η διάκριση ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι». Ο ηγεμόνας πρέπει να φαίνεται συμπονετικός, έντιμος, καταδεκτικός, ειλικρινής και ευσεβής, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παραμένει πράγματι τέτοιος, όταν οι περιστάσεις απαιτούν το αντίθετο. Η αρετή μετατρέπεται έτσι σε προσωπείο και μέσο χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Η τακτική αυτή θεωρείται αποτελεσματική, επειδή, κατά τον Μακιαβέλι, οι περισσότεροι άνθρωποι κρίνουν από όσα βλέπουν και από την εξωτερική εικόνα, ενώ λίγοι κατανοούν την πραγματική ουσία και τα έργα του κυβερνήτη.
Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός «κυνικός» χρειάζεται μια διευκρίνιση. Ο Μακιαβέλι δεν προτείνει την εξαπάτηση, τη βία ή την αθέτηση των υποσχέσεων ως αυταξίες ούτε επειδή απολαμβάνει την ανηθικότητα. Τις αντιμετωπίζει ως μέσα που μπορεί να γίνουν αναγκαία σε έναν ασταθή και επικίνδυνο πολιτικό κόσμο. Η σκέψη του είναι πρωτίστως ρεαλιστική και πραγματιστική: περιγράφει την πολιτική όχι όπως θα έπρεπε ιδανικά να είναι, αλλά όπως θεωρεί ότι λειτουργεί στην πράξη. Συνεπώς, το απόσπασμα επιβεβαιώνει τον κυνικό χαρακτήρα των συμβουλών του ως προς τα μέσα που επιτρέπει στον ηγεμόνα, συγχρόνως όμως δείχνει ότι ο κυνισμός αυτός εντάσσεται σε μια ψυχρή θεωρία πολιτικής αποτελεσματικότητας και διατήρησης της εξουσίας.
Οι δύο στοχαστές έχουν ως κοινό σημείο ότι δεν θεωρούν κάθε μεμονωμένο μέλος του λαού άριστο ή απολύτως συνετό. Διαφέρουν, όμως, ριζικά ως προς τη δυναμική που αναγνωρίζουν στο σύνολο. Ο Μακιαβέλι δίνει έμφαση στην ευπιστία, στην αστάθεια και στην επιφανειακή κρίση των πολλών και θεωρεί ότι ο αποτελεσματικός ηγεμόνας πρέπει να αξιοποιεί αυτές τις αδυναμίες για να διατηρεί την εξουσία του. Ο Αριστοτέλης, αντίθετα, δίνει έμφαση στη συμπληρωματικότητα των πολιτών: οι ατομικές ελλείψεις μπορούν να αντισταθμιστούν μέσα από τη συνένωση των επιμέρους αρετών και γνώσεων. Έτσι, στον Μακιαβέλι η σχέση ηγεμόνα και λαού είναι κατά κύριο λόγο κάθετη και χειριστική, ενώ στον Αριστοτέλη η πολιτική κοινότητα μπορεί να λειτουργήσει συμμετοχικά και συλλογικά. Συμπερασματικά, για τον Μακιαβέλι ο λαός αποτελεί κυρίως μια δύναμη της οποίας τις εντυπώσεις πρέπει να ελέγχει ο κυβερνήτης, ενώ για τον Αριστοτέλη το πλήθος, υπό την προϋπόθεση της συνένωσης και της από κοινού κρίσης, μπορεί να μετατραπεί σε φορέα πολιτικής σοφίας και νόμιμης κυριαρχίας.

